Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Στις 27 Σεπτεμβρίου ο Κωνσταντίνος Χουβαρδάς θα σταθεί στην εκκίνηση του Μαραθωνίου του Βερολίνου γνωρίζοντας πως για τους επόμενους δυόμισι μήνες η ζωή του θα μετριέται σε αποστάσεις 42.195 μέτρων.

Ο στόχος είναι απλός μόνο στα χαρτιά: δέκα μαραθώνιοι σε δέκα συνεχόμενες εβδομάδες, όλοι σε χρόνο κάτω από τις τρεις ώρες. Στους περισσότερους ακούγεται σαν μια δοκιμασία που αγγίζει τα όρια της υπερβολής.

Για τον ίδιο είναι απλώς το επόμενο βήμα μιας διαδρομής που ξεκίνησε πριν από πολλά χρόνια, όταν ένα παιδί στη Λέσβο έτρεχε καθημερινά για να προλάβει την έναρξη της σειράς «Τόλμη και Γοητεία».

Η ζωή του Κωνσταντίνου Χουβαρδά θα μπορούσε εύκολα να γίνει κινηματογραφική ταινία. Και, στην πραγματικότητα, πρόκειται να γίνει.

© Γιώργος Βελλής

Εχει όλα τα συστατικά μιας ιστορίας που δύσκολα επινοείται: τα χρόνια της αθωότητας στην Πτερούντα της Λέσβου, την ανακάλυψη του τρεξίματος σχεδόν κατά τύχη, τη διαδρομή προς τους εκατοντάδες αγώνες, την υπόσχεση που έδωσε στον εαυτό του το 2022 να ολοκληρώσει επτά μαραθωνίους σε επτά εβδομάδες σε λιγότερο από τρεις ώρες – και την εκπλήρωσή της μέχρι κεραίας.

Σύντομα, όλα αυτά θα αποτελέσουν τον πυρήνα ενός ντοκιμαντέρ. Είναι ίσως η φυσική κατάληξη για έναν άνθρωπο που έχει αφήσει έντονο αποτύπωμα στο ελληνικό δρομικό κίνημα και τον οποίο πολλοί αντιμετωπίζουν ως μέντορα ή ακόμη και ως «γκουρού», χαρακτηρισμούς που ο ίδιος απορρίπτει – και, πιστέψτε με, όχι από μετριοπάθεια ή συστολή.

Από το Βερολίνο στη Φλωρεντία: 10 Μαραθώνιοι σε 10 εβδομάδες

Οσο και αν οι άλλοι επιμένουν να τον παρουσιάζουν ως έναν άνθρωπο των άκρων, ο Κωνσταντίνος Χουβαρδάς περιγράφει το τρέξιμο με τρόπο σχεδόν πεζό. Δε μιλά για ηρωισμούς, υπερβάσεις ή προσωπικούς θριάμβους. Δεν τον απασχολούν ιδιαίτερα τα χιλιόμετρα, οι χρόνοι ή οι επιδόσεις.

Το τρέξιμο έχει πάψει εδώ και χρόνια να είναι στόχος. Εχει γίνει βιολογική λειτουργία. Κάτι τόσο απαραίτητο όσο και απαιτητικό. Μια καθημερινή συνθήκη που δεν είναι πάντα ευχάριστη, αλλά είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του.

«Δεν είμαι κανένας αθληταράς. Εχω όμως εμπειρία» λέει με μια ειλικρίνεια που ακούγεται σχεδόν παράταιρη για όσα έχει καταφέρει μέχρι σήμερα. Ακόμη περισσότερο αν αναλογιστεί κανείς το εγχείρημα που έχει μπροστά του.

© Γιώργος Βελλής

Το φετινό φθινόπωρο ο Κωνσταντίνος Χουβαρδάς σκοπεύει να ανεβάσει ακόμη περισσότερο τον πήχη. Από το Βερολίνο έως τη Φλωρεντία, θέλει να ολοκληρώσει τουλάχιστον δέκα συνεχόμενους μαραθωνίους σε ισάριθμες εβδομάδες, όλοι κάτω των τριών ωρών, καταγράφοντας παράλληλα κάθε στάδιο αυτής της πορείας για το ντοκιμαντέρ που δημιουργεί.

