Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

” Ποτέ δεν έφυγα από την Επίδαυρο ”





Λίγες ημέρες πριν από την παρουσίαση των «Ευμενίδων» στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, επισκέφθηκα την Αννα Συνοδινού στο σπίτι της, πρώτη φορά. Απόγευμα, λίγες ώρες μετά την προτελευταία πρόβα της στην Αθήνα. Πίσω από την πόρτα του διαμερίσματός της με περίμενε μια έκπληξη. Ψηλή, αγέρωχη, με πρόσωπο σχεδόν ανέγγιχτο από τον χρόνο, με φωνή σταθερή που καθόλου δεν μαρτυρεί την ηλικία της. Περίμενα πως έπειτα από αρκετές ώρες πρόβας θα ήταν ιδιαίτερα καταπονημένη. Αντίθετα, το μόνο που έμοιαζε να την ενοχλεί ήταν η αφόρητη αυγουστιάτικη ζέστη, την οποία αντιμετώπιζε πίνοντας παγωμένο τσάι.


Στους τοίχους του σπιτιού της υπάρχουν πολλές φωτογραφίες από παραστάσεις, αγαπημένα της πρόσωπα και δεκάδες εικονίσματα. Στα ράφια, βιβλία που «ασφυκτιούν», σπάνιες εκδόσεις που αντιστέκονται στον χρόνο και προσωπικά κειμήλια. Ολα συνδεδεμένα με κάποια στιγμή της ζωής της στο θέατρο.


H Αννα Συνοδινού μοιάζει ευτυχής και τα μάτια της λαμπυρίζουν από χαρά, σχεδόν σαν μικρού παιδιού. Ο λόγος είναι προφανής. «Είναι όνειρο ζωής αυτή η παράσταση» σπεύδει να μου εξομολογηθεί. Τη ρωτώ πώς νιώθει που επιστρέφει στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου έπειτα από τόσα χρόνια… «Μα δεν αποχώρησα για να επιστρέψω. Ποτέ δεν έφυγα από την Επίδαυρο. Μένω σταθερά εκεί. Και όχι νοερά, αλλά πνευματικά, ψυχικά και καλλιτεχνικά. Δεν θεωρώ ότι είναι ένα θέατρο στο οποίο μπορείς να μπαινοβγαίνεις. Μπήκες σε αυτό και είσαι ένα κομμάτι της ιστορίας του, άρα δεν το εγκαταλείπεις και εξακολουθείς να είσαι μέσα, ουσιαστικά. Και τώρα ξαναπερνώ το κατώφλι, χωρίς να το έχω εγκαταλείψει. Οι διακοπές που έγιναν από τη σαθρή μου υπόσταση ήταν για περιόδους της ζωής μου πάρα πολύ σκληρές και αναπόφευκτα αφιερωμένες και κάπου αλλού εκτός από το θέατρο, όπως ήταν η πολιτική ζωή του τόπου μετά τη δικτατορία. Και όμως και σε αυτή την περίοδο της πολιτικής μου δραστηριότητας – αλλά με την άδεια του Κωνσταντίνου Καραμανλή – μπορούσα κάποια καλοκαίρια να παίζω στα Επιδαύρια, πράγμα που δεν ήταν σύμφωνο με τις ευκολίες που μπορεί να έχει ένας βουλευτής».


Κείμενο-σταθμός


H ενασχόλησή της με την πολιτική, δυστυχώς για κάποια χρόνια, ανακόπτεται λόγω της προσβολής της από την επάρατο νόσο. «Με τσάκισε ο καρκίνος, γιατί τότε δεν είχα δυνάμεις. Οταν έγινα καλά, ο Νίκος Γεωργιάδης μου πρότεινε να παίξω με τον Γιώργο Κιμούλη “Οιδίποδα Τύραννο”. Εκανα την πρόταση και εγκρίθηκε. Μετά έπαιξα στις “Φοίνισσες” και μετά έκανα την εργασία που είχα αρχίσει από τα φοιτητικά μου χρόνια με τις “Ευμενίδες” του Αισχύλου. Για μένα η γη που πατώ είναι η θεατρική, η απόλαυση μέσω του θεάτρου, της δικαιοσύνης του αρχαίου πνεύματος που θα πει αγάπη».


Οι «Ευμενίδες» για την ίδια είναι κείμενο-σταθμός και αυτό για πολλούς λόγους. «Αποτελούν το δίδαγμα τού πώς ξεπερνάς μια αδικία που προέρχεται από τη θεϊκή κοινωνία, ανακατεύεται με την ανθρώπινη κοινωνία, την ανατρέπει και ξαφνικά την επαναφέρει στον δίκαιο δρόμο. Ο Αισχύλος είναι μέγας μαέστρος και συγγραφέας, εφευρέτης του λόγου».


Το όνειρό της χρονολογείται από το 1998, οπότε και κατέθεσε προς το Φεστιβάλ Αθηνών την πρώτη αίτηση για παράσταση. «Δεν πήρα ποτέ απάντηση. Μόνο εφέτος. Μου είχε κάνει εντύπωση γιατί απέρριπταν την πρόταση. Δεν έχω δώσει απάντηση. Ενέκριναν τόσες και τόσες παραστάσεις και μέσα σε αυτή την επιτροπή ήταν πρόσωπα που διηύθυναν κρατικά θέατρα, έμπειροι και ευγενείς και μη κατεχόμενοι από συμπάθειες και αντιπάθειες. Ηταν ένας αποκλεισμός για μένα».


Τι συνέβη τελικά πέρυσι και δεν ερμήνευσε την Εκάβη με το Αμφι-θέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου; «Είχα το ατύχημα με τη μέση μου και δεν μπορούσα να χειρουργηθώ γι’ αυτό και προτίμησαν οι γιατροί να μου συστήσουν την ακινησία. Σχολιάστηκε δυσμενώς αυτό το περιστατικό και γράφτηκε ότι είχα προβλήματα με τον κύριο Ευαγγελάτο και την κυρία Τσασοπούλου. Αγαπώ πολύ τον Σπύρο, τον εκτιμώ. Γνώριζα τον πατέρα του όταν ήταν ακόμη μωρό. Ας μην έχει το θέατρο τέτοιες μιζέριες. Οι άνθρωποι είναι αξιολογότατοι και δεν μου έκαναν καμία ζημιά. Ευτυχώς βρέθηκε η Δέσποινα Μπεμπεδέλη και δεν δημιουργήθηκε κανένα κενό».


H παράσταση θα παιχτεί εκτός από την Επίδαυρο και στο Ηρώδειο στις 15 Σεπτεμβρίου, αλλά με δύο όψεις, αρχαία και νεοελληνική. «Αυτή η παραγωγή πρέπει να κριθεί στις 15 Σεπτεμβρίου που παρουσιάζονται και οι δύο όψεις» υποστηρίζει.


Κάθε φορά που ολοκληρώνει μία σκέψη επιστρέφει στην πιο ισχυρή πεποίθησή της και στην αγάπη της για το θέατρο. «Είναι μέσα στο θέατρο η ψυχή του Ελληνα και έχει γεννηθεί μέσα στο θέατρο ο ίδιος. Το βλέπουμε και από τα μεγάλα ταλέντα που έχουμε. Μακάρι το θέατρο να είχε υποστηριχθεί όπως με τους άλλους λαούς όπου προσπαθούν μέσω του θεάτρου να στηρίξουν τις παραστατικές τέχνες, τον πολιτισμό τους».


