Ο θάνατός σου, η ζωή μου

«Δεν υπάρχουν καλοί και κακοί σε αυτή την ιστορία» δήλωσαν οι σκηνοθέτες Ζαν-Πιερ και Λικ Νταρντέν για την ιστορία της τελευταίας ταινίας τους, και αυτή ακριβώς είναι η απόλυτη αλήθεια.

«Δεν υπάρχουν καλοί και κακοί σε αυτή την ιστορία» δήλωσαν οι σκηνοθέτες Ζαν-Πιερ και Λικ Νταρντέν για την ιστορία της τελευταίας ταινίας τους, και αυτή ακριβώς είναι η απόλυτη αλήθεια. Το τελευταίο δράμα των δύο «αυτοκόλλητων» αδελφών από το Βέλγιο (ένα από τα πιο πολιτικοποιημένα ντουέτα σκηνοθετών όλων των εποχών) καταπιάνεται με τα επίκαιρα και καυτά ζητήματα της μισθοδοσίας και της διατήρησης εργασίας στο σήμερα, μια εποχή δύσκολη για κάθε εργαζόμενο – μισθωτό και μη. Κεντρικό πρόσωπο της ταινίας είναι η Σάντρα (Μαριόν Κοτιγιάρ), μια νεαρή παντρεμένη γυναίκα η οποία μέσα στον ελάχιστο χρόνο που έχει στη διάθεσή της καλείται να τα βγάλει πέρα στη μεγαλύτερη ως σήμερα δοκιμασία της ζωής της: να σώσει τη δουλειά της. Θα πρέπει να πείσει τους συναδέλφους της να θυσιάσουν το οικονομικό μπόνους που πρόκειται να πάρουν γιατί μόνο έτσι η ίδια θα μπορέσει να πληρωθεί…
Το ενδεχόμενο της αφήγησης μιας τέτοιας ιστορίας απασχολούσε δέκα ολόκληρα χρόνια τους αδελφούς Νταρντέν, οι οποίοι όμως δεν χρειάστηκαν παραπάνω από μερικούς μήνες για να ολοκληρώσουν το σενάριο. Η ιδέα που συνέλαβαν είναι εμπνευσμένη από περιστατικά διαφορετικών πραγματικών ιστοριών στον χώρο των εργαζομένων. Ενα από τα θέματα που αγγίζει, ίσως το βασικότερο, είναι ο σκληρός, βίαιος, ακόμη και απάνθρωπος ανταγωνισμός ανάμεσα σε συναδέλφους, φαινόμενο που βεβαίως δεν παρατηρείται μόνο στο Βέλγιο αλλά σε όλον τον κόσμο.
Η ταινία, από την οποία δεν μπορείς να «πετάξεις» ούτε δευτερόλεπτο, βουτά με μια απίστευτη (και ενδεχομένως ενοχλητική, καθότι ειλικρινής) όρεξη στις λεπτομέρειες και μέσα σε ελάχιστο χρόνο καταφέρνει να εξετάσει όλες τις πλευρές του ζητήματος χωρίς να κρίνει κανέναν αλλά αφήνοντας τον θεατή να δώσει τις δικές του απαντήσεις και ερμηνείες.
Διότι, όπως συμβαίνει στις ταινίες του Κεν Λόουτς, έτσι και στους αδελφούς Νταρντέν απόλυτες απαντήσεις δεν μπορούν να υπάρξουν, πόσω μάλλον να δοθούν με ευκολία. Για παράδειγμα, κάθε συνάδελφος της Σάντρα – την οποία υποδύεται με ένα ηλεκτρισμένο πάθος η Κοτιγιάρ – μπορεί να δώσει μια πολύ καλή δικαιολογία ώστε να στηρίξει τους λόγους για τους οποίους δεν μπορεί να θυσιάσει τα χρήματα του μπόνους.
Στην πιο συγκλονιστική σκηνή του έργου δε ένας συνάδελφος δέρνει τη Σάντρα λέγοντάς της ότι ο δικός της μισθός σημαίνει μειωμένο εισόδημα για τη δική του οικογένεια! Ενα επίσης αξιοσημείωτο θέμα είναι ο ίδιος ο χαρακτήρας της Σάντρα που δεν αποτελεί πρότυπο εργαζομένου. Είναι «αδύναμη» και λιγότερο παραγωγική από τους υπολοίπους. Και χωρίς τη συμμετοχή του συνδικαλιστή συζύγου της (Φαμπρίτσιο Ροντζιόνε) η δυσκολία να βρει τη φωνή που χρειάζεται θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη.
Τελικά ο μεγαλύτερος αντίπαλος σε αυτή τη μάχη που δίνει δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον μαλθακό εαυτό της που θα πρέπει να αλλάξει για να επιβιώσει.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk