Για πολλούς ανθρώπους, οι έννοιες «κράτος δικαίου» ή «καταπολέμηση της διαφθοράς» ακούγονται αφηρημένες και απόμακρες• ένα θέμα για ακαδημαϊκούς ή διανοούμενους, όχι κάτι που αφορά την καθημερινή ζωή των απλών πολιτών. Κι όμως, η διαφθορά δεν έρχεται χωρίς κόστος και αυτοί που καλούνται να πληρώσουν τον λογαριασμό είναι οι απλοί άνθρωποι, όχι αυτοί που έχουν δύναμη.

Στις χειρότερες περιπτώσεις, άνθρωποι πληρώνουν με τη ζωή τους. Ας θυμηθούμε τους ανθρώπους που σκοτώθηκαν όταν κατέρρευσε η οροφή του σταθμού του Νόβι Σαντ στη Σερβία, τα θύματα των πυρκαγιών σε παράνομα νυχτερινά κέντρα, όπως το Club Pulse στην Κότσιανη της Βόρειας Μακεδονίας, το Club Colectiv στη Ρουμανία, τις δεκάδες χιλιάδες που σκοτώθηκαν από τον σεισμό του 2024 στην Τουρκία, ή φυσικά τα δεκάδες θύματα στο Μάτι και στα Τέμπη.

Η διαφθορά είναι θανατηφόρα. Ας ρωτήσουμε τους ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους, το ζωικό τους κεφάλαιο, τη σοδειά τους και τα σπίτια τους, στις πλημμύρες του 2023. Οι πλημμύρες σαφώς δεν προκαλούνται από την κυβέρνηση, αλλά φαίνεται ότι τα 400 εκατομμύρια ευρώ που προορίζονταν για αντιπλημμυρικά έργα, επίσης παρασύρθηκαν από τον χείμαρρο του επονομαζόμενου «αθάνατου ελληνικού χάους». Δεν μπορεί κανείς να αποτρέψει τις πλημμύρες, όμως τις ζημιές και τις απώλειες μπορεί.

Αλλά ακόμη και σε λιγότερο δραματικές καταστάσεις, οι πολίτες πληρώνουν βαρύ τίμημα. Ας ρωτήσουμε τους αγρότες των οποίων η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση που δικαιούνταν, οδηγήθηκε σε λάθος τσέπες. Ή ας ρωτήσουμε όσους είδαν την τιμή των φαρμάκων τους να αυξάνεται από την υπόθεση Novartis. Ή ας ρωτήσουμε τους γονείς των παιδιών σε σχολεία, που κυριολεκτικά καταρρέουν. Σε όλες τις περιπτώσεις, η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στα «στραβά μάτια», που γίνονται σε βάρος του κοινωνικού συνόλου.

Κάποιοι θα δείξουν τα στοιχεία της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και θα υποστηρίξουν ότι η διαφθορά δεν έχει πραγματικό αντίκτυπο, μιας και τα νούμερα δείχνουν μια ανοδική πορεία. Τα φαινόμενα όμως απατούν. Η διαφθορά είναι σαν ένα αργό δηλητήριο, που τρώει αθόρυβα τα θεμέλια της οικονομίας. Το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει την ακριβότερη τιμή ηλεκτρικής ενέργειας και το δεύτερο υψηλότερο κόστος ζωής, σε σχέση με τους μισθούς, δεν είναι περιστασιακά προβλήματα. Συμβαίνουν ακριβώς γιατί «διαφθορά» και «βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη» είναι ασύμβατες και αλληλοαποκλειόμενες έννοιες. Ακόμα και όταν δεν υπάρχουν άμεσες ορατές επιπτώσεις, ο λογαριασμός έρχεται αργά ή γρήγορα, όπως οι επιπτώσεις των πολιτικών επιλογών του 80’ και 90’, που οδήγησαν την Ελλάδα στην οικονομική κρίση.

Στον Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς του 2024, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 59η θέση, μαζί με την Ιορδανία, τη Ναμίμπια και τη Σλοβακία. Αυτό συμβαίνει, γιατί οι θεσμοί και η νομοθεσία έχουν θεσπιστεί μόνο για το φαίνεσθαι. Προκειμένου να συμπληρωθούν όλα τα προαπαιτούμενα, κυρίως από την Ευρωπαϊκή Ένωση, εφευρίσκονται μονίμως επιφανειακές θεσμικές λύσεις. Δηλαδή, οι προσπάθειες για την καταπολέμηση της διαφθοράς φαίνονται καλές, που όμως η καθημερινότητα προδίδει την πραγματική εικόνα. Η ανεξαρτησία των ελεγκτικών μηχανισμών στραγγαλίζεται, ενώ ο πλήρης έλεγχος του κρατικού μηχανισμού και ο νεποτισμός διασφαλίζουν ότι ο αγώνας κατά της διαφθοράς θα παραμένει μονάχα στα λόγια. Δημοσιογράφοι, εισαγγελείς ή εποπτικά όργανα, που επιδιώκουν να αποκαλύψουν τη διαφθορά, αντιμετωπίζουν απειλές, παρενόχληση ή και χειρότερα…

