• Αναζήτηση

Ο κόσμος μας είναι «υπό διάλυση»

Eίναι η ιστορία μιας πόλης που σβήνει. Είναι η ιστορία πέντε ανθρώπων που κάθονται σε ένα δωμάτιο παρέα με ένα νεκρό σώμα. Ο χρόνος περνάει και αυτοί προσπαθούν να καταλάβουν τι θα κάνουν αυτό το σώμα που έχει αρχίσει και μυρίζει.

Ο ήλιος έξω από το παράθυρο καίει, ταραχές έχουν ξεσπάσει στο κέντρο της Αθήνας. Στο κέντρο της Αθήνας βρίσκονται και αυτοί οι πέντε. Η φοβισμένη νοικοκυρά, το ανήσυχο νιάτο με το αίμα που βράζει και με το χέρι έτοιμο να πετάξει ακόμα μία πέτρα στο σύστημα, η μορφωμένη 35αρα ψυχολόγος, το 20χρονο κορίτσι από το πρώην ανατολικό μπλοκ και ο βολεμένος υπάλληλος με την πάλαι ποτέ αριστερή ιδεολογία και την σημερινή ανύπαρκτη ηθική.
Αυτοί είναι οι πέντε πρωταγωνιστές της Καύσης, της πρώτης θεατρικής παράστασης του Στράτου Τζίτζη, του ανθρώπου που πριν μια δεκαετία σκηνοθετούσε τα «Η ζωή είναι ελέφαντας», «Σώσε Με» και «45 τμ». Αν και θεατρικό, είναι σκηνοθετημένο με κινηματογραφικό τρόπο, γρήγορο, ατακοδόρικο, με μαύρο χιούμορ και διάθεση σαρκαστική. Είναι μια φιλόδοξη παράσταση που βάζει στον δικό της κορβανά πολλά από τα πράγματα που απασχολούν καθημερινά τον κόσμο που βιώνει την κρίση στην Ελλάδα του 2013. Μιλά για την κοινωνία, τη γενιά που χάνεται σε κρίσεις, την πολιτική και τις διάφορες νοσηρές τάσεις που υπάρχουν εδώ σήμερα. Η all star πεντάδα των Μπρέμπου, Μαυρέα, Τρουφάκου, Χρανιώτη, Γεωργάκη στέκεται στο ύψος της και ακολουθεί ευλαβικά τις εντολές του «μαέστρου» Στράτου Τζίτζη μέσα στις τέσσερις γραμμές του θεάτρου Olvio, δημιουργώντας μια από τις παραστάσεις της χρονιάς. Για αυτή την παράσταση και για πολλά άλλα μας μιλά στο BHmagazino, ο Στράτος Τζίτζης.

