«Ας αρχίσουμε το σκάψιμο από τα μουσεία μας» είχε πει μιλώντας προς «Το Βήμα» (11.1.1998) ένας μεγάλος βρετανός αρχαιολόγος, ο σερ John Boardman, απαντώντας σε ένα γενικό ερώτημα για το πώς βλέπει την αρχαιολογία σήμερα, στο γύρισμα του αιώνα. Είχε τότε θίξει


το πρόβλημα της καθυστέρησης των δημοσιεύσεων και του «καπαρώματος» των αρχαίων από τους ανασκαφείς, προσθέτοντας ότι πρόκειται για φαινόμενο διεθνές και όχι ειδικά ελληνικό. Την Κυριακή 18 Ιανουαρίου 1998 ένας άλλος αρχαιολόγος, έλληνας αυτή τη φορά, ο γενικός γραμματέας της Αρχαιολογικής Εταιρείας κ. Β. Πετράκος, έθεσε και αυτός το θέμα των δημοσιεύσεων ως ένα από τα πρωτεύοντα προβλήματα της αρχαιολογίας. Μίλησε ακόμη για τον βεντετισμό της ανασκαφής, τον αρχαιοελληνικό εθνικισμό μας και το νεοελληνικό σύμπλεγμα κατωτερότητας.


Σήμερα δύο ακόμη αρχαιολόγοι, η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών κυρία Ολγα Παλαγγιά και ο Εφορος και διευθυντής του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης κ. Δημήτρης Γραμμένος, θίγουν το ίδιο θέμα προσθέτοντας νέες προσεγγίσεις αλλά, αυτή τη φορά, και προτάσεις για τη λύση του.


Διατυπώνοντας την ίδια άποψη για τις σωστικές ανασκαφές η κυρία Παλαγγιά προχώρησε πιο πέρα θίγοντας ευαίσθητα σημεία στις σχέσεις των πανεπιστημιακών με την Αρχαιολογική Υπηρεσία και το υπουργείο Πολιτισμού και ακόμη και με τον Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων· ενώ αναφέρθηκε και στο αίσθημα ιδιοκτησίας των αρχαίων που επεκτείνεται και στους ξένους αρχαιολόγους αναγκάζοντάς τους να φεύγουν από την Ελλάδα και να σκάβουν στη Ρώμη ή στην Τουρκία. Με άλλα λόγια, εμείς οι Ελληνες διώχνουμε τους μελετητές του πολιτισμού μας με την ίδια ευκολία που αναγκάσαμε τα ξένα κότερα να δένουν στις μαρίνες της Τουρκίας που τους προσφέρουν περισσότερες ευκολίες απ’ ό,τι τα λιμάνια των νησιών μας ενώ την ίδια ώρα λέμε ότι θέλουμε να αναπτύξουμε τον τουρισμό.





Υπάρχει
ήδη στα μουσεία και στις αποθήκες των Εφορειών τόσο πολύ υλικό αμελέτητο και ανεκμετάλλευτο ώστε για πολλά χρόνια και ίσως και για πολλές γενιές μπορούμε να μελετάμε χωρίς να είμαστε αναγκασμένοι να ανοίγουμε νέες ανασκαφές που συχνά τα ευρήματά τους μένουν αδημοσίευτα». Είναι μια άποψη που συμμερίζονται πολλοί πανεπιστημιακοί δάσκαλοι οι οποίοι δεν θέλουν να σκάβουν αλλά αναγκάζονται γιατί συναντούν μεγάλες δυσκολίες στην ανεύρεση υλικού για τους φοιτητές τους. «Εφόσον η Ελλάδα είναι μια χώρα η οποία “παράγει” αρχαία, νομίζω ότι εξυπηρετεί να χρησιμοποιηθεί το δυναμικό των φοιτητών για να μελετηθούν τα ευρήματα που είναι συσσωρευμένα στις αποθήκες αντί να αναζητούμε θέματα εικονογραφικά ή ιστορικά για τα οποία δεν χρειάζεται άδεια από τις Εφορείες Αρχαιοτήτων» τονίζει η κυρία Ολγα Παλαγγιά, και προσθέτει:


