Τι είναι τα «απαλά πράγματα» και τι είδους «ασθένεια» προκαλούν; Ηδη από τον τίτλο, στο νέο ποιητικό βιβλίο του Αλέξη Σταμάτη, υποψιαζόμαστε ότι μπαίνουμε σε ένα αμφίσημο σύμπαν όπου κυριαρχεί, όπως διαπιστώνουμε, καθώς διαβάζουμε, ένα πλέγμα ιχνών.
Αυτά τα ίχνη, εσώτερα και διαβαθμισμένα, αδιόρατα αλλά υφιστάμενα, σχετίζονται με όσα διαμορφώνουν έναν άνθρωπο στη μακρά διάρκεια του χρόνου, όσα τον καθορίζουν με τρόπους έμμεσους, απροσδιόριστους, διόλου γραμμικούς. Λοιπόν, τα συγκριμένα ίχνη σχετίζονται, ως επί το πλείστον, με ό,τι δεν αγγίχτηκε, δεν ειπώθηκε, δεν ολοκληρώθηκε. Κάθε τέτοιο ίχνος αποτελεί, δηλαδή, μια εκδοχή της απουσίας και όλα μαζί συγκροτούν τη βαρύτητα της ύπαρξης, του εαυτού, του υποκειμένου.
Τι γίνεται, ωστόσο, όταν το υποκείμενο είναι ποιητικό; Δίπλα στο σώμα της ατομικότητας έχουμε το σώμα της γραφής, δίπλα σε κάτι απτό και φθαρτό έχουμε κάτι άυλο και μνημονικό, δίπλα στο Εγώ έχουμε έναν Αλλο. Παράξενη σύντροφος η ποίηση. Κανέναν δεν έχει ανάγκη. Κι όμως, σε κανέναν δεν κλείνει την πόρτα, εμφανίζεται πάντοτε έτοιμη, πρόθυμη και ανοιχτή να υποδεχθεί ακόμα και τους παλιούς γνωστούς της.
Ο Σταμάτης, με εκτεταμένο έργο στην πεζογραφία, επιστρέφει στην ποίηση ύστερα από μια εικοσαετία και πλέον. Η Ασθένεια των απαλών πραγμάτων είναι ένας γόνιμος γυρισμός, στοχαστικός μες στην ευθραυστότητά του, συγκινητικός μες στην επίπονη διαύγειά του. Ο Σταμάτης, εν προκειμένω, ενώνει τα ίχνη του. Και μας προτρέπει, παράλληλα, να ενώσουμε τα δικά μας.
Η σύνθεση είναι τρίπτυχη. «Αυτό το βιβλίο/ διατηρεί απλώς το σχήμα ενός σώματος/ που δεν πρόλαβε να γείρει σε άλλο σώμα./ Αν βρίσκεσαι κάπου αλλού –/ σε κάποια άλλη γεωγραφία, κράτα αυτό:/ Η φωνή που δεν ζητά να ακουστεί/ είναι εκείνη που παραμένει./ Οχι γιατί είναι δυνατή./ Αλλά γιατί δεν έχει πια/ πουθενά αλλού να πάει», έτσι κλείνει το ποίημα με τίτλο «Υστερόγραφο στο φως» που ρίχνει την αυλαία, με τη σειρά του, στο πρώτο μέρος (είναι «Το πένθος των κβάντων», όπου, μέσα από το πρίσμα της φυσικής επιστήμης, ο Σταμάτης καταγίνεται τόσο με τις μορφές του πατέρα και της μητέρας όσο και με τις συνθήκες του βλέμματος και της σιωπής).

Αλέξης Σταμάτης, Η ασθένεια των απαλών πραγμάτων, Κάπα Εκδοτική, 2025, σελ. 192, τιμή 16,96 ευρώ
Το δεύτερο μέρος, «Το χαμένο ημερολόγιο του Αρθούρου Ρεμπώ», πυρήνας της σύνθεσης, σε τόνο εξομολογητικό, παρακολουθούμε τον γάλλο ποιητή κατά την περίοδο που βρέθηκε στην Ανατολική Αφρική, όταν αδυνατούσε πλέον να γράψει (ο Σταμάτης προτείνει, στο πλαίσιο ενός αγαπητικού, όχι αυτάρεσκου, αντικαθρεφτίσματος, τι ενδεχομένως θα μπορούσε να είχε γράψει). «Δεν θέλω να με διαβάσεις./ Ούτε να με θυμάσαι./ Θέλω να με ξεχάσεις σωστά∙/ όπως ξεχνάμε τον ήχο που κάνει το σώμα/ όταν σταματά. // Δεν υπήρξα συγγραφέας/ Δεν ήμουν Ρεμπώ./ Ημουν κάποιος/ που έγινε λέξη –/ κι ύστερα χώμα».
Το τρίτο μέρος, «Εγκυκλοπαίδεια των όσων δεν θα συμβούν», δίδεται μέσα από επεξεργασμένα λήμματα που αγγίζουν, κυρίως, την τέχνη και τον έρωτα. «Η απουσία λέξεων που ακολουθεί είναι μέρος του βιβλίου» γράφει ο Σταμάτης στο τέλος ή, μάλλον, υπονομεύοντας το τέλος. Διότι έτσι είναι, το τέλος υπάρχει και δεν υπάρχει εξίσου.