Με ποια κριτήρια αποφάσισες να κάνεις θέατρο μετά από τρεις επιτυχημένες κινηματογραφικές ταινίες; Πόσο σε δυσκόλεψε αυτή η επιλογή;
Τα τελευταία χρόνια είχα αρχίσει να μπαίνω όλο και περισσότερο στη θεατρική σκέψη παρακολουθώντας όλο και περισσότερες παραστάσεις σαν θεατής. Επιασα τον εαυτό μου να ανεβαίνει πάνω στη σκηνή και να μπαίνει πίσω από τα παρασκήνια, να φαντάζεται έργα παιγμένα με θεατρικό τρόπο. Είχα αρχίσει να μαγεύομαι από την τέχνη του θεάτρου και συνέβη απρογραμμάτιστα -απλά σαν να ήμουν προετοιμασμένος για κάτι που θα έσκαγε στα ξαφνικά. Βοηθά και το έργο όμως γιατί διαδραματίζεται σε ένα χώρο που ουσιαστικά, όσοι συμμετέχουν είναι κλεισμένοι μέσα σε αυτόν. Είναι εύκολο να σε παραπέμψει σε κάτι θεατρικό.
Είναι τελικά ο κόσμος μας υπό διάλυση;
Η διάλυση που παρατηρούμε είναι ολοφάνερη. Κανένας δε μπορεί να πει ότι ζούμε σε μια εποχή σταθερότητας. Είναι μια εποχή αποσύνθεσης, ότι είχαμε πιστέψει και οι αρχές και οι αξίες πάνω στις οποίες είχαμε στηρίξει και βασίσει τις κοινωνικές μας συνθέσεις έχουν αυτή τη στιγμή διαλυθεί, καταρρέει όλο το οικοδόμημα. Στην Ελλάδα, το ελευθεριακό, το ψευτοσοσιαλιστικό, το καλοπερασάκικο πρόταγμα που είχε επικρατήσει, η ελευθερία μετά τις απαγορεύσεις της δικτατορίας, η ασυδοσία, η χλίδα και οι ψευτοιδεολογίες κατάρρευσαν. Μαζί τους παρέσυραν την οικονομία, τις πολιτικές και κοινωνικές σχέσεις και έτσι ξεπήδησαν νοσηρές τάσεις, ολοφάνερα συμπτώματα της αποσύνθεσης σαν τη Χρυσή Αυγή. Ολα αυτά θίγονται έμμεσα μέσα στο έργο. Το έργο είναι πολιτικό χωρίς να είναι πολιτικό το θέατρο που κάνουμε.
Η καύση είναι ένα τέλος και μια καινούρια αρχή. Αλλωστε ο αρχικός τίτλος ήταν «Τέλος Μετά». Η Καύση όμως είναι πιο δυνατό σαν τίτλος και σαν κατάσταση καθαρότητας. Καις κάτι και καθαρίζεις, χτίζεις κάτι καινούριο. Εχει να κάνει με την αμαρτία, την ενοχή. Εκανα μεγάλη έρευνα πριν γράψω το έργο και διαπίστωσα πως η ελληνική γελοιότητα δεν έχει τελειωμό. Ενώ, για παράδειγμα, υπάρχει πράξη νομοθετικού περιεχομένου που νομιμοποιεί τη διαδικασία αυτή και προβλέπει χώρους συγκεκριμένους που υποδέχονται όλους όσοι θέλουν να ταφούν με αυτό τον τρόπο, αυτό δε μπορεί να εφαρμοστεί. Τα δημοτικά συμβούλια μπορούν να αναιρέσουν τέτοιες αποφάσεις για να μη θιξούν διάφορες εύθικτες ομάδες. Οι νόμοι δεν εφαρμόζονται, κανένα μέτρο δεν ισχύει και όλα είναι ένα μπάχαλο που υποθάλπει ξεπερασμένες ιδεολογίες έχοντας μια παλαιοημερολογίτικη αντίληψη για τη θρησκεία. Πρόκειται για ένα έργο αλληγορικό, πέντε άτομα σε ένα σπίτι όλοι συνδεδεμένοι με το νεκρό, είναι μια αφαιρετική παράσταση. Αυτοί δε ξέρουν πώς να τελειώσουν με κάτι, πώς να θάψουν το νεκρό. Ετσι ξεκινούν και συζητάνε για θέματα πίστης. Με αυτόν τον τρόπο αποδεικνύεται η αδυναμία συμφωνίας όχι μόνο σε διαχειριστικό επίπεδο αλλά πρόκειται για μια δομική ασυμφωνία, κάτι που για μένα αποτελεί τον λόγο της κρίσης που βιώνουμε σήμερα. Αυτή η κατάσταση της διαφωνίας σε ένα τόσο κραυγαλέο γεγονός, σκέψου πως στο διπλανό δωμάτιο είναι ο νεκρός την ώρα που η πόλη φλέγεται, βγάζει το χαρακτήρα του μαύρου και της κωμωδίας. Είναι κάτι κουφό που το αντιμετωπίζουμε συχνά στην πραγματικότητα.
Αν γίνει κάποιο λάθος στο σινεμά, το διορθώνεις αυτό το λάθος την ώρα του μοντάζ. Στο θέατρο είναι διαφορετικά τα πράγματα γιατί όλα γίνονται σε πραγματικό χρόνο. Ως σκηνοθέτης πως αντιμετωπίζεις το θεατρικό ρόλο συγκριτικά με το κινηματογραφικό;
Το θέατρο δεσμεύει πολύ τους ηθοποιούς. Στην κινηματογράφιση η σχέση με τους ηθοποιούς που έχεις να δουλέψεις, μπορεί να τελειώσει με μόνο πέντε μέρες γυρισμάτων. Στη θεατρική παράσταση η δέσμευση που έχεις με τους ηθοποιούς είναι πολύ μεγαλύτερης διάρκειας. Στο θέατρο αν ο ηθοποιός δεν παίξει, υπάρχει πρόβλημα. Η σκηνή, δε δείχνει έλεος σε αδύναμους ηθοποιούς. Δεν είναι τυχαίο που το θέατρο ονομάζεται τέχνη του ηθοποιού. Ετσι το βίωσα από την πλευρά του σκηνοθέτη.
Τι κάνεις στο Βερολίνο;
Το Βερολίνο είναι ο τόπος που είμαι με την κόρη μου, είναι ο τόπος που συγκεντρώνομαι και γράφω. Αυτά που κάνω εδώ, στην Αθήνα, είναι το αποτέλεσμα των γραπτών μου. Είτε πρόκειται για σενάρια είτε για φιλοσοφικές αναζητήσεις. Γράφω πάρα πολύ, το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητας μου είναι συγγραφικό, μάλιστα δύο μεγάλες μου δουλειές τα «Υποθέσεις γενικής θεωρίας» και «Βασικές αρχές για την ερμηνεία της πραγματικότητας» είναι αναρτημένα στο διαδίκτυο. Την Καύση την έγραψα εκεί, αποφάσισα να ασχοληθώ μαζί της εγκαταλείποντας προσωρινά ένα σενάριο που έγραφα τότε για ένα έργο που θα διαδραματιζόταν στο Βερολίνο. Ηρθαν όμως τα γεγονότα της Μαρφιν -ταράχτηκα και άρχισα να γράφω την Καύση. Δε μπορούσα να κοροϊδεύω τον εαυτό μου. Η Αθήνα με απασχολούσε, αυτήν σκεφτόμουν συνέχεια. Ετσι αποφάσισα να γράψω το συγκεκριμένο έργο.