«Κατά μια περίεργη λογική, επικρατεί στον τόπο μας η αντίληψη ότι όλα τα αρχαία ανήκουν στον Εφορο και μόνον αυτός έχει δικαίωμα δημοσίευσης ή αυτός μόνο μπορεί να τα μοιράσει στους δικούς του συνεργάτες. Και ακόμη θεωρείται ότι τα αρχαία είναι ιδιοκτησία της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων αποτελείται μόνο από αρχαιολόγους υπαλλήλους της Υπηρεσίας και εμείς οι πανεπιστημιακοί δεν δικαιούμαστε να είμαστε μέλη. Αλλωστε με αυτή τη λογική υπαγόμαστε στο Τμήμα Ξένων Σχολών του ΥΠΠΟ. Ναι, τα ελληνικά πανεπιστήμια υπάγονται στο Τμήμα Ξένων Σχολών! Με κάτι τέτοια όμως βλάπτουμε τα ίδια μας τα συμφέροντα και αυτό το πνεύμα υπερπροστασίας των αρχαίων επεκτείνεται και στους ξένους αρχαιολόγους, στους οποίους δεν επιτρέπεται να μελετήσουν πράγματα τα οποία βρίσκονται έξω από τις τρεις ανασκαφές που δίνονται στην κάθε ξένη σχολή. Είναι σαν να υπάρχει ξενοφοβία και κλίμα δυσπιστίας που οδηγεί τους ξένους αρχαιολόγους να αναζητούν αντικείμενα μελέτης στην Τουρκία και κυρίως στην Ιταλία.


Αυτή τη στιγμή η Ιταλία ανθεί ως χώρα – πηγή αρχαίων. Σήμερα η Ρώμη έχει γίνει το μεγαλύτερο διεθνές κέντρο Κλασικής Αρχαιολογίας και ερευνητές απ’ όλο τον κόσμο έχουν πρόσβαση σε όποια αρχαία ζητήσουν. Κάτι τέτοιο θα βοηθούσε την Ελλάδα αφού οι ξένοι αρχαιολόγοι είναι οι καλύτεροι πρεσβευτές μας. Αλλά δεν είναι μόνο η Ιταλία. Στην έδρα της Ελληνικής Κλασικής Αρχαιολογίας που κατείχε στο Πανεπιστήμιο της Βόννης ο Himelman, τώρα ο διάδοχός του, εξαιρετικός επίσης αρχαιολόγος, διδάσκει ρωμαϊκή αρχαιολογία και δουλεύει παράλληλα στη Ρώμη. Αλλά και στην Οξφόρδη ο διάδοχος του Boardman, καθηγητής Bert Smith, διδάσκει τώρα ρωμαϊκή αρχαιολογία και σκάβει ρωμαϊκά στην Τουρκία όπου οι ερευνητές είναι καλοδεχούμενοι. Ακόμη και ο ίδιος ο Boardman είχε βρει δυσκολίες στις αρχές της δεκαετίας του ’70 όταν θέλησε να ανοίξει ανασκαφή στην Ελλάδα και να μελετήσει σε ελληνικά μουσεία· αναγκάστηκε να σταματήσει και τώρα ασχολείται, πάντα βέβαια με ελληνική αρχαιολογία, αλλά με αντικείμενα εκτός Ελλάδος. Και μιλάμε για έναν αρχαιολόγο που προσέφερε στην ανθρωπότητα εξαιρετικές μελέτες για την αρχαία ελληνική τέχνη.


