Στη μέση της κουβέντας μας, έχει σηκώσει τα χέρια της η Κριστίνα Ριβέρα Γκάρσα, για να μου περιγράψει το «violentómetro», πώς λειτουργεί αυτός ο «μετρητής της βίας» που εισήγαγε το 2009 η ερευνήτρια και καθηγήτρια Μάρτα Αλίσια Τρόνκο Ρόσας από το Εθνικό Πολυτεχνικό Ινστιτούτο του Μεξικού (Instituto Politécnico Nacional – ΙPN).
Πρόκειται, ουσιαστικά, για ένα χρήσιμο εργαλείο που συλλαμβάνει, συστηματοποιεί και δείχνει σαν ένα είδος διαβαθμισμένου χάρακα την κλιμακωτή επικινδυνότητα της έμφυλης βίας μέσα στην καθημερινή ζωή και στις διαπροσωπικές σχέσεις.
Το «violentómetro» έχει υιοθετηθεί, εν τω μεταξύ, από πολλούς διεθνείς οργανισμούς. Κάτω, στη βάση του χάρακα, το χρώμα είναι πράσινο (τα «αστεία» λόγια, οι «αθώες» συμπεριφορές). Και όσο ανεβαίνουμε, καθώς περνάμε διαδοχικά το κίτρινο και το πορτοκαλί, αφού μεσολαβήσουν δηλαδή ποικίλες μορφές ψυχολογικής και σωματικής κακοποίησης, φθάνουμε πάνω, στο ανώτερο σημείο του χάρακα, στο κόκκινο χρώμα, το πλέον δυσοίωνο, σε μια κατάσταση κατά την οποία η θανάσιμη απειλή μετατρέπεται, συχνότατα, σε γυναικοκτονία.
«Είμαστε αυτές από το παρελθόν και είμαστε και αυτές από το μέλλον και συγχρόνως είμαστε άλλες. Είμαστε άλλες και είμαστε οι ίδιες όπως πάντα. Γυναίκες σε αναζήτηση δικαιοσύνης. Γυναίκες εξουθενωμένες και ενωμένες. Μπουχτισμένες, αλλά με την υπομονή που μόνο οι αιώνες σφυρηλατούν. Και για πάντα οργισμένες» γράφει, ήδη από τις πρώτες σελίδες, η 62χρονη Κριστίνα Ριβέρα Γκάρσα στο βιβλίο της «Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα» (El invencible verano de Liliana, 2021) που τιμήθηκε το 2024 για την αγγλική του εκδοχή με το Βραβείο Pulitzer στις ΗΠΑ (στην κατηγορία «Απομνημονεύματα ή Αυτοβιογραφία»).
Επίκεντρο αυτής της υβριδικής, πολύτροπης και συνταρακτικής αφήγησης, μιας μοναδικής αφήγησης από αρκετές απόψεις, μιας αφήγησης που στοιχειώνει αλλά και αφυπνίζει, μιας αφήγησης υπαρξιακής και μαχητικής εξίσου, είναι η μικρότερη αδελφή της συγγραφέως, η Λιλιάνα Ριβέρα Γκάρσα, η οποία υπήρξε θύμα γυναικοκτονίας στις 16 Ιουλίου 1990, όταν δολοφονήθηκε στο διαμέρισμά της στην Πόλη του Μεξικού, σε ηλικία μόλις 20 ετών, φοιτήτρια αρχιτεκτονικής τότε, από «έναν σύντροφο που δεν την άφηνε να φύγει».
Ο θύτης, Ανχελ Γκονσάλες Ράμος, διέφυγε, δεν τιμωρήθηκε ποτέ, δεν φυλακίστηκε ποτέ (εξαιτίας μιας τρομακτικής αδιαφορίας, θεσμικής και πολιτισμικής, άρρηκτα συνδεδεμένης με την κρατική και πατριαρχική εξουσία).

Photo Credits: Σίσσυ Μόρφη
Συναντώ την Κριστίνα Ριβέρα Γκάρσα στην Αθήνα, στο πλαίσιο του 18ου Φεστιβάλ Ιβηροαμερικανικής Λογοτεχνίας (ΛΕΑ), και συζητάμε με αφορμή την άψογη ελληνική έκδοση του βιβλίου της (μτφρ. Ασπασία Καμπύλη, Χριστίνα Φιλήμονος, εκδόσεις Carnívora, 2025).
