• Αναζήτηση
  • Τα απαγορευμένα Πάθη

    Τα απαγορευμένα Πάθη Π. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ Τι δεν γράφουν τα επίσημα Ευαγγέλια για την Ανάσταση του Ιησού; Πώς λέγονται οι δύο ληστές που σταυρώθηκαν μαζί με τον Χριστό; Ποιο είναι το όνομα του ρωμαίου εκατόνταρχου που ήταν υπεύθυνος του αποσπάσματος για τη Σταύρωση; Σε τέτοιες και παρόμοιες ερωτήσεις δεν δίνουν απαντήσεις τα γνωστά Ευαγγέλια, τα οποία εκθέτουν τα γεγονότα των Παθών και της Ανάστασης χωρίς

    Τι δεν γράφουν τα επίσημα Ευαγγέλια για την Ανάσταση του Ιησού; Πώς λέγονται οι δύο ληστές που σταυρώθηκαν μαζί με τον Χριστό; Ποιο είναι το όνομα του ρωμαίου εκατόνταρχου που ήταν υπεύθυνος του αποσπάσματος για τη Σταύρωση; Σε τέτοιες και παρόμοιες ερωτήσεις δεν δίνουν απαντήσεις τα γνωστά Ευαγγέλια, τα οποία εκθέτουν τα γεγονότα των Παθών και της Ανάστασης χωρίς συναισθηματισμούς και λυρικές εξάρσεις και κυρίως χωρίς να εγκλωβίζονται στην ιστορική αφήγηση. Τα τέσσερα αυτά Ευαγγέλια τοποθετούνται στο δεύτερο μισό του 1ου αιώνα μ.Χ. Ωστόσο αργότερα, και συγκεκριμένα από τον δεύτερο αιώνα και ύστερα, παρουσιάστηκαν κάποια κείμενα στις παρυφές της Εκκλησίας που ονομάστηκαν «απόκρυφα», μέσα στα οποία μύθος και ιστορία συμπλέκονται. Οσο και αν τα κείμενα αυτά ζούσαν στην περιφέρεια και ποτέ στο κέντρο της εκκλησιαστικής ζωής, ωστόσο διαβάστηκαν στη διάρκεια των αιώνων και συνεχίζουν να αποτελούν αντικείμενο έρευνας και συζήτησης.


    Οι τελευταίες ανακαλύψεις απόκρυφων κειμένων της χριστιανικής γραμματείας έχουν παγκοσμίως κινήσει το ενδιαφέρον, και έχουν κυριολεκτικά εξάψει τη φαντασία όχι μόνο των ΜΜΕ αλλά και των ανθρώπων του πνεύματος. Οι εξελίξεις βέβαια αυτές δεν θα είχαν τη δημοσιότητα που έχουν, αν δεν υπήρχε η σχετική νομιμοποίηση της επιστημονικής κοινότητας.


    Η ανακάλυψη μεταπολεμικά της γνωστικής βιβλιοθήκης του Nag Hammadi και άλλων αρχαίων κειμένων ανέτρεψε την παλαιότερη εκτίμηση των επιστημόνων για την απόκρυφη χριστιανική γραμματεία, σύμφωνα με την οποία τα μη κανονικά κείμενα της πρώιμης χριστιανικής εποχής αποτελούσαν απλώς εργαλεία αιρετικών απόψεων, ή το πολύ συμπλήρωναν λεπτομέρειες της ζωής του Χριστού τις οποίες αποσιωπούσαν τα κανονικά ευαγγέλια. Ασφαλώς και οι δύο αυτές εκτιμήσεις συνεχίζουν να ισχύουν για την επιστήμη, υπάρχει όμως και κάτι παραπάνω. Και αυτό είναι η εδραιωμένη πλέον πεποίθηση περί πολυμορφίας του αρχέγονου χριστιανισμού σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ότι πιστευόταν μέχρι πρόσφατα.


    Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που τα ΜΜΕ (από τις μυθοπλασίες του Νταν Μπράουν μέχρι την πρόσφατη ανακάλυψη του υποτιθέμενου τάφου του Ιησού) αναζητούν απεγνωσμένα στις πάσης φύσεως «απόκρυφες» διηγήσεις ιστορικές ανατροπές σχετικά με τις απαρχές του χριστιανισμού. Σε αντίθεση όμως με την εκλαϊκευτική και επικοινωνιακή πτυχή αναφορικά με την απόκρυφη γραμματεία, η επιστημονική κοινότητα αλλού εστιάζει σήμερα την προσοχή της: εκτός από την περίοπτη θέση που κατείχαν οι γυναίκες στην πρώτη Εκκλησία, που άλλωστε μαρτυρείται και στην Καινή Διαθήκη, εκείνο που προσελκύει το ενδιαφέρον της είναι κυρίως η «Πηγή των Λογίων» και το «κατά Θωμάν ευαγγέλιο».


    Η Πηγή των Λογίων είναι η αρχαιότερη πηγή της ευαγγελικής παράδοσης, πιθανότατα μάλιστα αποτελεί και το αρχαιότερο γραπτό μνημείο του χριστιανισμού (γύρω στο 50 μ.Χ). Είναι το κείμενο που χρησιμοποίησαν ο Ματθαίος και ο Λουκάς για να παρουσιάσουν τη διδασκαλία του Ιησού, εντάσσοντάς το όμως στο αφηγηματικό πλαίσιο του κατά Μάρκον Ευαγγελίου. Είναι το κείμενο εκείνο το οποίο διέσωσε μερικά από τα σπουδαιότερα τμήματα της χριστιανικής γραμματείας, όπως η Κυριακή προσευχή, η επί του όρους ομιλία, η αποστολή των μαθητών του Ιησού, ο ταλανισμός των Γραμματέων και Φαρισαίων κ.ά. Αποτελεί ως εκ τούτου μια από τις βασικότερες ιστορικές πηγές αποκατάστασης της διδασκαλίας και του προσώπου του ιστορικού Ιησού, του ιδρυτή δηλαδή της θρησκείας που προσδιόρισε επί δύο χιλιετίες καθοριστικά τις τύχες της ανθρωπότητας.