Από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι εκείνη μιας αμερικανίδας ερευνήτριας που ήρθε στην Ελλάδα με μια τεράστια υποτροφία τής National Gallery of Art της Ουάσιγκτον για να μελετήσει την τεχνολογία του χαλκού. Δημιούργησε μάλιστα κινητό συνεργείο με πανάκριβα μηχανήματα που βέβαια δεν υπάρχουν στον τόπο μας. Συνάντησε την ελληνική άρνηση και τελικά τώρα βρίσκεται και εργάζεται στο Μουσείο Νεαπόλεως επάνω στα χάλκινα του Ηρακλείου, δίπλα στην Πομπηία, ενώ σύντομα θα βγει το βιβλίο με τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας. Με τη δική μας νοοτροπία, τα αρχαία των μουσείων μας είναι απρόσιτα όχι μόνο στους ξένους αλλά και σ’ εμάς τους Ελληνες όταν δεν ανήκουμε στην ομάδα που τα ανέσκαψε. Στο Βρετανικό Μουσείο, σύμφωνα με το καταστατικό, τα αρχαία πρέπει να είναι προσιτά σε κάθε μελετητή. Το μουσείο είναι υποχρεωμένο να δείχνει στους πολίτες του οτιδήποτε ανήκει στο κράτος, όπως οι συλλογές του των αρχαίων, και στην περίπτωση που ένας μελετητής ζητήσει να δει κάτι που ήδη κάποιος άλλος μελετά, του λένε ότι μπορεί να το δει, να το φωτογραφίσει ή σχεδιάσει, αλλά να ξέρει ότι κάποιος άλλος ήδη προχωρεί στην ίδια μελέτη.


Χρειάζεται λοιπόν να αλλάξει το πλαίσιο προστασίας του υλικού από τους αρχαιολόγους και ο νόμος, ο οποίος θα επιβάλλει πλέον στα μουσεία να δείχνουν ό,τι έχουν στις αποθήκες τους στον κάθε μελετητή. Και επίσης είναι ανάγκη να τεθεί όριο 10-15 χρόνων διότι πολλές από τις συστηματικές ανασκαφές γίνονται με χορηγίες που έχει βρει ο ανασκαφέας, που κατέβαλε και χρόνο και κόπο για να βρεθούν. Δεν είναι ανάγκη όμως το υλικό να δεσμεύεται πάνω από 15 χρόνια. Χρειάζεται, με άλλα λόγια, αλλαγή νοοτροπίας και νομικού πλαισίου για να γίνουν προσιτά τα αρχαία που βρίσκονται στις αποθήκες στην έρευνα και να μην παραμένουν απρόσιτα και δεσμευμένα ακόμη και όταν οι ανασκαφείς τους έχουν πεθάνει. Και υπάρχουν τέτοια μνημεία στις αποθήκες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, όπως και του Μουσείου Ηρακλείου, για να δώσουμε τα πιο γνωστά παραδείγματα». Δημήτρης Γραμμένος «Να θεσμοθετηθεί τμήμα δημοσιεύσεων»



Για το ίδιο θέμα ο διευθυντής του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, Εφορος κ. Δ. Γραμμένος λέει σχετικά: «Το πρόβλημα ειδικά με εμάς τους Ελληνες γίνεται οξύ αφού για το αρχαίο μας και το βυζαντινό παρελθόν ενδιαφέρεται άμεσα ένα μεγάλο ανά την υφήλιο κοινό, επιστημονικό και μη. Το κοινό αυτό γίνεται αυτόματα τεράστιο όταν λέξεις με μεγάλη βαρύτητα για τη δυτική, κυρίως, σκέψη, όπως Δημόσιο Σήμα ή Λύκειο, αποκτούν ξαφνικά με την ανασκαφική έρευνα υλική υπόσταση. Αιτίες για τη μη συμβατή με τις απαιτήσεις της σύγχρονης αρχαιογνωσίας κατάσταση είναι όσες αναφέρθηκαν στις προηγούμενες επιφυλλίδες και ιδιαίτερα σ’ αυτήν του κ. Πετράκου, ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε μελέτες των Ρωμαίου, Καρούζου, Μπακαλάκη, Ανδρόνικου, για να αναφέρουμε μόνο πεθαμένους, που αποτελούν εξέχοντα επιτεύγματα επιστήμης και λόγου, αν θα μπορούσε πια, ιδιαίτερα στις ημέρες μας, να ξεχωρίσει κανείς αυτά τα δύο.


Οι καιροί όμως έχουν αλλάξει και οι απαιτήσεις της έρευνας έχουν ολοένα και επαγωγικότερο χαρακτήρα, ενώ επιβάλλεται διεπιστημονική έρευνα είτε για την προϊστορική είτε για την αρχαιολογία των ιστορικών χρόνων. Ετσι, φαντάζομαι, θα δυσκολεύονται οι ξένοι ερευνητές που μελετούν τα αρχαία και χρειάζονται είτε να τα δουν στις αποθήκες των μουσείων ή να πληροφορηθούν για τα νέα ευρήματα από δημοσιεύσεις που είναι τραγικά φτωχές, ενώ ακόμη και το δικό μας corpus για τα αρχαία αγγεία, για να πάρουμε ένα παράδειγμα, δεν αριθμεί παρά ελάχιστα τεύχη. Τελικά είναι ένα θέμα που μας εκθέτει διεθνώς.


Για την επίλυση του θέματος πιστεύω ότι θα χρειαζόταν ειδικά θεσμοθετημένο για όλες τις Εφορείες, άτυπα κατ’ αρχήν και κατόπιν στον κυοφορούμενο Οργανισμό του ΥΠΠΟ, ειδικό τμήμα δημοσιεύσεων. Να γίνει δηλαδή: α) Αρχείο χώρων και μνημείων με όλους τους αρχαιολογικούς χώρους των Εφορειών και όλα τα προερχόμενα από αυτούς αντικείμενα και τα ανθρωπολογικά και βιολογικά κατάλοιπα. β) Corpus για όσα κινητά ευρήματα δεν έχουν προέλευση και επομένως δεν μπορούν να ενταχθούν στα συμφραζόμενα των χώρων. γ) Δημοσιεύσεις παλαιών αδημοσίευτων ανασκαφών, προκαταρκτικές αλλά εκτενείς, και δημοσιεύσεις ανασκαφών τελικές. Επίσης δημοσιεύσεις αναστηλώσεων και κάθε είδους αρχαιολογικών εργασιών.


Το κόστος των ογκωδών αυτών τόμων θα είναι τεράστιο, γι’ αυτό θα μπορούσαν να μην τυπώνονται κανονικά αλλά αντίγραφά τους με επεξεργασία κειμένου και λοιπών στοιχείων στον υπολογιστή να κατατίθενται στις βιβλιοθήκες των Εφορειών Αρχαιοτήτων και στις λοιπές αρχαιολογικές βιβλιοθήκες. Ενα παράδειγμα: Ανασκάπτεται ένα νεκροταφείο με 100 τάφους. Το νεκροταφείο αυτό, απαρτίζοντας από μόνο του έναν αρχαιολογικό χώρο ή σχετισμένο με τον αρχαίο οικισμό στον οποίο ανήκει, δημοσιεύεται με ταχείς ρυθμούς και με βάση θεσμοθετημένο και κοινά αποδεκτό τρόπο (παράθεση τοπογραφικού, κατάλογος κτερισμάτων κατά τάφο με φωτογραφίες αρχικά, μια πρώτη ταύτιση των αντικειμένων με σύγκριση με γνωστά παράλληλα, παράθεση του ανθρωπολογικού υλικού κλπ). Η εργασία αυτή θα μπορούσε να συνιστά υπηρεσιακή υποχρέωση του αρχαιολόγου της Υπηρεσίας όσο και του πανεπιστημιακού και σ’ αυτήν να έχουν πρόσβαση οι πάντες. Ετσι το εύρημα γίνεται σημείο αναφοράς για συγκρίσεις, συνθέσεις κλπ., κάτι εξαιρετικά ωφέλιμο για μια κατοπινή, συστηματικότερη ίσως, δημοσίευσή του εντός των ορίων της Εφορείας και πάντα από αυτόν που κατέχει το δικαίωμα της δημοσίευσης. Αυτός ο τρόπος των αρχαιολογικών δημοσιεύσεων θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις στις μουσειολογικές αντιλήψεις, στους διαφόρους τομείς της αρχαιογνωσίας και στην πάντα ενδιαφέρουσα συζήτηση για τη χρησιμότητα του παρελθόντος».