Συνδαιτυμόνες από την κόλαση

Το ηλικιωµένο ζευγάρι αρχικά κάθισε δίπλα µας.

Συνδαιτυμόνες από την κόλαση | tovima.gr
Το ηλικιωµένο ζευγάρι αρχικά κάθισε δίπλα µας. Δεν του άρεσε, όμως, το τραπέζι που του έδωσαν. Ο σερβιτόρος έσπευσε να τους μεταφέρει σε άλλο. «Αυτό;». «Καλό είναι» γρύλισε ο κύριος χωρίς να τον κοιτάζει. Η κυρία κάθισε, για να πεταχτεί αμέσως: «Κάτι με φυσάει». Ο σερβιτόρος τούς οδήγησε σε άλλο τραπέζι, πάντα ευγενέστατος. «Εδώ έχει αντηλιά». Γύρισαν όλη την αίθουσα, ώσπου κατέληξαν πίσω μας. Πάντα αγέλαστοι, κάθισαν κοιτώντας μας σχεδόν με τρόμο – «Mην έχουν Η1Ν1; Μην είναι πρόσφυγες; Μήπως ψηφίζουν Φώφη;». Αν και τις θεωρίες με τα ενεργειακά κύματα δεν τις πολυπιστεύω, αισθάνθηκα, νομίζω, την αρνητική ενέργειά τους να γεμίζει τον χώρο.
Προσπάθησα να συνεχίσω την κουβέντα με τους φίλους μου, έχω όμως ένα ελάττωμα: όταν κάτι τραβήξει την προσοχή μου, δύσκολα ξεκολλώ. Ετσι βρέθηκα να ακούω τους… πισινούς μας. «Τι θα πάρεις;». «Σούπα. Αλλά θα είναι αλμυρή σαν την προηγούμενη φορά». «Τότε να μην πάρεις σούπα». «Τι να πάρω;». «Μακαρονάδα». «Δεν θέλω σάλτσες. Εσύ τι θα πάρεις;». «Μπριζόλα». «Εγώ σούπα. Πάλι μπριζόλα;». «Τι άλλο;». «Εγώ θα σου πω;». «Να πάρω μακαρόνια σαν εσένα;». «Δεν θα πάρω μακαρόνια, σου είπα. Σούπα θέλω, αλλά λες πως είναι αλμυρή». «Δεν το είπα εγώ». «Ποιος το είπε, εγώ;». «Ναι». «Θα με τρελάνεις τώρα;».

Μεγάλοι άνθρωποι, σκέφτηκα, μια τα χάνουν μια τα βρίσκουν. Στο μεταξύ, είχε επιστρέψει ο σερβιτόρος για να πάρει παραγγελία, δηλαδή για να ζήσει ένα βασανιστικό δεκάλεπτο: «Είναι μαλακό το κρέας σου;». «Δεν έχεις σούπα; Τώρα μου τα χαλάς!». «Οχι, δεν θέλουμε ψωμί. Ή μήπως θέλουμε; Καλά, φέρε μας, ή μάλλον άσ’ το, δεν χρειάζεται, δηλαδή φέρε λίγο, όχι πολύ…». Στο μεσοδιάστημα ο νεαρός είχε φέρει εμφιαλωμένο νερό. Το πήρε πίσω γιατί του ζήτησαν νερό βρύσης. Πλησίαζε με την κανάτα όταν η κυρία αποφάσισε: «Φέρε καλύτερα το εμφιαλωμένο». «Εγώ θα της είχα ρίξει μέσα υγρό για τα πιάτα, να πίνει και να αφρίζει» σχολίασε μια φίλη, γιατί είχαμε αρχίσει όλοι να παρακολουθούμε το τραγικοκωμικό μονόπρακτο: «Νεαρέ, δυναμώνεις λίγο τη θέρμανση;». «Σαν πολύ δεν ζέστανε;

Κλείσ’ το και το ξανανάβεις αργότερα». «Παιδί, πιάσε λίγο ψωμί ακόμη». «Χαμήλωσε τη μουσική, δεν μπορούμε να μιλήσουμε». «Το κόκκινό σου είναι βαρύ, φέρε να δοκιμάσω ένα ποτήρι λευκό». «Θα πουντιάσουμε εδώ μέσα, να κλείσει τη θέρμανση του είπα, όχι να ανοίξει το παράθυρο!». «Πιάσε μισή μερίδα κολοκυθάκια. Τι, δεν έχεις; Αμα έχεις ολόκληρη, έχεις και μισή!».

Ενώ ο κύριος και η κυρία βασάνιζαν ηδονικά όποιον υπάλληλο περνούσε, στο μπροστινό τραπέζι ήρθε μια μεγάλη οικογένεια με παππούδες, γιαγιάδες και εγγόνια. Η οποία άρχισε να ζητάει ειδικά καρεκλάκια για τα μωρά, να απλώνεται στα γύρω τραπέζια για να έχουν χώρο τα παιδιά να ζωγραφίσουν, να δοκιμάζει όλα τα κρασιά χωρίς να μπορεί να καταλήξει, να αλλάζει τα πιάτα του μενού: «Θα μου φέρεις τα σουτζουκάκια, αλλά χωρίς πατάτες, με βλίτα», «Εμένα το ψαρονέφρι, αλλά αντί για ψητό ψωμί να βάλεις μια αλάδωτη πίτα», «Η σαλάτα να μην έχει σος, μόνο ελαιόλαδο, και το τυρί χώρια». Στο «Πιάσε και δύο τασάκια», οι ηλικιωμένοι τού πίσω τραπεζιού σχολίασαν τόσο δυνατά ώστε να ακουστούν πάνω από τα παιδάκια που χαλούσαν τον κόσμο «Μα, δεν απαγορεύεται το τσιγάρο; Για όνομα!». Οι άλλοι έκαναν πως δεν κατάλαβαν και άναψαν, οι ηλικιωμένοι φώναξαν τον ιδιοκτήτη και διαμαρτυρήθηκαν (εδώ θα πάρω το μέρος τους), εκείνος δεν ήξερε τι να κάνει ώστε να είναι όλοι ικανοποιημένοι.

Πληρώσαµε και βγήκαµε, σχολιάζοντας με θαυμασμό την υπομονή και τον επαγγελματισμό των ηρωικών σερβιτόρων που καλούνται να ανταποκριθούν σε τέτοιες επιτραπέζιες… εμπόλεμες συρράξεις – λυπάμαι τα νέα παιδιά που λόγω κρίσης αναγκάζονται να κάνουν παρόμοιες δουλειές! Σχολιάσαμε, επίσης, πόσο αγενείς και αδιάφοροι (έως και τυραννικοί) έχουμε γίνει για τον διπλανό μας. Σφηνωμένοι ανάμεσα στις δύο ανεκδιήγητες οικογένειες, παρατηρούσαμε επί ώρα ανθρώπους που δεν είχαν βγει έξω για να περάσουν καλά αλλά για να βασανίσουν τους άλλους, και εκείνους που έπρεπε να τους εξυπηρετήσουν και εμάς που θέλαμε να φάμε και να συζητήσουμε με την ησυχία μας. Θυμήθηκα την ταινία όπου ο Θανάσης Βέγγος σε ρόλο γκαρσονιού φέρνει καπέλο μια ωραιότατη μακαρονάδα στο παιδάκι που τον είχε καταταλαιπωρήσει. Μαζί του!

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 5 Μαρτίου 2017.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk