ΟΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ
Ο βασιλιάς της Μακεδονίας που κατόρθωσε να απαλλάξει την επικράτειά του από κάθε απειλή, να εδραιώσει ένα δυνατό κράτος με ισχυρή στρατιωτική, πληθυσμιακή και εδαφική ενότητα, και να επεκτείνει το βασίλειό του στο μεγαλύτερο τμήμα της χερσονήσου του Αίμου. Το έργο του αποτέλεσε τη βάση για την επέκταση του ελληνισμού στην Ανατολή, έργο που το πραγματοποίησε ο γιος του Μέγας Αλέξανδρος.
Ο Φίλιππος γεννήθηκε το 382 π.Χ. στην Πέλλα. Πατέρας του ήταν ο Αμύντας Γ’, από τον οίκο των Αργεαδών, οι οποίοι κατάγονταν από το δωρικό γένος των Τημενιδών, που βασίλευσε στο Αργος της Πελοποννήσου. Ο Αμύντας καταγόταν από τον βασιλικό οίκο αλλά ήταν απλός υπηρέτης του βασιλιά της Μακεδονίας Αεροπού. Ο Αμύντας Γ´ πήρε την εξουσία του αφού δολοφόνησε τον Παυσανία, γιο του Αέροπου. Βασίλευσε είκοσι τέσσερα χρόνια, από το 393 π.Χ. ως το 369 π.Χ., τα οποία υπήρξαν εξαιρετικά δύσκολα για τη Μακεδονία. Κατά τη διάρκειά τους ο Αμύντας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το κράτος για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Την πρώτη χρονιά της βασιλείας του η Μακεδονία δέχθηκε επίθεση των Ιλλυριών, οι οποίοι επωφελήθηκαν από την αβέβαιη εσωτερική πολιτική κατάσταση και ανάγκασαν τον Αμύντα να εγκαταλείψει την Πέλλα και τη Μακεδονία. Για να μην παραδώσει ολόκληρη τη Μακεδονία, ο Αμύντας παραχώρησε μόνο το «κάτω» βασίλειο, τα παράλια προς τον Θερμαϊκό κόλπο, στους Ολυνθίους. Ολα έδειχναν ότι η μακεδονική κυριαρχία κατέρρεε. Μερικά χρόνια αργότερα όμως οι Σπαρτιάτες πέτυχαν τη διάλυση της Ολυνθιακής Ομοσπονδίας και επέστρεψαν τα εδάφη στον Αμύντα.
Τον Αμύντα, ο θάνατος του οποίου προκάλεσε μεγάλες αναταραχές, διαδέχθηκε ο γιος του Αλέξανδρος, ο οποίος δολοφονήθηκε τον πρώτο χρόνο της βασιλείας του. Η δολοφονία του οδήγησε σε εμφύλιο πόλεμο. Η χήρα του Αμύντα και μητέρα του Φιλίππου Ευρυδίκη, με τη βοήθεια του Αθηναίου Ιφικράτη, κατόρθωσε να νικήσει τον βασικό αντίπαλό της Παυσανία και να εξασφαλίσει τον θρόνο για τους δύο γιους της, Περδίκκα και Φίλιππο, με επίτροπό τους τον Πτολεμαίο τον Αλωρίτη. Υστερα από λίγο ανέλαβε την εξουσία ο Περδίκκας, ο οποίος βασίλευσε από το 360 π.Χ. ως το 359 π.Χ., όταν σκοτώθηκε σε μάχη με τους Ιλλυριούς. Μέσα στην κρίση που ακολούθησε τη δολοφονία του Περδίκκα κατέλαβε την εξουσία ο Φίλιππος.