Είναι ένα εγχείρημα που μοιάζει να δοκιμάζει όχι μόνο τη φυσική αντοχή αλλά και την ψυχική ανθεκτικότητα ενός ανθρώπου.

Το ερώτημα, ωστόσο, είναι αναπόφευκτο: Τι ωθεί κάποιον που δεν έχει πια τίποτα να αποδείξει – ούτε στους άλλους ούτε στον ίδιο του τον εαυτό – να υποβάλει ξανά το σώμα του σε μια τόσο απαιτητική δοκιμασία; Γιατί να επιλέξει συνειδητά μια διαδικασία που οι περισσότεροι θα χαρακτήριζαν βασανιστική;

«Οι σημαντικότεροι αγώνες της ζωής μας είναι εκείνοι στους οποίους δεν είμαστε καλά. Εκεί όπου πρέπει να δώσεις μάχη»

Η απάντησή του απέχει πολύ από την εικόνα του «ήρωα» που εύκολα θα έστηνε ένα ντοκιμαντέρ γύρω από έναν άνθρωπο με χιλιάδες χιλιόμετρα στα πόδια του. Είναι γειωμένη, σχεδόν λιτή: «Δεν το κάνω για να αποδείξω κάτι στους άλλους, ούτε καν στον εαυτό μου. Το κάνω γιατί κατάλαβα, μεγαλώνοντας, ότι ο χρόνος δεν είναι απεριόριστος. Τρέχει κι αυτός.

Δεν ξέρω αν θα ζήσω άλλα σαράντα χρόνια, αν θα είμαι εδώ για μία δεκαετία ή αν μου απομένει μία ημέρα ακόμα. Το θέμα είναι τι κάνεις με τον χρόνο που σου έχει δοθεί. Εγώ έχω αυτή τη μηχανή. Δουλεύει ακόμη. Γιατί να μην την εξαντλήσω; Γιατί να αφήσω τον χρόνο να περνά χωρίς να τον έχω πιέσει λίγο παραπάνω; Και τι νόημα έχει, τελικά, αν δεν ξεπερνάς το comfort zone σου;».

Ο Κωνσταντίνος Χουβαρδάς έχει ήδη αποφασίσει πότε θα τελειώσει αυτό το ταξίδι. Ή, για την ακρίβεια, έχει αποφασίσει ότι δε θα το αποφασίσει ο ίδιος. Το εγχείρημα θα ξεκινήσει στις 27 Σεπτεμβρίου από τον Μαραθώνιο του Βερολίνου και, αν όλα εξελιχθούν όπως τα έχει σχεδιάσει, θα ολοκληρωθεί στις 29 Νοεμβρίου, στον Μαραθώνιο της Φλωρεντίας.

© Γιώργος Βελλής

Αν όμως το σώμα του αντέξει περισσότερο, δεν αποκλείει το να συνεχίσει. Αντίθετα, αν το σώμα του σηκώσει λευκή σημαία νωρίτερα, θα σταματήσει εκεί. «Θα συνεχίζω να τρέχω μέχρι τα πόδια μου να μην πηγαίνουν άλλο» λέει γελώντας.

Σε αντίθεση με το challenge του 2022, όταν ο Αυθεντικός Μαραθώνιος της Αθήνας αποτέλεσε τον μεγάλο τερματισμό των επτά μαραθωνίων σε επτά εβδομάδες, αυτή τη φορά η Αθήνα θα είναι απλώς ένας σταθμός. Ισως ο πιο φορτισμένος συναισθηματικά. Ισως εκείνος που θα του δώσει την ώθηση να συνεχίσει για τις τρεις τελευταίες εβδομάδες.

Η ανάγκη σε αυτό το καινούργιο ταξίδι θα είναι μεγάλη. «Οταν τρέχεις 42.195 μέτρα κάθε εβδομάδα, η καταπόνηση του σώματος είναι γεωμετρική» εξηγεί ο ίδιος.

