Γνωρίστε τον Βασίλη! Εναν φιλότιμο νέο άνθρωπο από το Κερατσίνι που θέλει να προοδεύσει. Εναν δραστήριο και αγνό άνθρωπο που, σε αντίθεση με πολλούς από εμάς, δεν έχει καταφέρει ακόμη να ταξιδέψει εκτός Ελλάδος, δεν έχει μπει ποτέ του σε αεροπλάνο, δεν έχει πάρει ποτέ άδεια από τη δουλειά του και δεν σκοπεύει να καθήσει ούτε για πέντε λεπτά, ακόμη και τώρα που η εταιρεία στην οποία δούλευε ως βοηθός λογιστή, λόγω του στραβού κλίματος, συγχωνεύθηκε και αναγκάστηκε δραστικά να περικόψει το προσωπικό της. Εναν νέο άνθρωπο που δεν έτυχε να έχει κανένα «μέσον» και καμία «γνωριμία» και που με τη δική του μόνο ενέργεια κατάφερε να ξεκινήσει στη ζωή… Και η ειρωνεία ξέρετε ποια είναι; Ακόμη και τώρα που με πείσμα ψάχνει για μια καλή δουλειά, δεν νιώθει καμία ανάγκη να ψάξει για ένα καλό «μέσον»… Για την ιστορία, τον Βασίλη τον γνώρισα σε κάποια σεμινάρια όπου δίδασκα και μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση ο ζήλος του και το πάθος του για νέες γνώσεις. Στα δικά μου μάτια, αυτός ο άνθρωπος αποτελεί «την Ελλάδα που θα μπορούσε να είναι». Χωρίς συμπλέγματα, αν και ξεκίνησε από το μηδέν, χωρίς ζήλιες και χωρίς φθόνο, δουλευταράς και πεισματάρης μού θύμισε ωραίες παλιές ιστορίες ανθρώπων που με μόνο εφόδιο τη θέλησή τους εφορμούσαν προς το μέλλον.


Γνωρίστε τώρα και την Αναστασία! Κηφισιώτισσα, λάτρις της ωραίας ζωής, με έναν σημαντικό κύκλο κοινωνικών γνωριμιών και, κυρίως, με εξαιρετική ομορφιά, προσελήφθη ως γραμματέας κάποιου γνωστού της που είχε διορισθεί διοικητής σε μια κρατική τράπεζα. Πήγαινε στην τράπεζα μερικές ώρες κάθε πρωί και μετά πήγαινε για καφέ και για ψώνια στο Κολωνάκι. Επαιρνε κανονικότατα την άδειά της (συν μερικές ημέρες «off») και ταξίδευε συχνά στο εξωτερικό για να δει τις νέες «κολεξιόν»… Με λίγα λόγια, περνούσε ωραία η παλιοζωή… Μαζί της πέρασε και ο καιρός (όχι πολύς είναι η αλήθεια) και η φίλη μας διαπίστωσε ότι, ύστερα από 15 χρόνια μόχθου, μπορούσε πλέον να πάρει σύνταξη. Τη συνέφερε άλλωστε, αφού αυτή θα ανερχόταν στο 104% του μισθού της. Επιπλέον, θα της περίσσευαν και μερικές παραπάνω ώρες για να ασχοληθεί, όπως έλεγε, με τον εαυτό της. Και είναι πράγματι μια πολύ όμορφη γυναίκα η φίλη μας η Αναστασία. Στα δικά μου μάτια, η φίλη μας αποτελεί την «Ελλάδα που είναι»… Και είμαι βέβαιος ότι σε όλους μας, πάνω-κάτω, κάπως «έτσι μας αρέσει»…


Μόνο που έτσι έχουμε αμέσως αμέσως μια Ελλάδα δύο ταχυτήτων: την Ελλάδα του «αγώνα» και την Ελλάδα του «κεκτημένου». Διότι, όπως καταλαβαίνετε, ο Βασίλης θα δουλέψει για τουλάχιστον τριάντα χρόνια ακόμη, καταβάλλοντας ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσόν στον ασφαλιστικό του φορέα (που αν το αποταμίευε θα γινόταν μια περιουσία λίγα χρόνια αργότερα) για να μπορεί το Δημόσιο, με το αναδιανεμητικό σύστημα που εφαρμόζει, να τηρήσει τις υποσχέσεις που έδωσε στην όμορφη Αναστασία! Ετσι μπορεί μεν ο Βασίλης να μην απολαύσει ποτέ τους καρπούς των κόπων του, όμως ας είναι βέβαιος ότι η Αναστασία ξέρει καλά πώς να τους απολαύσει… Και αν αναρωτιέστε πώς θα καταφέρει να τηρήσει το Δημόσιο τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει προς τον Βασίλη, μη ματαιοπονείτε… Αλλά τι λέω; Ποιο Δημόσιο; Αυτό είναι ένα κάτεργο που κλέβει τριάντα χρόνια από τη ζωή του ενός για να τα χαρίσει σε όποιον έτυχε κάθε φορά να είναι με την πλευρά των τυχερών…


Σημείωση: Δεν πρόκειται για ταινία του Ξανθόπουλου! Τα πρόσωπα που αναφέρω έχουν απόλυτη σχέση με την πραγματικότητα! Και τα Οικονομικά αποτελούν τελικά τη συνισταμένη της κάθε προσωπικής πραγματικότητας. Απλώς, μέσα στα τεράστια μεγέθη που αναφέρονται εντός του πλαισίου αυτού, οι μικρές ατομικές πραγματικότητες χάνονται και έτσι είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς πόσα από τα χρόνια του κλέβονται, πόση από τη ζωή του καταλήγει σε άλλους, «πόσο από το αίμα του τρέφει τα βαμπίρ που έχουν πέσει πάνω του» (για να θυμηθώ και τον καθηγητή μου στα Μαρξιστικά Οικονομικά, τον κ. Ρέζνικ).


Ο κ. Νίκος Α. Κεράνης είναι οικονομολόγος και οικονομικός αναλυτής της Πήγασος ΑΧΕΠΕΥ.