Ο Φίλιππος ανατράφηκε όπως άρμοζε σε βασιλόπουλο. Οταν έγινε περίπου δεκαπέντε χρόνων οδηγήθηκε στη Θήβα ως όμηρος και έζησε εκεί δύο ή τρία χρόνια. Επέστρεψε στη Μακεδονία και ανέλαβε τη διακυβέρνηση μιας περιοχής του βασιλείου όπου και παρέμεινε ως τον θάνατο του αδελφού του. Η ζωή του Φίλιππου στη Θήβα από τα δεκαπέντε ως τα δεκαοκτώ του χρόνια έπαιξε μεγάλο ρόλο στη διάπλαση του χαρακτήρα του. Δίπλα στον Παμμένη, έγκριτο πολίτη, πήρε την πρώτη του μόρφωση. Στη Θήβα επίσης ήρθε σε επαφή με τον Επαμεινώνδα και τον Πελοπίδα, δύο λαμπρούς ηγέτες, οι οποίοι έγιναν πρότυπά του. Οταν ανέλαβε τη διοίκηση της Μακεδονίας προσπάθησε αμέσως να συγκροτήσει μια μικρή αλλά άψογα οργανωμένη στρατιωτική δύναμη. Το γεγονός ότι ο θάνατος του αδελφού του τον βρήκε με έναν στρατό υπό τις διαταγές του συνετέλεσε κατά πολύ στην επιτυχία του. Αρχικά ο Φίλιππος ανέλαβε την εξουσία ως επίτροπος του γιου τού Περδίκκα αλλά όταν τα πράγματα δυσκόλεψαν αναγκάστηκε να αναλάβει την εξουσία ο ίδιος. Ο Φίλιππος είχε τρεις ακόμη αδελφούς, τον Αρχέλαο, τον Αριδαίο και τον Μενέλαο, γιους του Αμύντα από άλλη σύζυγο ή ερωμένη. Ο πρώτος δολοφονήθηκε αμέσως μετά την ενθρόνιση του Φιλίππου ενώ οι άλλοι δύο σκοτώθηκαν όταν συμμάχησαν με τους Ολυνθίους.
Από το 358 ως το 354 π.Χ. ο Φίλιππος κατόρθωσε να εξοντώσει τους εσωτερικούς εχθρούς, να υποτάξει τα βάρβαρα έθνη γύρω από τη Μακεδονία και να αφαιρέσει από τους Αθηναίους τα περισσότερα από τα παράλιά της, τα οποία κατείχαν. Μετά την κατάληψη της Αμφίπολης και την ίδρυση της μακεδονικής αποικίας με το όνομα Φίλιπποι, κατοχυρώθηκε και ο έλεγχος της περιοχής του Παγγαίου όρους, ανατολικά του Στρυμόνα, περιοχή που άλλοτε διεκδικούσαν οι Θάσιοι και οι Αθηναίοι εξαιτίας των μεταλλίων της, τα οποία απέφεραν στον βασιλιά της Μακεδονίας ετήσια έσοδα ύψους χιλίων ταλάντων. Τότε ο Φίλιππος έκοψε και νέο αργυρό νόμισμα το οποίο έφερε το όνομά του. Ο στρατός που δημιούργησε με τα χρήματα αυτά εξασφάλισε τη βασιλεία του και έθεσε τις βάσεις για την επέκταση του μακεδονικού βασιλείου.
Ο Φίλιππος παντρεύτηκε την Ολυμπιάδα, την κόρη του βασιλιά των Μολοσσών Νεοπτόλεμου. Το καλοκαίρι του 356 π.Χ. η Ολυμπιάδα έφερε στον κόσμο τον Μέγα Αλέξανδρο. Αργότερα, το 352 π.Χ., προς επισφράγιση των σχέσεών του με τη θεσσαλική κοινοπολιτεία, ο Φίλιππος πήρε δεύτερη σύζυγό του τη Φεραία Νικησίπολη.
Αν και νικητής στη μάχη της Χαιρώνειας, ο Φίλιππος υιοθέτησε μετριοπαθή στάση προς τους αντιπάλους του και ειδικά προς τους Αθηναίους, από τους οποίους απέσπασε μόνο τη Θρακική Χερσόνησο ζητώντας μάλιστα και τη συμπαράστασή τους κατά της πειρατείας. Οι ρυθμίσεις μετά τη Χαιρώνεια απέβλεπαν σε μια ενωμένη Ελλάδα με απώτερο σκοπό την εξόρμηση προς ανατολάς. Λίγο μετά την εισήγησή του όμως για πανελλήνια εκστρατεία κατά του Ξέρξη, ο Φίλιππος δολοφονήθηκε, το 336 π.Χ., στις Αιγές, από τον Παυσανία, έναν από τους σωματοφύλακές του, κατά τον εορτασμό της έναρξης της εκστρατείας του και των γάμων της κόρης του Κλεοπάτρας με τον Αλέξανδρο των Μολοσσών. Αν και οι λόγοι της δολοφονίας του δεν διευκρινίστηκαν ποτέ, πιθανά αίτια θεωρούνται τόσο το παλαιό μίσος της συζύγου του Ολυμπιάδας, η οποία είχε ενοχληθεί από την πολυγαμία του, καθώς και πιθανή συνωμοσία εναντίον του, της οποίας γνώστης ήταν και ο Δημοσθένης.
Δημοσθένης (384-322 π.Χ.)
Περίπου 40 χρόνια μετά τον θάνατο του Δημοσθένη οι Αθηναίοι τού έστησαν χάλκινο ανδριάντα, έργο του γλύπτη Πολύευκτου, στη βάση του οποίου γράφτηκε: «Είπερ ίσην ρώμην γνώμη, Δημόσθενες, είχες / ούποτ’ αν Ελλήνων ήρξεν Αρης Μακεδών» («Αν είχες, Δημοσθένη, τόση ρώμη όση γνώση / δεν θα κατακτούσε ποτέ τους Ελληνες ο Μακεδόνας Αρης»).
Ο Δημοσθένης γεννήθηκε στον Δήμο Παιανίας της Αττικής και ανήκε σε ευκατάστατη οικογένεια. Ο πατέρας του Δημοσθένης ήταν οπλουργός. Η μητέρα του Κλεοβούλη καταγόταν από Ελληνες της Σκυθίας, γεγονός που επέτρεψε αργότερα στον άσπονδο εχθρό του Δημοσθένη ρήτορα Αισχίνη να τον αποκαλεί χλευαστικά «Σκύθη». Τη μάλλον καχεκτική σωματική του διάπλαση και τη βραδυγλωσσία του ο Δημοσθένης τη χρωστούσε στους τρεις επιτρόπους που είχε ορίσει ο πατέρας του λίγο προτού πεθάνει για να φροντίζουν την οικογένειά του και την περιουσία του. Ο Δημοσθένης ήταν μόλις επτά ετών. Οι επίτροποι παραμέλησαν την περιουσία του αποθανόντος και τη σωματική και πνευματική αγωγή του γιου του. Προικισμένος με ευφυΐα και μεγάλη ψυχική δύναμη ο μετέπειτα μεγαλύτερος ρήτορας της αρχαιότητας άρχισε στην εφηβεία του να ενδιαφέρεται για τη ρητορική με σκοπό να προσαγάγει κάποτε σε δίκη τους κηδεμόνες του.
Οταν ο Δημοσθένης έγινε 18 ετών και πήρε στα χέρια του τα απομεινάρια της πατρικής περιουσίας, αποφάσισε να υπερασπιστεί ο ίδιος την υπόθεσή του στο δικαστήριο. Μαθήτευσε κοντά στον δικανικό ρήτορα Ισαίο ενώ παράλληλα μελετούσε τον Θουκυδίδη. Με τρομερή θέληση κατανίκησε τη βραδυγλωσσία του και δυνάμωσε τη φωνή του για να μπορεί να αγορεύει μπροστά σε θορυβώδες κοινό. Οπως μας πληροφορεί ο Πλούταρχος, ο Δημοσθένης πήγαινε καθημερινά στην παραλία και, βάζοντας χαλίκια στο στόμα του, επαναλάμβανε από στήθους λόγους που είχε ακούσει στη Βουλή μιλώντας όσο μπορούσε πιο δυνατά μπροστά στα μανιασμένα κύματα που έσκαγαν με πάταγο στην ακτή.
Οι πρώτοι λόγοι που εκφώνησε ο Δημοσθένης ήταν κατά των κηδεμόνων του. Κέρδισε τη δίκη και την αρχή μιας λαμπρής σταδιοδρομίας. Γρήγορα διακρίθηκε ως λογογράφος, απέκτησε φήμη, χρήματα και όταν, στα 30 του χρόνια, θέλησε να αφιερωθεί στην πολιτική, ήταν πλέον αρκετά εύπορος. Η πρώτη εμφάνισή του στον πολιτικό στίβο της Βουλής και της Εκκλησίας του Δήμου έγινε το 354 π.Χ. με τον λόγο «Περί συμμοριών» που αφορούσε την υποχρέωση των ευπόρων πολιτών να δώσουν χρήματα για τη συγκρότηση στόλου εν όψει της φήμης νέας περσικής απειλής.
Λίγο αργότερα όμως ο Δημοσθένης κατάλαβε ότι η πραγματική απειλή δεν ήταν οι Πέρσες αλλά οι Μακεδόνες του Φιλίππου Β´ και προσπάθησε με τους τέσσερις «Φιλιππικούς» (η γνησιότητα του Δ´ αμφισβητείται) και τους τρεις «Ολυνθιακούς», καθώς και με τους λόγους «Περί ειρήνης» και «Περί των εν Χερρονήσω», να πείσει τους συμπατριώτες του να οργανωθούν για να αντιμετωπίσουν τον «Μακεδόνα Αρη».
Ωστόσο η φιλομακεδονική παράταξη είχε αρκετούς οπαδούς. Αρχηγός της ήταν ο ρήτορας Αισχίνης, τον οποίο ο Δημοσθένης κατηγόρησε στον «Περί παραπρεσβείας» λόγο του για δωροληψία (από τον Φίλιππο) κατά τη σύναψη της Φιλοκρατείου ειρήνης ανάμεσα στους Μακεδόνες και στους Αθηναίους το 346 π.Χ.
Με τον «Γ’ Φιλιππικό» του ο Δημοσθένης έπεισε τελικά τους Αθηναίους να συμμαχήσουν με τους Θηβαίους για να αντισταθούν εναντίον του Φιλίππου. Αλλά στη μάχη της Χαιρώνειας οι σύμμαχοι ηττήθηκαν. Ο Φίλιππος δείχνοντας επιείκεια κατέλαβε μόνο τη Θήβα. Στη μάχη είχε λάβει μέρος και ο Δημοσθένης, αλλά ο Αισχίνης τον κατηγόρησε ότι είχε δειλιάσει και είχε φύγει «ρίψας τα όπλα». Ωστόσο, παρά την ήττα στη Χαιρώνεια και τις κατηγορίες του Αισχίνη, η επιρροή του Δημοσθένη όχι μόνο δεν μειώθηκε αλλά αυξήθηκε κιόλας.
Με την είδηση της δολοφονίας του Φιλίππου ο Δημοσθένης έπεισε τους Αθηναίους να βοηθήσουν τους Θηβαίους να εξεγερθούν. Οργισμένος ο γιος του Φιλίππου Αλέξανδρος, αφού κατέστειλε την εξέγερση των Θηβαίων, ζήτησε από τους Αθηναίους να του παραδώσουν τον Δημοσθένη. Επενέβησαν όμως μερικοί της φιλομακεδονικής παράταξης και ο Αλέξανδρος ανακάλεσε την αξίωσή του. Ο Δημοσθένης παρέμεινε στην Αθήνα προσπαθώντας να κατατροπώσει τον αντίπαλό του Αισχίνη. Τα κατάφερε το 330 π.Χ. με τον περίφημο λόγο του «Περί του στεφάνου» υποστηρίζοντας ότι η φιλομακεδονική πολιτική του Αισχίνη ήταν προδοτική. Ο Αισχίνης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα.
Ωστόσο και η τύχη του Δημοσθένη δεν ήταν καλύτερη. Λίγα χρόνια αργότερα κατηγορήθηκε ότι είχε καταχραστεί 20 τάλαντα από τα χρήματα που είχε φέρει μαζί του ο θησαυροφύλακας του Μεγάλου Αλεξάνδρου Αρπαλος όταν κατέφυγε στην Αθήνα το 324 π.Χ. Ο Δημοσθένης καταδικάστηκε σε πρόστιμο 50 ταλάντων και, επειδή δεν τα είχε, κλείστηκε στη φυλακή, από όπου δραπέτευσε και κατέφυγε στην Τροιζήνα.
Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.Χ. ο Δημοσθένης επέστρεψε στην Αθήνα, αφού είχε αναιρεθεί με ειδικό ψήφισμα η καταδίκη του, ελπίζοντας ότι επιτέλους είχε γλιτώσει από τους Μακεδόνες. Και όμως μετά την ήττα των Ελλήνων στον Λαμιακό Πόλεμο ο μακεδόνας αντιβασιλέας Αντίπατρος καταδίκασε σε θάνατο τους πρωταιτίους και φυσικά τον Δημοσθένη. Για να αποφύγει τη σύλληψη ο Δημοσθένης κατέφυγε στον Ναό του Ποσειδώνος στην Καλαύρεια (σημερινό Πόρο) αλλά οι διώκτες του τον ανακάλυψαν και αυτός, αντί να παραδοθεί, προτίμησε να αυτοκτονήσει πίνοντας κώνειο.