Τρέξιμο: Το νήμα που ενώνει όλα τα κεφάλαια της ζωής του

Η λέξη «ταξίδι» επανέρχεται διαρκώς όταν μιλά κανείς με τον Κωνσταντίνο Χουβαρδά. Οχι επειδή ακούγεται ωραία ή ποιητική, αλλά επειδή περιγράφει με μεγαλύτερη ακρίβεια όσα σημαίνει για εκείνον η λέξη «αγώνας».

Για τον Χουβαρδά, ο τερματισμός ήταν ανέκαθεν το λιγότερο ενδιαφέρον κομμάτι της εμπειρίας. Εκείνο που πραγματικά απολαμβάνει είναι όλα όσα προηγούνται της γραμμής εκκίνησης.

© Γιώργος Βελλής

Οι ώρες που περνά μόνος στις διπλές καθημερινές προπονήσεις. Τα πρωινά που το σώμα αρνείται να συνεργαστεί. Τα απογεύματα που βγαίνει ξανά για τρέξιμο, ενώ οι περισσότεροι θα είχαν ήδη τελειώσει την ημέρα τους. Εκεί, όταν δεν υπάρχουν θεατές, χειροκροτήματα ή μετάλλια, πιστεύει ότι χτίζεται ο πραγματικός μαραθωνοδρόμος.

Παραδόξως, απολαμβάνει εξίσου και όσα οι περισσότεροι θα θεωρούσαν αγγαρεία. Την αναζήτηση των αεροπορικών εισιτηρίων. Την επιλογή της διαμονής. Τις μετακινήσεις. Τη συμμετοχή στους αγώνες. Ολόκληρο το περίπλοκο πλέγμα των logistics που συνοδεύει κάθε μαραθώνιο.

Και όλα αυτά τα οργανώνει με τρόπο σχεδόν αναχρονιστικό: «Είμαι παραδοσιακός τύπος. Μου αρέσει το χαρτί». Δε χρησιμοποιεί εφαρμογές διαχείρισης ούτε πολύπλοκα spreadsheets.

«Δεν ξέρω αν θα ζήσω άλλα σαράντα χρόνια, αν θα είμαι εδώ για μία δεκαετία ή αν μου απομένει μία ημέρα. Το θέμα είναι τι κάνεις με τον χρόνο που σου έχει δοθεί»

Διατηρεί δεκάδες τετράδια γεμάτα σημειώσεις, διαδρομές, κρατήσεις, χάρτες και παρατηρήσεις από κάθε ταξίδι. Τα τετράδια εκείνα που τον συνόδευσαν στο challenge των επτά μαραθωνίων το 2022 αποτελούν σήμερα την πρώτη ύλη για το νέο του βιβλίο, στο οποίο συγκεντρώνει εκατό μαραθωνίους που, όπως πιστεύει, αξίζει να ζήσει κάθε δρομέας του κόσμου.

Πάνω από όλα όμως, κουβαλά ιστορίες. Και σχεδόν καμία από αυτές δεν αφορά τον ίδιο τον αγώνα. Οταν του ζητώ να διαλέξει μία ανάμεσα στις εκατοντάδες εμπειρίες που έχει συλλέξει τρέχοντας σε ολόκληρο τον κόσμο, δε θυμάται έναν εντυπωσιακό τερματισμό ούτε κάποιο προσωπικό ρεκόρ. Θυμάται έναν οδηγό ταξί στην Κωνσταντινούπολη:

«Ηταν το 2022. Πηγαίναμε προς το αεροδρόμιο και άκουγε ποδόσφαιρο στο ραδιόφωνο. Κάθε τόσο έβγαινε από τον δρόμο και σταματούσε στην άκρη. Δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε. Κάποια στιγμή τον ρώτησα. Μου είπε ότι παλαιότερα είχε πάθει έμφραγμα βλέποντας ποδόσφαιρο και από τότε κάθε φορά που άκουγε μια κρίσιμη φάση σταματούσε το αυτοκίνητο μέχρι να τελειώσει». Είναι ακριβώς αυτού του είδους οι ιστορίες που θέλει να χωρέσει και στο ντοκιμαντέρ που ετοιμάζεται.

