«Μεγάλη διπλωματική επιτυχία, η οποία δίνει χρόνο, χρήμα και ασφάλεια και στις δύο πλευρές» είναι η συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν, λέει μιλώντας στο «Βήμα» ο δρ Τρίτα Πάρσι, πρόεδρος του Εθνικού Ιρανο-Αμερικανικού Συμβουλίου (NIAC) και συγγραφέας του βιβλίου «Η διπλωματία του Ομπάμα με το Ιράν» (2012).
«Και οι δύο έκαναν σημαντικούς συμβιβασμούς. Το Ιράν θα μειώσει τον αριθμό των συσκευών φυγοκέντρησης κατά τα 2/3, και αποδέχθηκε πρωτοφανείς διεθνείς επιθεωρήσεις. Η αμερικανική πλευρά είχε συμφωνήσει εκ των προτέρων σε χαλάρωση των κυρώσεων. Ετσι, οι Ιρανοί εξασφάλισαν μεγάλη ανάσα για την οικονομία τους, ενώ η κυβέρνηση Ομπάμα κέρδισε χρόνο, τουλάχιστον μία 10ετία, μέχρι να λήξουν οι περιορισμοί. Η επίτευξη μιας καλύτερης συμφωνίας από αυτήν απλά δεν είναι ρεαλιστική» τονίζει ο Πάρσι.
«Σηματοδοτεί επίσης και την πρώτη φορά μετά από σχεδόν 200 χρόνια στα οποία το Ιράν έκανε διαπραγματεύσεις με τις παγκόσμιες δυνάμεις για μια μεγάλη σύγκρουση και δεν έχασε. Μόλις λήξει η συμφωνία, το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν αυτό της Ιαπωνίας ή της Σουηδίας. Μετά από δεκαετίες αντιπαράθεσης, η Τεχεράνη μπορεί να λέει στο εσωτερικό ότι πέτυχε εκεί που άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής έχουν αποτύχει: οδήγησε τις μεγάλες δυνάμεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, όπου επιβεβαιώθηκαν και έγιναν σεβαστά τα δικαιώματα, η ανεξαρτησία και η αξιοπρέπεια του Ιράν» εκτιμά ο Πάρσι.
«Αμερικανοί νεοσυντηρητικοί, ισραηλινοί ιέρακες και άραβες δικτάτορες στοιχειώνονται από τον ίδιο εφιάλτη: ύστερα από μια πυρηνική συμφωνία, οι ΗΠΑ και το Ιράν θα συγκλίνουν προς μια σιωπηρή συμμαχία, κατά την οποία οι Αμερικανοί θα προδώσουν τις δεσμεύσεις ασφαλείας προς ιστορικούς συμμάχους τους στη Μέση Ανατολή (σ.σ.: Σαουδική Αραβία, Αίγυπτο, Τουρκία, Ισραήλ). Αλλά αν το εθνικό συμφέρον ασφαλείας της Αμερικής βρίσκεται σε μια σταθερή Μέση Ανατολή που θα απορρίπτει τον ριζοσπαστισμό των τζιχαντιστών, ο δρόμος περνάει αναγκαστικά μέσα από την Τεχεράνη. Στην πραγματικότητα, ο λόγος για τον οποίο η κυβέρνηση Ομπάμα εγκατέλειψε την οδό των κυρώσεων ήταν επειδή συνειδητοποίησε ότι επιμένοντας στην ιρανική συνθηκολόγηση ήταν πιο πιθανό να οδηγήσει την κατάσταση σε έκρηξη παρά σε σταθερότητα. Και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο αψηφά την πίεση –είτε προέρχεται από τη Γερουσία των ΗΠΑ είτε από τον πρωθυπουργό του Ισραήλ –να επιστρέψει σε αυτή την πολιτική. Αυτό που δεν είχαν υπολογίσει σωστά τα γεράκια ήταν η ικανότητα του Ιράν να αντισταθεί και να αντεπιτεθεί. Οταν η Ουάσιγκτον επέβαλε στο Ιράν το πιο ολοκληρωμένο καθεστώς κυρώσεων στην Ιστορία, η Τεχεράνη δεν συνθηκολόγησε. Αντίθετα, ανταποκρίθηκε στην πίεση με πίεση. Η συνέχεια θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε επικίνδυνη κλιμάκωση» καταλήγει ο συνομιλητής μας.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