Πως πήρε την απόφαση να πας να ζήσεις μόνιμα στο Βερολίνο;

Την εποχή του μεγάλου γλεντιού το 2004, αισθάνθηκα τη νοσηρότητα αυτού του πράγματος, αυτό που έσκασε έξι χρόνια μετά, το αισθανόμουν. Μου φαινόταν ακατανόητο να γυρνάνε όλοι με τόσα λεφτά και να κάνουν επίδειξη πλουτισμού. Το βρήκα άσχημο, νοσηρό. Δε μπορούσα να ταυτιστώ με όλο αυτό. Μια ψυχική ανάγκη στο να βρω κάτι αληθινό με οδήγησε στο Βερολίνο. Δε μπορούσε να με αποζημιώσει κανένα Ολυμπιακό ιδεώδες. Δεν μπορούσα αυτή την κιτσαρία. Το άρρωστο που βίωνα δε μπορούσα να το δεχτώ. Το έβλεπα και στη δουλειά μου. Όταν το «Σώσε με», πήγε να χρηματοδοτιθεί και να κάνει αποπεράτωση στο ποστ προντάκσιον και ζήτησα μια στοιχειώδη χρηματοδότιση από το Κέντρο κινηματογράφου, από ένα θεσμό που ήξερα πως ήταν «της παρέας», από ανθρώπους διαδρομιστές και δεν τη δίνουν σε μένα αλλά σε κολλητούς, χαλάστηκα πάρα πολύ.

Γιατί δεν έκανες τηλεόραση τη δεκαετία των zeroes τότε που λεφτά υπήρχαν;

Μετά το «Η αγάπη είναι ελέφαντας» είχα πρόταση από μεγάλο κανάλι να κάνω εν λευκώ όποιο σήριαλ θέλω με ότι σενάριο θέλω, να το σκηνοθετήσω. Ηταν από τις πιο δελεαστικές προτάσεις που είχα ποτέ. Επίσης με προσέγγισαν από το χώρο της διαφήμισης για να κάνω διαφημιστικά. Ωστόσο και τις δυο φορές αρνήθηκα. Η άρνηση στη διαφήμιση με έσπρωξε στο να κάνω το «Η αγάπη είναι ελέφαντας», η άρνηση για την τηλεόραση με έσπρωξε στο να κάνω το «Σώσε Με». Πείσμωσα πολύ ήθελα να τα κάνω. Αν έκανα σήριαλ δεν ξέρω αν θα μπορούσα να γυρίσω τις ταινίες που έκανα. Δεν ξέρω που θα με οδηγούσαν. Το «Σώσε Με» το αγάπησα πάρα πολύ. Οχι μόνο εγώ αλλά αρκετός κόσμος. Ετσι αυτή η αγάπη που εισέπραξα για αυτή την ταινία με αποζημίωσε για οποιοδήποτε πρόταση απέρριψα στο παρελθόν και οποιοδήποτε κόστος.
Τι πρέπει να έχει ένας καλό σκηνοθέτης;
Ο καλός σκηνοθέτης πρέπει να έχει μια βαθιά γνώση της ανθρώπινης φύσης.
Παραστάσεις: Κυριακή, Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη μέχρι 27 Φεβρουαρίου
Ώρα έναρξης: 21.30′
Θέατρο OLVIO, Ιεράς Οδού 67 & Φαλαισίας 7, Γκάζι, 2103414118
Τιμές εισιτηρίων: 13 Ευρώ (κανονικό), 10 Ευρώ (μειωμένο)
και 10 κι 8 Ευρώ, αντίστοιχα, για τις Τετάρτες.

BHMAgazino
Σίβυλλα
Helios Kiosk