Με αφορμή τη συμπλήρωση ενός αιώνα από την ίδρυσή της, η Ακαδημία Αθηνών ανοίγει έναν νέο κύκλο διεθνούς διαλόγου, φιλοξενώντας στις 9 και 10 Φεβρουαρίου το Εναρκτήριο Συμπόσιο του «Διεθνούς Κοινού των Ακαδημιών». Πρόκειται για την επίσημη έναρξη ενός νέου θεσμού που φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως μόνιμη πλατφόρμα ανταλλαγής ιδεών ανάμεσα σε Ακαδημίες και διακεκριμένες προσωπικότητες από τον χώρο της επιστήμης, των γραμμάτων και των τεχνών σε παγκόσμιο επίπεδο.
Το νέο αυτό σχήμα συγκροτείται με τη συμμετοχή 36 Ακαδημιών από διαφορετικές χώρες, στοιχείο που αποτυπώνει από την πρώτη στιγμή τον διεθνή του χαρακτήρα. Στόχος του δεν είναι η παραγωγή εύκολων συμπερασμάτων, αλλά η καλλιέργεια ενός ουσιαστικού, διεπιστημονικού διαλόγου γύρω από τα μεγάλα ζητήματα της εποχής, σε μια περίοδο όπου οι τεχνολογικές, περιβαλλοντικές και κοινωνικές αλλαγές αναδιαμορφώνουν τις ανθρώπινες κοινωνίες.

Οι εργασίες του Συμποσίου εκτείνονται σε ένα ευρύ φάσμα γνωστικών πεδίων: από τις θετικές και θεωρητικές επιστήμες έως τις ανθρωπιστικές σπουδές και τις τέχνες. Στο επίκεντρο τίθενται σύγχρονες παγκόσμιες προκλήσεις, όπως οι επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης, η κλιματική κρίση, η διαχείριση και προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και η ανθεκτικότητα των κοινωνιών στο πλαίσιο του Ανθρωπόκαινου.
Το Εναρκτήριο Συμπόσιο σηματοδοτεί την απαρχή ενός κύκλου συναντήσεων που προγραμματίζεται να επαναλαμβάνεται ανά τετραετία, με κορύφωση την Παγκόσμια Ολυμπιάδα του Πνεύματος. Φιλοδοξία του εγχειρήματος είναι να επανατοποθετήσει την Αθήνα –και συμβολικά τον χώρο της Ακαδημίας του Πλάτωνα– στο επίκεντρο ενός διεθνούς διαλόγου για τη γνώση, τον πολιτισμό και το μέλλον των κοινωνιών.
Η ανθεκτικότητα των μνημείων απέναντι στην κλιματική αλλαγή
Στο πλαίσιο της προετοιμασίας του Εναρκτήριου Συμποσίου του «Διεθνούς Κοινού των Ακαδημιών», ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στα επιστημονικά δεδομένα που αφορούν τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης στα μνημεία παγκόσμιας πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς της Μεσογείου. Η κλιματική αλλαγή αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα που απειλεί την ανθεκτικότητα μνημείων υψηλής ιστορικής και πολιτιστικής αξίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο καθηγητής Χρήστος Ζερεφός, Εθνικός Εκπρόσωπος για την Κλιματική Αλλαγή, και Πρόεδρος του Δ.Σ. του Διεθνούς Κοινού των Ακαδημιών, ενόψει του συμποσίου, θα μιλήσει για τα βασικά ευρήματα πρόσφατης μελέτης που εστιάζει στη συνολική έκθεση των μεσογειακών μνημείων της UNESCO σε κλιματικούς και γεωφυσικούς κινδύνους:
«Η μελέτη Climate Crisis and Our Efforts to Monitor its Effects at the Mediterranean UNESCO Heritage Monuments παρουσιάζει την ευαλωτότητα των μεσογειακών μνημείων πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς της UNESCO, χρησιμοποιώντας έξι κλιματικούς δείκτες και έναν σεισμολογικό δείκτη.
Η μελέτη δεν εξετάζει τους κινδύνους αποσπασματικά, αλλά επιχειρεί μια συνολική αποτίμηση των πιέσεων που δέχονται τα μνημεία, αναδεικνύοντας τόσο τη συσσώρευση απειλών όσο και τις γεωγραφικές ανισότητες στην κατανομή τους.
Όπως τονίζει ο κ. Ζερεφός, «οι κλιματικοί δείκτες αντιστοιχούν στην ακραία θερμότητα, τον κίνδυνο πυρκαγιών, τα ακραία φαινόμενα βροχόπτωσης –όπως πλημμύρες και κατολισθήσεις–, την ξηρασία, τις φθορές από παγετό και την άνοδο της στάθμης της θάλασσας, ενώ ο σεισμικός κίνδυνος αποτυπώνεται μέσω της μέγιστης εδαφικής επιτάχυνσης».
Παράλληλα, επισημαίνει ότι «όλοι οι κλιματικοί κίνδυνοι αναμένεται να ενταθούν στο μέλλον, με σαφώς ισχυρότερες επιπτώσεις στο σενάριο μη μετριασμού RCP8.5. Η σωρευτική επίδραση των κλιματικών και σεισμικών κινδύνων αξιολογείται μέσω ενός ολοκληρωμένου δείκτη επικινδυνότητας, ο οποίος αναδεικνύει μνημεία που εκτίθενται σε πολλαπλούς και αλληλεπιδρώντες κινδύνους. Στο δυσμενέστερο σενάριο, 35 μνημειακοί χώροι κατατάσσονται στην κατηγορία “υψηλού κινδύνου” και 12 στην κατηγορία “ακραίου κινδύνου”, κυρίως σε παράκτιες περιοχές και στην ανατολική Μεσόγειο.»
Ποίηση, αθανασία και εξουσία
Στο θεωρητικό και ιστορικό βάθος της σχέσης ανάμεσα στη λογοτεχνία, την εξουσία και τη διάρκεια στον χρόνο θα εστιάσει η παρέμβαση του ακαδημαϊκού Θεόδωρου Δ. Παπαγγελή, ομότιμου καθηγητή Λατινικής Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, η οποία θα προσεγγίσει την έννοια της ποιητικής διαχρονικότητας μέσα από τη μετάβαση από την αρχαϊκή και λυρική ελληνική ποίηση στη λογοτεχνική παραγωγή της Αυγουστιανής περιόδου.
«Έλληνες ποιητές όπως ο Πίνδαρος, ο Βακυλίδης, ο Σιμωνίδης και η Σαπφώ εκφράζουν επανειλημμένα την πεποίθηση ότι η ποίηση ξεπερνά σε διάρκεια τα άλλα ανθρώπινα επιτεύγματα και προσφέρει μια μορφή αθανασίας. Οι ποιητές της Αυγουστιανής περιόδου επαναλαμβάνουν αυτή την προσδοκία για την ποιητική διαχρονικότητα και την αναμενόμενη κλασική κατάταξη, αλλά την διαμορφώνουν με έναν ξεχωριστό τρόπο, συνδέοντας την ποιητική αντοχή με τη μακροβιότητα της αυτοκρατορίας. Αυτή η ιδεολογική μετατόπιση συνδέεται με μια αναδυόμενη έννοια της καθολικότητας, η οποία υπογραμμίζει όχι μόνο τις Αυγουστιανές αφηγήσεις της πολιτικής εξουσίας, αλλά και μια σύγχρονη ιστοριογραφική τάση να αντιλαμβάνεται κανείς την ιστορία σε παγκόσμια κλίμακα.»
Η προσέγγιση αυτή αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η λογοτεχνία λειτουργεί όχι μόνο ως καλλιτεχνική έκφραση, αλλά και ως φορέας ιδεολογίας και ιστορικής αυτοσυνειδησίας, φωτίζοντας τις διαχρονικές συνδέσεις ανάμεσα στην πολιτιστική δημιουργία και τις αφηγήσεις εξουσίας σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους.
Από την Απόδειξη στην Ευδαιμονία
Η σύνδεση των κλασικών φιλοσοφικών εννοιών με τις σύγχρονες επιστήμες προσφέρει μια ενδιαφέρουσα γέφυρα ανάμεσα στη θεωρία και την πρακτική έρευνα. Στο πλαίσιο αυτό, ο μαθηματικός και πανεπιστημιακός Αθανάσιος Σ. Φωκάς, διερευνά πώς οι βασικές αρχές της αρχαίας ελληνικής σκέψης μπορούν να φωτίσουν τη σημερινή κατανόηση της ανθρώπινης νόησης και συμπεριφοράς.
Συγκεκριμένα:
«Τα θεμελιώδη επιτεύγματα της αρχαίας ελληνικής σκέψης, συμπεριλαμβανομένης της εκτίμησης της σημασίας του κρυμμένου, καθώς και των αριστοτελικών εννοιών της αρχής της μορφής και της ευδαιμονίας, τοποθετούνται στο σύγχρονο πλαίσιο της μοριακής βιολογίας και των νευροεπιστημών. Μάλιστα, η αναζήτηση του κρυμμένου συζητείται σε σχέση με την τρέχουσα αντίληψη ότι οι ασυνείδητες διαδικασίες και οι συνειδητές εμπειρίες αποτελούν ένα συνεχές. Παράλληλα, η θέση του Αριστοτέλη ότι τα διακριτικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων είναι η ικανότητά τους για στοχασμό και πράξη, σχετίζεται με την υπόθεση ότι η κύρια διαφορά μας από τους εξελικτικούς μας προγόνους είναι η προδιάθεσή μας να κατασκευάζουμε μετα-αναπαραστάσεις.»
Η προσέγγιση αυτή αναδεικνύει πώς η φιλοσοφία και οι σύγχρονες επιστήμες μπορούν να αλληλοσυμπληρώνονται, προσφέροντας μια βαθύτερη κατανόηση της ανθρώπινης νόησης, των συνειδητών και ασυνείδητων διαδικασιών, καθώς και των μοναδικών χαρακτηριστικών που διαφοροποιούν τον άνθρωπο από τους προγόνους του.
Από την αρχαία ελληνική σκέψη μέχρι τις σύγχρονες επιστήμες, το Συμπόσιο της Ακαδημίας των Αθηνών, αναδεικνύει την αέναη προσπάθεια του ανθρώπου να κατανοήσει τον κόσμο και να αφήσει ένα αποτύπωμα διαχρονικότητας. Η συνάντηση αυτή συνδέει τη γνώση με την αξία της υπευθυνότητας και της διαχρονικής δημιουργίας.