Τη ρωτώ τι πιστεύει πως έχει αλλάξει στο πέρασμα των χρόνων στο θέατρο. «Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Στο θέατρο τα πράγματα είναι πάντα ίδια, είναι πολύ σοβαρά και πολύ αστεία. Το πώς αποδίδονται έχει σημασία. Πώς μεταβάλλονται το σοβαρό και το αστείο ανάλογα με την αντοχή ή με τον τρόπο που έχει διαμορφωθεί η αξίωση του κοινού να γελάσει ή να κλάψει μέσα σε μια αίθουσα θεάτρου. Δεν ξέρω αν είναι αποφασισμένος ο σημερινός άνθρωπος να κλάψει μέσα σε μια θεατρική αίθουσα. Το κλάμα είναι παιδική κατάσταση ετοιμότητας, είναι συγκινησιακό στοιχείο. Το γέλιο δεν το χαρίζεις μέσα σε μια βλακώδη αστειότητα. Θέλει κάτι πολύ έξυπνο, γιατί έχει κουρδιστεί από πάρα πολλά μηχανήματα, να θαυμάζει και να απορρίπτει ο άνθρωπος. Δεν αδειάζει να αφήσει τον εαυτό του να γελάσει. H μη εξωτερίκευση είναι κακό. Το θέατρο όμως είναι το κουτάλι που θα πάρεις το γλυκό μέσα από το βάζο. Για μένα το θέατρο δεν είναι επάγγελμα, αν ήταν, θα είχα κάνει εκατομμύρια. Είμαι όμως τρομερά αισιόδοξη γιατί διαπιστώνω ότι ο λόγος είναι εκείνο που ενδιαφέρει τελικώς, δεν είναι το εικαστικό περιβάλλον. Το κατασκευασμένο μετράει, εντυπωσιάζει, αλλά δεν σε κατακτά, δεν σε κάνει δικό του, δεν σε κλέβει».


Ομαδική δουλειά


Στο δελτίο Τύπου της παράστασης δεν αναφέρεται ως σκηνοθέτις, υπογράφει μόνο τη σκηνική διδασκαλία. Της ζητώ να το διευκρινίσει. «Ο σκηνοθέτης είναι μια αρμοδιότητα, μια επιστήμη σπουδαία, η οποία συγκεντρώνει την επιβολή γνώμης εφ’ όλης της ύλης μιας παράστασης και κυρίως θριαμβεύει στον κινηματογράφο και όχι στο θέατρο. Διότι στον κινηματογράφο ο σκηνοθέτης τοποθετεί στο πλατό τη μηχανή για να κάνει τη δουλειά της. Στο θέατρο δεν είναι έτσι. Δεν είμαι ένας άνθρωπος που φιλοδοξώ να δώσω στον άλλον γραμμή για να κάνει κάτι συγκεκριμένο. Μαζευτήκαμε όλοι οι παράγοντες που τους ενθουσιάζει ο Αισχύλος, ο οποίος και σκηνοθετεί. Το θέατρο είναι κατ’ εξοχήν υπόθεση ομάδας. H λέξη “σκηνοθεσία” είναι πάρα πολύ μεγάλη για μένα και δεν ανταποκρινόταν σε αυτό που ήθελα να κάνω».


H συνάντησή μας ολοκληρώνεται με μια μικρή ξενάγηση στις βιβλιοθήκες του σπιτιού. Από ένα ράφι η Αννα Συνοδινού τραβά ένα παλιό μαύρο βιβλίο με τραγωδίες του Αισχύλου. Στις κιτρινισμένες από τον χρόνο σελίδες διακρίνω πολλές σημειώσεις. «Είναι το βιβλίο που είχα με τον Ροντήρη». H ημερομηνία που είναι σημειωμένη στην πρώτη σελίδα είναι ενδεικτική: 1948. Λίγο προτού την αποχαιρετήσω διακρίνω στο πρόσωπό της την ίδια χαρά. Τίποτε δεν είναι τυχαίο, αφού η τελευταία φράση της λίγο προτού κλείσει η πόρτα πίσω μου ήταν: «Ξέρετε με τι παραλληλίζω τις “Ευμενίδες”; Με την “Ωδή της χαράς” στην Ενάτη του Μπετόβεν».


Οι «Ευμενίδες» παρουσιάζονται στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου το Σάββατο 14 και την Κυριακή 15 Αυγούστου, σε μετάφραση K.X. Μύρη, σκηνική διδασκαλία Αννας Συνοδινού, σκηνικά – κοστούμια Λαλούλας Χρυσικοπούλου, μουσική Νίκου Ξανθούλη, χορογραφική σύνθεση Χάρη Μανταφούνη, μουσική διδασκαλία Νίκου Συνοδινού. Επιστημονικός σύμβουλος: Κώστας Γεωργουσόπουλος. Τους ρόλους ερμηνεύουν οι ηθοποιοί: Πέπη Μεταλλείδου, Μάνια Τεχριτζόγλου, Κώστας Αθανασόπουλος, Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος, Αννα Συνοδινού.