Η ίδια έχει μόλις επιστρέψει στο ξενοδοχείο από την επίσκεψή της στην Ακρόπολη. Είναι ενθουσιασμένη, δεν είχε ξαναέρθει στη χώρα μας. Πίνει ανθρακούχο νερό. Αποπνέει μια αυστηρή ευγένεια, κάτι συγκροτημένο ή, μάλλον, κάτι αδιάβρωτο, αγέρωχο.
Ανακαλώ τώρα, από το βιβλίο σας, ένα από τα γράμματα της αδελφής σας προς τον μετέπειτα δολοφόνο της. «Δεν λέω ότι η ζωή μου είναι καμιά ελληνική τραγωδία, επειδή δεν είναι…» αναφέρει κάπου η Λιλιάνα. Δεν μπορούσε να ξέρει, βεβαίως. Αποτελεί η περίπτωσή της κομμάτι μιας ευρύτερης τραγωδίας εν εξελίξει;
Ναι, νομίζω ότι οι γυναικοκτονίες εξακολουθούν να είναι μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της εποχής μας. Αν τις δούμε, μάλιστα, πέραν των άλλων διαστάσεων, και μέσα από ένα πολύ συγκεκριμένο πρίσμα: πόσο αποτυγχάνει, πόσο απογοητεύει, πόσο απελπίζει η ίδια η γλώσσα.
Οι ηγεμονικές, πατριαρχικές αφηγήσεις μάς εμποδίζουν να δούμε πραγματικά – και μέσω της αποσιώπησης – αυτό που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας: την πολυεπίπεδη βία σε βάρος των γυναικών λόγω του φύλου τους και την πλέον ακραία, οριακή μορφή αυτής της βίας που είναι ο φόνος, ο αφανισμός, η γυναικοκτονία.
Στο Μεξικό διαπράττονται περίπου δέκα γυναικοκτονίες την ημέρα. Εμένα μου πήρε κάμποσο καιρό, δεκαετίες ολόκληρες, για να γράψω το “Αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα” και υπάρχει ένα βασικότατος λόγος για αυτό: έπρεπε στο μεταξύ να αναπτυχθεί μια άλλη γλώσσα στην κοινωνία, έπρεπε να βρούμε μια άλλη γλώσσα ως κοινωνία, μια γλώσσα επαρκή, ακριβή αλλά και συμπονετική προκειμένου να αφηγηθούμε τέτοιες επίπονες, τραυματικές ιστορίες. Προσέξτε, όχι από τη σκοπιά των θυτών, αλλά των θυμάτων. Των θυμάτων, των οικογενειών τους και των κοινοτήτων τους.
Εσείς διερωτάσθε στο βιβλίο σας, «ποιος μπορεί να κρίνει αν τριάντα χρόνια είναι λίγα ή πολλά» – εννοείται, όταν δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη, όπως συνέβη με τη Λιλιάνα. Κι όμως, υπάρχουν ακόμα και σήμερα άνθρωποι που, με αφορμή διάφορα περιστατικά έμφυλης βίας, όχι αναγκαστικά θανατηφόρα, κρίνουν τα θύματα και τα κρίνουν σκληρά…
Αυτού του είδους η σκληρή στάση, όταν δεν είναι παντελώς απάνθρωπη, φαίνεται πως αδυνατεί να συνεκτιμήσει πόσο δύσκολο είναι να εντοπιστεί και να προσδιοριστεί η βία. Αν δεν ταυτοποιήσεις κάτι, δεν μπορείς να το εκθέσεις, πολλώ δε μάλλον να το αντιπαλέψεις.
Οφείλουμε να σκεφτούμε πολύ σοβαρά ότι, ιδίως στο πλαίσιο της σημερινής ευαισθησίας, η έμφυλη βία καλλιεργείται κατά κύριο λόγο μέσα σε μια ολοένα εντονότερη συζήτηση για τα “γκομενικά”, τις σεξουαλικές, ερωτικές ή συντροφικές σχέσεις. Συνεπώς, η σύγχυση καραδοκεί.
Μια σύγχυση, κατά τα λοιπά, ιστορικά και πολιτισμικά αποδεδειγμένη. Οχι, η χειραγώγηση και ο έλεγχος δεν είναι καθόλου ρομαντικά συναισθήματα. Είναι ζητήματα εξουσίας.
Κι όμως, η σύγχυση δεν υποχωρεί. Αλλά και στην περίπτωση, για παράδειγμα, που μια γυναίκα θορυβηθεί και αναγνωρίσει τα σημάδια της βίας εγκαίρως, και πει “αυτά που υφίσταμαι δεν έχουν καμία σχέση με την αγάπη”, και επιχειρήσει να απεμπλακεί, τότε έχει να αναμετρηθεί με μια άτεγκτη κοινωνική γλώσσα, την κυρίαρχη γλώσσα που υποτιμά και μειώνει με χαρακτηριστική ευκολία και το πώς αισθάνεται και τον κίνδυνο που διατρέχει. Ο,τι κι αν πει, η γυναίκα δεν είναι πειστική ή είναι υπερβολική.
Η σημασία των όσων λέει, η αξία των όσων λέει, όλα, αμφισβητούνται με τρόπο σχεδόν ανακλαστικό. Είναι, επίσης, και κάτι άλλο. Η βία δεν εμφανίζεται ξαφνικά από το πουθενά, ούτε είναι αποτέλεσμα της στιγμής, της “κακιάς ώρας”, όπως έλεγαν για τα “εγκλήματα πάθους”.
H βία “χτίζεται” σιγά-σιγά, σε βάθος χρόνου και, από ένα σημείο και μετά, ασκείται αλλά και προσλαμβάνεται ενδεχομένως ως κάτι το “φυσικό”. Και όσο περισσότερο καθίσταται “φυσική”, τόσο πιο θολό και ασαφές γίνεται και να τη δει κανείς την έμφυλη βία και να την κατονομάσει ως τέτοια.
Θα ήθελα να σταθώ στο πένθος. Το πένθος που αποτυπώνετε στο βιβλίο σας, αυτό είναι το φοβερό, είναι ένα πένθος που συνοδεύεται από ενοχή και ντροπή…
Η τρέχουσα, κυρίαρχη αφήγηση, για να επανέλθω, απαιτεί να αισθάνονται οι άνθρωποι ενοχή και ντροπή, είτε ένα θύμα που επέζησε είτε οι οικείοι ενός θύματος που δεν επέζησε. Είναι μια απαίτηση κρυμμένη, άρρητη και αμείλικτη: “Εσύ φταις. Είναι δικό σου το λάθος. Δεν το πρόλαβες. Δεν κατάφερες να προστατέψεις το αγαπημένο σου πρόσωπο”.
H διαδικασία του πένθους στις οικογένειες των θυμάτων γυναικοκτονίας τείνει να στρέφεται προς τα μέσα και να ανακυκλώνει αυτά τα αισθήματα. Η πατριαρχική τάξη ωθεί ξεκάθαρα τις οικογένειες προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση. Γράφοντας το βιβλίο αυτό, αποφάσισα να πάω κόντρα σε αυτή τη διαδικασία του πένθους, να διαχειριστώ κριτικά την απώλεια, να απομακρυνθώ ακόμα και από “παραδοσιακές” φόρμες που θα επαναλάμβαναν απλώς την ιστορία από την πλευρά του θύματος.
Επιχείρησα, συνειδητά, να πλησιάσω τη φωνή της ίδιας της Λιλιάνα, να δημιουργήσω τον χώρο και τον χρόνο ώστε να ακουστεί και να αντηχήσει η δική της φωνή στους υπόλοιπους ανθρώπους. Οι φωνές των θυμάτων, εν προκειμένω της αδελφής μου, προσφέρουν εναλλακτικές προσεγγίσεις πάνω σε τέτοια εγκλήματα.
Να μη χάνουμε το σθένος μας από το πένθος, αυτό το ύπουλο πένθος, να ανακτούμε την ικανότητα δράσης μας, να απαιτούμε δικαιοσύνη έμπρακτα, όχι μόνο για τις αγαπημένες μας αλλά για κάθε γυναίκα που έπεσε και πέφτει θύμα της έμφυλης βίας.
Ξέρετε, στην αρχή, όταν αποφάσισα να ανοίξω και πάλι τον φάκελο της αδελφής μου και να ανακινήσω επισήμως, νομικά, την υπόθεσή της, σκεφτόμουν μόνο αυτό: πώς θα οδηγηθεί στη Δικαιοσύνη ο δολοφόνος της. Δεν σκόπευα να γράψω το οποιοδήποτε βιβλίο.
Και ωστόσο, ευτυχώς, εν τέλει, το γράψατε, Κριστίνα Ριβέρα Γκάρσα. Αναρωτιέμαι, κατά πόσον καθόρισε τη μορφή του βιβλίου το γεγονός ότι και η ίδια η Λιλιάνα έγραφε;
Στο βιβλίο αυτό, δεν υπάρχει μία συγγραφέας. Υπάρχει μια συν-συγγραφέας. Εγώ πιστεύω ότι εμείς οι συγγραφείς δεν δημιουργούμε τίποτα μόνοι μας. Από τη στιγμή που ερχόμαστε σε επαφή και καταπιανόμαστε με την ίδια τη γλώσσα, γράφουμε πάντοτε συντροφιά με άλλους. Η γλώσσα δεν μας ανήκει. Ανήκει στις συλλογικότητες στις οποίες ανήκουμε κι εμείς.
H γλώσσα έρχεται σε εμάς φορτισμένη, γεμάτη ιστορία και σύγκρουση, αλλά και ελπίδα επίσης. Δεν νομίζω ότι θα έγραφα ποτέ αυτό το βιβλίο, με τον τρόπο που εν τέλει το έγραψα, αν δεν έβρισκα το κουράγιο, μετά από τόσα χρόνια, να ανοίξω τις κούτες με τα πράγματα της αδελφής μου και να δω τα προσωπικά γραπτά της Λιλιάνα. Είχα αποπειραθεί να κάνω μια μυθοπλασία, δεν έβγαινε, δεν λειτουργούσε, δεν μου άρεσε.
Ωσπου, διάβασα τα κείμενά της, τα ημερολόγιά της, τις επιστολές της, τις σημειώσεις της. “Αυτό είναι, αυτό ακριβώς έψαχνα” είπα τότε στον εαυτό μου. Δηλαδή, δεν χρειαζόταν να επινοήσω ή να φανταστώ τίποτα εγώ. Εκείνη φρόντισε για αυτό, κατέγραψε τον εαυτό της. Αφησε το ίχνος της. Ηθελε να παραμείνει, να παραμείνει ό,τι κι αν ήταν η ίδια, η Λιλιάνα, τότε, σε τούτο τον κόσμο.
Σκέφτομαι, καθώς σας ακούω, αν έχει νόημα να ρωτήσω τι σημαίνουν για εσάς οι λέξεις, οι έννοιες «παρουσία» και «απουσία»…
Οταν άνοιξα τις κούτες, διαπίστωσα ότι πολλές από τις σημειώσεις της Λιλιάνα, τα χαρτιά στα οποία έγραφε, αργότερα τα είχε διπλώσει προσεκτικά σε σχήματα οριγκάμι. Καθώς τα ξεδίπλωνα, νόμιζα ότι έγερναν προς το μέρος μου, ότι με κοίταζαν, ότι απευθύνονταν σε εμένα τα χαρτιά. Είχα μια πολύ σαφή αίσθηση ότι η Λιλιάνα βρισκόταν εκεί, με έναν τρόπο απτό, δίπλα μου.
Αλλωστε, κανένας δεν είχε αγγίξει αυτά τα χαρτιά εκτός από την ίδια. Ηταν σαν να είχαμε δημιουργήσει οι δυο μας ένα είδος υλικής σύνδεσης. Εβαζα το χέρι μου εκεί όπου το είχε βάλει εκείνη, χωρίς να έχει παρεμβληθεί τίποτα και κανείς. Θέλω να πω ότι η αίσθηση της παρουσίας της Λιλιάνα δεν ήταν απλώς ένας ευσεβής πόθος από πλευράς μου.
Δεν ήταν, ας πούμε, μαγικός ρεαλισμός. Ηταν κάτι διαφορετικό, σαν διατήρηση μιας υλικής επαφής που συνεχιζόταν πια μέσα από το δικό μου άγγιγμα, τα δικά μου χέρια. Οπότε, όταν αποφάσισα να γράψω το βιβλίο, τη συγκεκριμένη αίσθηση ήθελα να μοιραστώ με τους αναγνώστες. Ηθελα οι αναγνώστες να νιώσουν σαν να είναι και η Λιλιάνα μαζί μας, να νιώσουν τη συντριπτική επιβεβαίωση της παρουσίας της, της ζωής της.
Και κάθε μορφολογική απόφαση που πήρα σε αυτό το βιβλίο, την πήρα προσπαθώντας, αφενός, να φθάσω σε αυτή την εμπειρία μέσω της ίδιας της γραφής και, αφετέρου, να μοιραστώ αυτή την εμπειρία με όλους τους άλλους. Για να το κάνω όμως αυτό, έπρεπε να ακούσω καλά και να δώσω πολύ μεγάλη προσοχή στη Λιλιάνα.
Στα ίδια τα κείμενα της Λιλιάνα. Νομίζω ότι, ιδίως στις μέρες μας, στον κόσμο που ζούμε, το να δίνεις προσοχή είναι πολιτική πράξη.






