Το χρέος μας και το χρέος της νέας κυβέρνησης

Εδώ και πέντε χρόνια μονοπωλεί τον δημόσιο διάλογο. Κι όμως, παρά τις αιματηρές θυσίες που κάναμε, όχι μόνο δεν μειώθηκε, αλλά… διπλασιάστηκε (μαζί με το PSI)!

Το χρέος μας και το χρέος της νέας κυβέρνησης | tovima.gr
Εδώ και πέντε χρόνια μονοπωλεί τον δημόσιο διάλογο. Κι όμως, παρά τις αιματηρές θυσίες που κάναμε, όχι μόνο δεν μειώθηκε, αλλά… διπλασιάστηκε (μαζί με το PSI)! Τι έφταιξε λοιπόν; Αφού κάναμε το «αυτονόητο». Μειώσαμε τα έξοδα και αυξήσαμε τα έσοδα. Τι έχουν τα έρμα και ψοφάνε;
Το πρόβλημα είναι μεθοδολογικής φύσεως. Απομονώσαμε τον κρατικό προϋπολογισμό από την υπόλοιπη οικονομία και προσπαθήσαμε να τον εξυγιάνουμε βίαια χωρίς να σκεφτούμε τις αρνητικές επιπτώσεις στον ήδη προβληματικό ιδιωτικό τομέα. Η δραστική μείωση δαπανών και αύξηση φόρων αφαίρεσε αντίστοιχη αγοραστική δύναμη από το οικονομικό κύκλωμα, μειώνοντας δραματικά τη ζήτηση. Το πλήγμα ήταν μοιραίο για την ελληνική οικονομία, που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εγχώρια ζήτηση και όχι στις εξαγωγές.
Το ελληνικό πρόγραμμα ήταν εκ κατασκευής λανθασμένο. Το αναγνώρισε και η τρόικα. Στο βαθμό που επιτυγχάνεται – είπε – ο στόχος ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας μέσω εσωτερικής υποτίμησης, διογκώνεται το χρέος. Εξ ου και τα τραγικά αποτελέσματα: ρεκόρ ύφεσης, ανεργίας και χρέους, χωρίς βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Αλλά η κυβέρνηση εθελοτυφλεί. Αντί να κάνει αυτοκριτική, πανηγυρίζει. Πρώτον, γιατί πέτυχε πρωτογενές πλεόνασμα. Και δεύτερον, γιατί τα αποτελέσματα θα ήταν πολύ χειρότερα αν άκουγε την αντιπολίτευση.
Το πρώτο επιχείρημα δείχνει οικονομική και ιστορική ασχετοσύνη. Σε περιόδους ύφεσης δεν εφαρμόζεις πολιτική πλεονασματικού προϋπολογισμού, πολιτική βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής, γιατί κατά πάσα πιθανότητα θα προκαλέσεις Μεγάλη Υφεση (Great Depression). Το λέει ο Κέινς και ακόμα καλύτερα ο Φίσερ, ο οποίος τονίζει ότι οι Μεγάλες Υφέσεις προκαλούνται μέσω του αποπληθωρισμού, που διογκώνει την πραγματική αξία των χρεών. Αποτέλεσμα; «Οσο περισσότερα πληρώνουν οι οφειλέτες τόσο περισσότερα χρωστάνε»! Φαίνεται όμως ότι το σκιάχτρο του αποπληθωρισμού δεν πτοεί τους ημεδαπούς φωστήρες. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς ότι αποτελεί επίσημο στόχο(!) του ελληνικού προγράμματος, χωρίς να αντιδρά κανείς; Ούτε η αντιπολίτευση.
Το δεύτερο επιχείρημα ξεφεύγει από τα όρια της επιστημονικής κριτικής. Οι οικονομικές πολιτικές αξιολογούνται με ορθολογικά κριτήρια. Συγκρίνοντας τα συγκεκριμένα, μετρήσιμα, αποτελέσματά τους με τους συγκεκριμένους, μετρήσιμους, στόχους. Οχι με μη επαληθεύσιμες ή διαψεύσιμες υποθέσεις… Χρέος της επόμενης κυβέρνησης είναι να καταργήσει την (αποδεδειγμένα) καταστροφική αυτή πολιτική και να επιδιώξει μια ουσιαστική αναδιάρθρωση του χρέους. Είναι εφικτή μια τέτοια στρατηγική υπό τις παρούσες συνθήκες; Νομίζω ναι. Προφανώς με μεγάλες δυσκολίες. Αποτελεί όμως μονόδρομο. Δεν υπάρχει άλλη λύση.
Στις διαπραγματεύσεις για το χρέος θα γίνουν παραχωρήσεις. Εκκρεμεί άλλωστε η σχετική υπόσχεση για το πρωτογενές πλεόνασμα που πετύχαμε. Δεν υλοποιήθηκε γιατί η κυβέρνηση αυτή πνέει τα λοίσθια. Δεν αρκεί όμως η αναδιάρθρωση. Χρειάζεται και αλλαγή πολιτικής. Γιατί η λιτότητα πυροδοτεί το χρέος και το χρέος εμποδίζει την ανάκαμψη. Το μεγαλύτερο πάντως ρίσκο είναι η συνέχιση της ευρωλιτότητας. Οδηγεί εκ του ασφαλούς σε διάλυση ή συρρίκνωση της ευρωζώνης, με πρώτο θύμα την Ελλάδα. Άρα είναι χρέος μας να βάλουμε στην ευρωπαϊκή ατζέντα το θέμα της λιτότητας και του χρέους…
Ο κ. Γιώργος Δουράκης είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk