Ο κ. Απόστολος Ταμβακάκης είναι υποδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Με μακρά εμπειρία στον τραπεζικό κλάδο, τον οποίον υπηρετεί περισσότερο από μία δεκαετία από διευθυντικές θέσεις, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, εκτιμά ότι η καθιέρωση του ευρώ θα στρέψει το επενδυτικό κοινό σε πιο επιθετικές επιλογές. Ως εκ τούτου, οι τράπεζες ετοιμάζονται να καλύψουν τις ανάγκες αυτές των επενδυτών, προσφέροντας κυρίως σε συνεργασία με χρηματοοικονομικούς οίκους του εξωτερικού προϊόντα που θα καλύπτουν σχεδόν στο σύνολό του το φάσμα των επενδυτικών επιλογών που προσφέρονται σήμερα στις διεθνείς αγορές. Ο ίδιος εκτιμά ότι σε έναν χρόνο σημαντικό κομμάτι της ζήτησης για επενδυτικά προϊόντα θα αφορά προϊόντα που δεν θα είναι συνδεδεμένα με την ελληνική αγορά και θεωρεί ότι η Ευρώπη προσφέρει επενδυτικές ευκαιρίες.
Τι θα φέρει το ευρώ όσον αφορά τις επενδύσεις;
«Η καθιέρωση του ευρώ ως κοινού νομίσματος θα αναπτύξει σταδιακά μια σημαντική ζήτηση για επενδυτικά προϊόντα πιο επιθετικής μορφής από αυτά που διατίθενται σήμερα στην ελληνική αγορά. Και αυτό διότι, για να διατηρήσει κανείς τη σταθερή απόδοση, π.χ. 11%, που απολάμβανε από ένα αμοιβαίο διαχείρισης διαθεσίμων στο τέλος του 1999 και η οποία στο τέλος του 2000 θα είναι της τάξεως του 4%, θα πρέπει να αναλάβει υψηλότερο ρίσκο, να γίνει, δηλαδή, πιο επιθετικός στις επιλογές του. Αυτό, άλλωστε, συνέβη και σε άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ, όπως για παράδειγμα στην Ιταλία και στην Ισπανία».
Τι προϊόντα θα είναι αυτά;
«Θα είναι είτε καταθετικά προϊόντα βασισμένα στα παράγωγα, όπως καταθέσεις εγγυημένου κεφαλαίου, οι οποίες προσφέρουν ασφάλεια στο κεφάλαιο του επενδυτή και επιπλέον είναι σε θέση να αποφέρουν κάποια απόδοση η οποία συνδέεται κατά κύριο λόγο με την πορεία χρηματιστηριακών αγορών, είτε μετοχικά και μεικτά αμοιβαία κεφάλαια».
Και πού θα επενδύουν;
«Θα δημιουργηθεί μια ευρεία γκάμα προϊόντων που θα καλύπτει σχεδόν στο σύνολό του το φάσμα των επενδυτικών επιλογών που υπάρχουν σήμερα στις διεθνείς αγορές και συνεχώς διευρύνεται. Οι έλληνες επενδυτές θα πρέπει να αναζητήσουν ευκαιρίες, όχι μόνο στις ευρωπαϊκές αγορές, αλλά και πέρα από αυτές. Για παράδειγμα, πριν από έξι μήνες στην Ισπανία, μια χώρα που ακολούθησε παρόμοια πορεία με αυτή της Ελλάδος, ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής η συμμετοχή σε επενδυτικά κεφάλαια που επένδυαν στην Ινδονησία».
Είναι σε θέση οι ελληνικές τράπεζες και τα αμοιβαία κεφάλαια να προσφέρουν τόσο ευρεία γκάμα προϊόντων;
«Είναι γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων δεν έχουν εμπειρία τοποθετήσεων στις διεθνείς αγορές. Για τον λόγο αυτόν θα αναζητήσουν συνεργασίες με εταιρείες του εξωτερικού που κάνουν αυτή ακριβώς τη δουλειά, είτε πρόκειται για διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είτε για επενδυτικά κεφάλαια».
Για τι είδους συνεργασίες μιλάτε;
«Οι συνεργασίες αυτές μπορούν να είναι πολλών και διαφόρων μορφών, όπως αντιπροσωπεία ξένων funds, διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων από το εξωτερικό για λογαριασμό ελληνικών τραπεζών και εταιρειών, co-branded αμοιβαία, συμμετοχή εκ μέρους ελληνικών τραπεζών στο κεφάλαιο εταιρειών asset management του εξωτερικού κτλ.».
Δημιουργεί πρόβλημα για τις τράπεζες η στροφή των επενδυτών από τις παραδοσιακές καταθέσεις στα σύγχρονα επενδυτικά προϊόντα, καθώς τις αποστερεί από «φθηνή» πρώτη ύλη;
«Μπορεί το κόστος του χρήματος για τις τράπεζες να αυξηθεί, όμως έχει αποδειχθεί ότι σε τελική ανάλυση τα έσοδα από τις προμήθειες που εισπράττουν οι τράπεζες για τη διαχείριση και τη διάθεση των σύγχρονων προϊόντων υπερκαλύπτουν το υψηλότερο κόστος χρήματος».
Πώς εκτιμάτε, λοιπόν, ότι θα έχει διαμορφωθεί το σκηνικό σε έναν χρόνο από σήμερα;
«Από τα μέσα του 2001 και μετά υπολογίζεται ότι το 40% της ζήτησης για επενδυτικά προϊόντα θα αφορά προϊόντα που δεν θα είναι συνδεδεμένα με την ελληνική αγορά. Και αυτό διότι εκτιμάται ότι οι προοπτικές ανάπτυξης των ευρωπαϊκών οικονομιών είναι ευοίωνες και ως εκ τούτου θα υπάρξουν και επενδυτικές ευκαιρίες. Η Ευρώπη, στο σύνολό της, έχει μέλλον».
Για τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια και ως εκ τούτου και για τη Σοφοκλέους τι σημαίνει η υιοθέτηση του ευρώ;
«Οι οικονομίες που συγκλίνουν μακροοικονομικά συγκλίνουν και μικροοικονομικά. Ως εκ τούτου, αναμένεται και σύγκλιση στο επίπεδο των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών. Βέβαια, σε πρώτη φάση υπάρχει το πρόβλημα της αποτίμησης των χρηματιστηρίων και των μετοχών που τίθενται προς διαπραγμάτευση σε αυτά. Είναι δηλαδή ακριβότερο, π.χ., το ελληνικό Χρηματιστήριο από το ισπανικό ή το ιταλικό, επειδή έχει υψηλότερο Ρ/Ε; Για να απαντήσει κανείς στο ερώτημα αυτό, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του και τις ιδιαιτερότητες της κάθε αγοράς».