    Ενα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της Πηγής των Λογίων είναι η απουσία αναφοράς στον Σταυρό και στην Ανάσταση του Χριστού, πράγμα που ανατρέπει τη μέχρι και πρόσφατα παγιωμένη αντίληψη, ότι ο Σταυρός και η Ανάσταση ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της πίστεως και του κηρύγματος σύνολης της αρχέγονης χριστιανικής κοινότητας. Για την επιστήμη επομένως η Πηγή των Λογίων, σε συνάρτηση με το κατά Θωμάν Ευαγγέλιο – κείμενο και αυτό της πρώιμης εποχής, με παράλληλη δομή και διδασκαλία – πιστοποιεί την ύπαρξη μιας άλλης αρχέγονης χριστιανικής παράδοσης, διαφορετικής από εκείνη που εκπροσωπούσε το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου και η εξ αυτού απορρέουσα κανονική παράδοση της Καινής Διαθήκης. Χαρακτηριστικό της στοιχείο δεν ήταν η «κηρυγματική» προοπτική, η κάθετη δηλαδή σωτηριολογική σχέση των πιστών με τον σταυρωθέντα και αναστάντα Χριστό, αλλά η «εσχατολογική», η οριζόντια δηλαδή εκκλησιολογική, διάσταση.


    Η καταλυτική συμβολή του Αποστόλου Παύλου είχε ως αποτέλεσμα να μετατοπιστεί από πολύ νωρίς το κέντρο βάρους του χριστιανικού κηρύγματος από την εμπειρία στο μήνυμα, από την εσχατολογία στη χριστολογία (και κατ’ επέκταση τη σωτηριολογία), από αυτό καθαυτό το γεγονός της βασιλείας του Θεού, που ήταν και το κομβικό σημείο του κηρύγματος του Ιησού, στον φορέα αυτού του γεγονότος, τον ίδιο δηλαδή τον Χριστό, και πιο συγκεκριμένα στη σταυρική θυσία και την Ανάστασή του. Η μετατόπιση όμως αυτή ποτέ δεν υποσκέλισε την οριζόντια εκκλησιολογική διάσταση, όπως άλλωστε πιστοποιεί η μετέπειτα χριστιανική λειτουργική παράδοση.


    Η θεολογική ερμηνεία του Θανάτου και της Αναστάσεως του Χριστού από τον Απόστολο Παύλο, αναμφίβολα η σπουδαιότερη θεολογική συμβολή του αρχέγονου χριστιανισμού, ήταν ουσιαστικά εκείνη που διαμόρφωσε το γενικό πλαίσιο και την ταυτότητα της νέας θρησκείας. Με δεδομένο το γεγονός ότι ιστορίες είναι εκείνες που δημιουργούν κοινότητες, η ιστορία του πάθους και της Αναστάσεως του Χριστού, και κατ’ επέκταση οι ευαγγελικές διηγήσεις, αποδείχθηκαν το ιδιαίτερο εκείνο πλαίσιο στο οποίο η αρχική εσχατολογική αυτοσυνειδησία της χριστιανικής θρησκείας κατόρθωσε να βρει την αποτελεσματική της έκφραση.


    Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό, ότι στα κανονικά Ευαγγέλια η ανάσταση του Χριστού παρουσιάζεται με έναν ιδιάζοντα τρόπο, γ’ αυτό και χρειάζεται βαθύτερη ερμηνεία, δυναμική και όχι επιφανειακή και στατική πρόσληψη. Τα Ευαγγέλια, σε αντίθεση με μεταγενέστερες απόκρυφες διηγήσεις που επιδίδονται σε υπερβατικές αναλύσεις ή υπερβολικές μυθικές περιγραφές, δεν καταφεύγουν σε εμπειρική τεκμηρίωση του γεγονότος της Αναστάσεως, αλλά επιλέγουν την αφήγηση του κενού μνημείου! Περιττό να τονιστεί, ότι το αρχικό κήρυγμα του Σταυρού και της Αναστάσεως βρίσκεται σε εντελώς άλλη διάσταση από εκείνη της σύγχρονης νεωτερικής διαμάχης ανάμεσα στην ιστορικότητα του γεγονότος και τη μεταφορική ερμηνεία του που δηλώνει τη νίκη του Θεού πάνω στις δυνάμεις του Κακού. Αυτό ακριβώς υπονοούν και οι μεταναστάσιμες εμφανίσεις του Ιησού, όπου οι μαθητές, και βεβαίως και οι πιστοί, καλούνται να αντικρίσουν με τα μάτια του πνεύματος, και όχι να βεβαιωθούν εμπειρικά, ότι ο Δάσκαλός τους ηγέρθη εκ του τάφου.


    Ο κ. Πέτρος Βασιλειάδης είναι καθηγητής της Καινής Διαθήκης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και πρόεδρος της Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας Θεολογικών Σχολών.

    Γνώμες