Στις λίγες περιπτώσεις όπου οι δικαστικές διαδικασίες καθίστανται αναπόφευκτες, όπως όταν η δικαιοσύνη των ΗΠΑ ασχολήθηκε με την υπόθεση Novartis, έχουν το στενότερο δυνατό πεδίο δράσης, στοχεύοντας κυρίως στα «μικρά ψάρια» και όχι στο συστημικό πρόβλημα. Η πολιτική λογοδοσία είναι ανύπαρκτη και τίποτα δεν έχει γίνει για να αλλάξει αυτό.

Πολλές φορές είναι απαραίτητη εξωτερική πίεση για να επέλθει μια αλλαγή στην κουλτούρα, μιας και οι επωφελούμενοι θα προσπαθήσουν να διατηρήσουν το στάτους κβο. Παρόλο που η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει μια ισχυρή εργαλειοθήκη για να διασφαλίσει ότι όλα τα κράτη μέλη πληρούν τις προϋποθέσεις σχετικά με το κράτος δικαίου, τα τελευταία χρόνια υποχωρεί ολοένα και περισσότερο για πολιτικούς, μερικές φορές ακόμη και κομματικούς λόγους. Η Κομισιόν, στην οποία πρωτοστατεί το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, δε θέλει να δυσαρεστήσει τους συμμάχους της στις εθνικές κυβερνήσεις. Έτσι, συμμετέχει μεν προσχηματικά σε διαδικασίες συμμόρφωσης, όπου όμως προστατεύει τους έχοντες εξουσία ή κομματικούς φίλους, όπως τη Νέα Δημοκρατία, ενώ θα έπρεπε να προασπίζεται τους νόμους και να προστατεύει όλους τους ευρωπαίους πολίτες.

Ταυτόχρονα, τα κόμματα της αντιπολίτευσης στην Ελλάδα καταγγέλλουν έντονα τις πρακτικές διαφθοράς, αλλά συχνά υιοθετούν τις ίδιες πρακτικές, μόλις φτάσουν στην εξουσία. Η διαφθορά δεν είναι ποτέ ένα κομματικό φαινόμενο, δεν αποτελεί μονοπώλιο του ενός κόμματος ή του άλλου• είναι μια πολιτική κουλτούρα. Η έντασή της μπορεί να ποικίλλει υπό διαφορετικές κυβερνήσεις, αλλά μια απλή αλλαγή στο κυβερνών κόμμα δεν αποτελεί εγγύηση για λύση στο πρόβλημα. Απαιτείται μια αλλαγή στην πολιτική κουλτούρα και η ριζική ενίσχυση των δημοκρατικών ελέγχων και αντιβάρων (τα λεγόμενα checks and balances): ανεξάρτητα και πλουραλιστικά μέσα ενημέρωσης, ανεξάρτητες αρχές και μια αποτελεσματική δικαιοσύνη, όλα διεπόμενα από διαφάνεια και λογοδοσία.

Εδώ, αξίζει να σημειωθεί ένα παράδοξο που παρατηρεί κανείς, όταν συνομιλεί με Έλληνες που γνωρίζουν για το τι γίνεται σε άλλες χώρες τις Ευρώπης. Σχεδόν πάντα, συγκρίνουν τις άλλες χώρες με την Ελλάδα, για το πόσο καλύτερα δομημένες και λειτουργικές είναι, το πόσο περισσότερο εφαρμόζονται οι νόμοι ή το πόσο αξιοκρατικότερη είναι η αγορά εργασίας. Όλοι μπορούμε να σκεφτούμε κάποιον θείο που αναφέρει με στόμφο ότι «αυτή η λαμογιά δε θα περνούσε έξω, εδώ όμως είναι Ελλάδα». Εκεί έγκειται και το παράδοξο• ότι παρόλο που υπάρχει αναγνώριση του προβλήματος, παράλληλα διαφαίνεται και ένας συμβιβασμός ότι «έτσι είναι τα πράγματα».

Τελικά, όμως, η διαφθορά δεν είναι ούτε νόμος της φύσης, ούτε μέρος κάποιας εθνικής κουλτούρας• είναι ένα έγκλημα των ισχυρών κατά των ευάλωτων. Η αλλαγή είναι απαραίτητη, εφικτή, αλλά και επιτακτική. Όλες οι δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις, από την αριστερά έως τη δεξιά, η κοινωνία των πολιτών και τα μέσα ενημέρωσης θα πρέπει να ενωθούν στη μάχη για την αλλαγή της διεφθαρμένης ελληνικής πραγματικότητας.

*Ολλανδή πολιτικός, πρώην ευρωβουλευτής (Volt)