Η ολοκλήρωση της ανάπτυξης της νέας μεθοδολογίας και των Οδηγών Κατάρτισης για τις Σχολές Ανώτερης Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΣΑΕΚ) συνιστά ένα από τα σημαντικότερα και πιο απαιτητικά εγχειρήματα που έχουν υλοποιηθεί ποτέ στον χώρο της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης στη χώρα μας. Για πρώτη φορά συγκροτήθηκε ένα ενιαίο, συστηματικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο πλαίσιο κατάρτισης, κοινό για όλες τις ΣΑΕΚ, δημόσιες και ιδιωτικές, με στόχο τη βελτίωση της μαθησιακής διαδικασίας, την υποστήριξη των εκπαιδευτών και την ουσιαστική σύνδεση της κατάρτισης με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας.

Οι νέοι Οδηγοί Κατάρτισης, τα νέα εκπαιδευτικά εγχειρίδια και οι Τράπεζες Θεμάτων για την πιστοποίηση αποφοίτων ΣΑΕΚ σχεδιάστηκαν με σαφή προσανατολισμό στα μαθησιακά αποτελέσματα, ενσωματώνοντας την επαγγελματική πραγματικότητα σε όλα τα στάδια της κατάρτισης. Έτσι, οι απόφοιτοι αποκτούν δεξιότητες με πραγματική αξία και αναγνωρισιμότητα στην αγορά εργασίας. Με τον τρόπο αυτό, το σύστημα μεταβαίνει από διαφορετικές «ταχύτητες» και άνισες πρακτικές σε ένα κοινό σημείο αναφοράς για όλους: ίσους όρους κατάρτισης, σαφή επαγγελματικά περιγράμματα και αξιόπιστη πιστοποίηση. Παράλληλα, οι εκπαιδευτές αποκτούν εργαλεία που υποστηρίζουν ουσιαστικά το παιδαγωγικό τους έργο και όχι απλώς τη διοικητική συμμόρφωση.

Ωστόσο, το πιο κρίσιμο στοιχείο του έργου, κατά την άποψή μου, δεν είναι μόνο το περιεχόμενό του, αλλά ο τρόπος με τον οποίο υλοποιήθηκε. Η Πολιτεία επέλεξε να αξιοποιήσει θεσμικά τη γνώση και την εμπειρία των Κοινωνικών Εταίρων, όχι επικουρικά, αλλά στον πυρήνα του σχεδιασμού. Για πρώτη φορά εφαρμόζεται σε τέτοια έκταση ένα μοντέλο όπου η Πολιτεία, η επιστημονική κοινότητα και οι Κοινωνικοί Εταίροι συνδιαμορφώνουν πολιτική με δομημένο, διαφανή και ποιοτικά ελεγχόμενο τρόπο. Η σύμπραξη του επιστημονικού ινστιτούτου της ΓΣΕΕ με τα επιστημονικά ινστιτούτα των εργοδοτικών φορέων, υπό την εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας, συγκρότησε ένα σχήμα που συνέδεσε την επιστημονική επάρκεια με τη γνώση της αγοράς εργασίας. Περισσότεροι από 1.400 επιστημονικοί και επαγγελματικοί συνεργάτες συνέβαλαν στην ανάπτυξη Οδηγών, Τραπεζών Θεμάτων, αλλά και εργαλείων επικαιροποίησης. Το μέγεθος αυτό δεν αποτελεί απλώς ένα ποσοτικό στοιχείο· αποτυπώνει την πολυπλοκότητα και τη σοβαρότητα της παρέμβασης.

Και υπάρχει και κάτι ακόμα που αξίζει να αναδειχθεί για το εν λόγω εγχείρημα: πληροί τις βασικές προϋποθέσεις καλής δημόσιας πολιτικής. Διαθέτει σαφή στοχοθεσία, μετρήσιμα αποτελέσματα και μηχανισμούς αξιολόγησης και συνέχειας. Δεν εξαρτάται από πρόσωπα, αλλά από θεσμούς· δεν εξαντλείται στον σχεδιασμό, αλλά προβλέπει εφαρμογή και επικαιροποίηση. Το έργο αυτό δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική αναβάθμιση εκπαιδευτικών εργαλείων. Συνιστά μια καλή πρακτική δημόσιας πολιτικής, με δυναμική να λειτουργήσει ως εθνικό πρότυπο και να αποτελέσει σημείο αναφοράς και για άλλα ευρωπαϊκά συστήματα επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Η ουσιαστική πρόκληση πλέον είναι η πλήρης αξιοποίησή του. Η επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση μπορεί να καταστεί συνειδητή επιλογή υψηλής αξίας μόνο εφόσον συνδυάζει ποιότητα με πραγματικές προοπτικές απασχόλησης, κάτι το οποίο θα της δώσει την κοινωνική αναγνώριση που ακόμα αναζητά. Το έργο αυτό δείχνει ότι η μετάβαση είναι εφικτή. Και αποδεικνύει ότι όταν η δημόσια πολιτική σχεδιάζεται με επιστημονική τεκμηρίωση, θεσμική συνεργασία και μακροπρόθεσμο ορίζοντα, μπορεί να αφήσει αποτύπωμα που υπερβαίνει κυβερνητικές θητείες και εθνικά σύνορα.

*Η Ιωάννα Λυτρίβη, PhD, είναι βουλευτής Επικρατείας με τη ΝΔ, τ. υφυπουργός Παιδείας