Αν και το κοινό έδειξε να απολαμβάνει το τραγούδι του Γιόνας Κάουφμαν στην πρόσφατη εμφάνισή του στον συναυλιακό χώρο του Πολιτιστικού και Συνεδριακού Κέντρου της Λουκέρνης (KKL), δεν έλειψαν οι αντιδράσεις. Αιτία ήταν η χρήση μικροφώνου από τον διάσημο γερμανό τενόρο, σε μια αίθουσα που φημίζεται για την κρυστάλλινη ακουστική της. «Εμοιαζε σαν ο σταρ της Μπάγερν Μονάχου, Χάρι Κέιν, να εκτέλεσε πέναλτι σε άδειο τέρμα» σχολίασε ο Κρίστιαν Μπέρζινς στη «Luzerner Zeitung». Ο δημοσιογράφος και κριτικός κλασικής μουσικής παρατήρησε πως το μικρόφωνο λειτουργούσε ως ένα «ηλεκτρονικό δίχτυ ασφαλείας, με αποτέλεσμα μια άνοστη ομοιομορφία στην ένταση». Αρκετοί συμφώνησαν μαζί του, ενώ ακόμη και συνάδελφοι του τενόρου βρήκαν την ευκαιρία να στάξουν δηλητήριο – όπως η συμπατριώτισσά του υψίφωνος Ζιμόνε Κέρμες, η οποία σχολίασε πως «η χρήση μικροφώνου σε αυτή την αίθουσα είναι ντροπιαστική» – επιβεβαιώνοντας πόσο ανταγωνιστικός είναι ο κόσμος του λυρικού τραγουδιού.
Ο Κάουφμαν, ερμηνεύοντας τους δυσκολότερους ρόλους του ρεπερτορίου του τενόρου, έχει αποδείξει πως δεν χρειάζεται ενίσχυση για να μιλήσει στην ψυχή των θεατών. Με αυτή του όμως την εμφάνιση, επανέφερε ένα θέμα-ταμπού για τον κόσμο του λυρικού τραγουδιού. Τελικά μπορούν οι λυρικοί καλλιτέχνες να τραγουδούν με μικρόφωνο χωρίς αυτό να θεωρείται καλλιτεχνική υποχώρηση; Στην πραγματικότητα, έχουν εκπαιδευθεί ώστε να μπορούν να στέλνουν τη φωνή τους χωρίς καμία ενίσχυση ως το τελευταίο κάθισμα της αίθουσας όπου εμφανίζονται. Ομως τα σύγχρονα θέατρα και οι νέες αίθουσες συναυλιών γίνονται ολοένα μεγαλύτερα. Και συχνά ξεπερνούν τα φυσικά όρια της ανθρώπινης φωνής. Γι’ αυτό ακόμη και ιστορικοί λυρικοί θεσμοί χρησιμοποιούν πλέον διακριτική φωνητική ενίσχυση.
Αλλο άριες, άλλο ποπ
Στην επίμαχη συναυλία ο καλλιτέχνης παρουσίασε το νέο του άλμπουμ «Magische Töne» («Μαγικοί Τόνοι»), με τίτλο εμπνευσμένο από την ομώνυμη άρια του τενόρου στην όπερα «Η βασίλισσα του Σαβά» του Καρλ Γκόλντμαρκ. Η ηχογράφηση επικεντρώνεται σε συνθέσεις που γράφτηκαν κυρίως στη γερμανική γλώσσα, καλύπτοντας μια περίοδο από τον ρομαντισμό έως τις αρχές του 20ού αιώνα.
Σύμφωνα με πηγές φιλικά προσκείμενες στον γερμανό σταρ, τη χρήση μικροφώνου υπαγόρευαν οι ανάγκες ενός προγράμματος που εκτός από άριες περιλάμβανε και «Schlager» – πρόκειται για ένα είδος ποπ μουσικής που προέρχεται κυρίως από τη Γερμανία και την Αυστρία, και είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στις κεντροευρωπαϊκές και βόρειες χώρες. Το ίδιο είχε κάνει ο Κάουφμαν και παλαιότερα, σε ρεσιτάλ που δεν περιλάμβαναν αποκλειστικά όπερα και όπου ο ίδιος είχε κρίνει πως μια διακριτική μικροφωνική ενίσχυση θα λειτουργούσε θετικά.
Από τον Παβαρότι στον Μποτσέλι
Δεν είναι η πρώτη φορά που καταγράφονται τέτοιες αντιδράσεις. Η όπερα παραμένει ένα από τα τελευταία μουσικά είδη όπου η μη χρήση μικροφώνου θεωρείται βασικό στοιχείο αυθεντικότητας, ακριβώς επειδή η τεχνική του λυρικού τραγουδιού βασίζεται στην ικανότητα της φωνής να ακούγεται πάνω από την ορχήστρα χωρίς ενίσχυση. Γι’ αυτό και κάθε περίπτωση ενίσχυσης έχει προκαλέσει αντιδράσεις – άλλοτε απέναντι στους τραγουδιστές και άλλοτε απέναντι στα θέατρα. Οι συναυλίες των «Τριών Τενόρων» (Λουτσιάνο Παβαρότι, Χοσέ Καρέρας, Πλάθιντο Ντομίνγκο), παρά την τεράστια εμπορική επιτυχία τους, επικρίθηκαν από πολλούς που θεωρούσαν ότι αλλοίωναν την ουσία του λυρικού τραγουδιού.

REUTERS/Mike Segar
Ο Λουτσιάνο Παβαρότι, το απόλυτο σύμβολο της «αυθεντικής» οπερατικής φωνής, κατακρίθηκε πολλές φορές για τη χρήση μικροφώνου στα τελευταία χρόνια της καριέρας του. Ο σταρ υπέπεσε και σε σοβαρά (για το επίπεδό του) ολισθήματα όταν, σε δύο περιπτώσεις, σε εμφάνισή του στη Μόντενα και αργότερα στην τελετή έναρξης των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων του 2006 στο Τορίνο, τραγούδησε playback. Ο Αντρέα Μποτσέλι, ο οποίος τραγουδά σταθερά με μικροφωνική ενίσχυση, γνώρισε τεράστια λαϊκή αποδοχή, χωρίς όμως να γίνει ποτέ πλήρως αποδεκτός από τον αυστηρό κόσμο της όπερας. Ο λόγος είναι πως η καλλιτεχνική του ταυτότητα κινείται διαρκώς ανάμεσα στη λυρική παράδοση και την ποπ αισθητική, με σαφή κλίση προς τη δεύτερη.
Το μικρόφωνο ως σωσίβιο
Βεβαίως, ο Αντρέα Μποτσέλι αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση: είναι ένας crossover καλλιτέχνης που, παρά τη διεθνή επιτυχία του, δεν ανέπτυξε ποτέ ευρύ ρεπερτόριο στην όπερα, ούτε συνδέθηκε οργανικά με τη διαδρομή ενός κλασικού λυρικού τραγουδιστή – η παρουσία του στην όπερα περιορίστηκε κυρίως σε ηχογραφήσεις, σπάνια εμφανίστηκε σε ολοκληρωμένες σκηνικές παραγωγές.

EPA/MONTSERRAT T DIEZ
Αντιθέτως, στην περίπτωση του Χοσέ Καρέρας, ενός σημαντικού καλλιτέχνη με πολύ μεγάλο ρεπερτόριο, το μικρόφωνο ήταν ο σύμμαχος που του επέτρεψε να συνεχίσει να εμφανίζεται σε μεγάλους χώρους, όταν μετά την περιπέτεια με την υγεία του και την επιστροφή του στη σκηνή στα τέλη της δεκαετίας του ’80, η φωνή του είχε χάσει μέρος της λάμψης και της αντοχής της.
Το λυρικό τραγούδι «εκσυγχρονίζεται»
Για τους κύκλους της όπερας, το μικρόφωνο δεν θεωρείται απλώς τεχνικό βοήθημα αλλά παρέμβαση που μεταβάλλει την ίδια τη φύση της τέχνης: τη σχέση ανάμεσα στο σώμα, την αναπνοή, τη φωνή και τον χώρο. Από την άλλη πλευρά, οι νέες συνθήκες των μεγάλων ανοιχτών συναυλιών, των τηλεοπτικών μεταδόσεων και των φεστιβάλ καθιστούν τη χρήση της τεχνολογίας σχεδόν αναπόφευκτη. Οι σύγχρονες σκηνοθεσίες απαιτούν ολοένα συχνότερα από τους τραγουδιστές να κινούνται αδιάκοπα στη σκηνή, να τραγουδούν ξαπλωμένοι, γυρισμένοι προς τα πίσω, μέσα σε σύνθετα σκηνικά που δεν ευνοούν την ακουστική προβολή της φωνής.
Πολλά μεγάλα θέατρα και φεστιβαλικοί χώροι δεν διαθέτουν την ιδανική ακουστική των ιστορικών αιθουσών του 19ου αιώνα, πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η τεχνική του λυρικού τραγουδιού. Το κοινό έχει συνηθίσει πλέον σε έναν διαφορετικό ηχητικό πολιτισμό: μεγάλωσε με μικρόφωνα, streaming πλατφόρμες και ποπ συναυλίες, όπου κάθε ψίθυρος ακούγεται καθαρά. Η φυσική φωνή μιας όπερας μπορεί να ακούγεται σήμερα λιγότερο οικεία από έναν διακριτικά ενισχυμένο ήχο. Επιπλέον, οι φωνές αλλάζουν. Πολλοί μαέστροι και δάσκαλοι τραγουδιού παρατηρούν ότι οι πραγματικά μεγάλες, δραματικές φωνές που μπορούσαν να ακουστούν χωρίς δυσκολία πάνω από μεγάλες ορχήστρες γίνονται ολοένα πιο σπάνιες.
Υπάρχει βεβαίως και η οικονομική διάσταση: Οι υπαίθριες παραγωγές, τα γιγαντιαία gala, οι μεταδόσεις σε πλατείες, κινηματογράφους και ψηφιακές πλατφόρμες αποτελούν πλέον βασικό κομμάτι της βιομηχανίας της όπερας. Σε τέτοιες συνθήκες, η μικροφωνική ενίσχυση είναι αναπόφευκτη. Για τους πιο παραδοσιακούς φίλους του είδους, όλα αυτά μοιάζουν με απώλεια της ουσίας της όπερας, της ανθρώπινης φωνής που γεμίζει έναν χώρο χωρίς τεχνικά βοηθήματα. Ισως όμως και να πρόκειται απλώς για την επόμενη ιστορική προσαρμογή ενός είδους που ανέκαθεν εξελισσόταν.