© Γιώργος Βελλής

Γιατί, όσο και αν η αφορμή είναι οι δέκα μαραθώνιοι, η ταινία δε θα αφορά πραγματικά το τρέξιμο. Θα αφορά τη ζωή.

Το τρέξιμο θα είναι απλώς η κλωστή που ενώνει όλα τα κεφάλαιά της: από τα παιδικά χρόνια στην Πτερούντα της Λέσβου μέχρι τη μετέπειτα πορεία του στην κριτική κινηματογράφου, τη δουλειά στο Φεστιβάλ Βερολίνου και, φυσικά, την εξέλιξή του σε έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους (και κατά κυριολεξία επιδραστικούς) ανθρώπους της ελληνικής δρομικής κοινότητας.

Ο Κωνσταντίνος Χουβαρδάς και οι ιστορίες από το δρόμο

Και ίσως τίποτα δεν εξηγεί καλύτερα αυτή τη διαδρομή από τον τρόπο με τον οποίο ξεκίνησαν όλα. Γιατί η ιστορία του Κωνσταντίνου Χουβαρδά δεν ξεκινάει σε κάποιο στάδιο, αλλά σε ένα μικρό χωριό της Λέσβου, όπου δύο παιδιά ήταν αρκετά για να λειτουργήσει ένα δημοτικό σχολείο.

«Μεγάλωσα στην Πτερούντα της Λέσβου. Στο Δημοτικό ήμασταν δύο μαθητές. Κάποια στιγμή ο συμμαθητής μου έφυγε από το σχολείο για να ασχοληθεί με τις αγροτικές δουλειές και το σχολείο έκλεισε. Από τότε έπρεπε να πηγαίνω κάθε μέρα σε ένα διπλανό χωριό, περίπου πέντε χιλιόμετρα από το σπίτι μας».

© Γιώργος Βελλής

Ορισμένες φορές τον πήγαινε ο πατέρας του με το αυτοκίνητο, άλλες τον έπαιρνε μαζί του κάποιος κτηνοτρόφος της περιοχής. Συχνά, όμως, πήγαινε με τα πόδια. Η επιστροφή ήταν διαφορετική. «Ηθελα να γυρίσω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Ηθελα να προλάβω την “Τόλμη και Γοητεία”, που άρχιζε στις 13.45» περιγράφει.

Ετσι ξεκίνησε να τρέχει. Oχι για κάποιο μετάλλιο. Oχι επειδή ονειρευόταν διακρίσεις. Ούτε επειδή είχε ανακαλύψει κάποιο μεγάλο ταλέντο. Απλώς επειδή ένα παιδί βιαζόταν να προλάβει την αγαπημένη του τηλεοπτική σειρά. Είναι ίσως η πιο αντιηρωική ιστορία εκκίνησης που μπορεί να αφηγηθεί ένας άνθρωπος ο οποίος σήμερα έχει διανύσει χιλιάδες χιλιόμετρα στους δρόμους ολόκληρου του κόσμου.

«Το τρέξιμο έγινε το παράθυρό μου στον κόσμο. Με βοήθησε να καταλάβω ότι ο κόσμος δεν τελείωνε εκεί που έφτανε το βλέμμα μου».

Κάποιος, όμως, πρόσεξε ότι αυτό το αγόρι έτρεχε γρήγορα. Ενας δάσκαλος του πρότεινε να συμμετάσχει στους σχολικούς αγώνες. Ο πρώτος αγώνας της ζωής του βρήκε τον μικρό Κωνσταντίνο Χουβαρδά να τρέχει φορώντας τζιν παντελόνι.

Το θυμάται ακόμη: «Εβλεπα όλα τα άλλα παιδιά γυμνασμένα, δυνατά. Κι εγώ ήμουν ένας ψηλόλιγνος, μαυρισμένος τύπος. Ημουν βέβαιος ότι θα έβγαινα τελευταίος». Τερμάτισε πρώτος. Χωρίς προετοιμασία. Χωρίς να ξέρει καν τι σημαίνει προπόνηση. Στην αρχή, το τρέξιμο έγινε ένας έξυπνος τρόπος για να γλιτώνει το μάθημα κάθε φορά που υπήρχαν αγώνες.

© Γιώργος Βελλής

Πολύ γρήγορα, όμως, απέκτησε άλλη σημασία. Πολύ μεγαλύτερη. «Το τρέξιμο έγινε το παράθυρό μου στον κόσμο. Σε ένα μικρό χωριό όλα μοιάζουν περιορισμένα. Μέσα από τους αγώνες αρχίσαμε να ταξιδεύουμε. Πηγαίναμε σε άλλα νησιά και τότε κατάλαβα ότι ο κόσμος δεν τελείωνε εκεί που έφτανε το βλέμμα μου».

Αυτή η φράση εξηγεί ίσως περισσότερα για τον Κωνσταντίνο Χουβαρδά από όσα εξηγούν όλες οι επιδόσεις του. Για εκείνον, το τρέξιμο δεν υπήρξε ποτέ αυτοσκοπός. Υπήρξε ένας τρόπος να ανοίξει ο κόσμος. Και, τελικά, ένας τρόπος να τον γνωρίσει. Σήμερα, ύστερα από εκατοντάδες αγώνες και αμέτρητα μετάλλια, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει κάθε μαραθώνιο σαν μία ακόμη αφορμή να ταξιδέψει.

«Έχω δεινοπαθήσει σε αγώνες, αλλά δεν έχω εγκαταλείψει»

Το επόμενο μεγάλο όνειρο βρίσκεται ήδη γραμμένο σε ένα από τα τετράδιά του. Μετά το εγχείρημα των δέκα μαραθωνίων σε δέκα εβδομάδες, θέλει το 2027 να ολοκληρώσει και τους οκτώ Major Marathons στις πέντε ηπείρους.

Για κάποιον που ακούει αυτούς τους στόχους από απόσταση, η εικόνα είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένη: ένας άνθρωπος που έχει μάθει να κοιτάζει μόνο προς τα εμπρός, να κυνηγά συνεχώς το επόμενο όριο, να μετρά τη ζωή του σε χιλιόμετρα και χρόνους. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική.

© Γιώργος Βελλής

Ο Κωνσταντίνος Χουβαρδάς δε θυμάται τόσο τις ημέρες όπου όλα πήγαν τέλεια. Θυμάται κυρίως εκείνες στις οποίες χρειάστηκε να παλέψει. «Πιστεύω ότι οι σημαντικότεροι αγώνες της ζωής μας είναι εκείνοι στους οποίους δεν είμαστε καλά. Εκεί όπου πρέπει πραγματικά να δώσεις μάχη» λέει. Δε χρειάζεται να ψάξει πολύ στη μνήμη του για ένα τέτοιο παράδειγμα. Επιστρέφει στη Φρανκφούρτη, σε έναν αγώνα που έχει παραμείνει ανοιχτός λογαριασμός.

Οχι επειδή δεν κατάφερε να πετύχει έναν συγκεκριμένο χρόνο, αλλά επειδή εκεί βρέθηκε αντιμέτωπος με το πιο δύσκολο κομμάτι κάθε μαραθωνίου: τη στιγμή που το σώμα σταματά να ακολουθεί και πρέπει να μιλήσει το μυαλό: «Εχω τρέξει αγώνες στους οποίους δεινοπάθησα, αλλά δεν έχω εγκαταλείψει ποτέ.

«Ο χρόνος σε έναν αγώνα, ακόμα και για εσένα τον ίδιο, ξεχνιέται μετά από λίγο. Σημασία δεν έχει η κορυφή, αλλά το τι έκανες και τι έζησες μέχρι να φτάσεις εκεί»

Το 2022 έφτασα στη Φρανκφούρτη με οξεία γαστρεντερίτιδα και 39 πυρετό. Μπήκα στον αγώνα και γύρω στο 28ο χιλιόμετρο φαινόταν ότι δε θα τα κατάφερνα. Τότε είπα “ζω-πεθαίνω, θα τερματίσω”. Πιστεύω ότι εκεί δούλεψε το πνευματικό κομμάτι».

Ισως γι’ αυτό δεν τον τρομάζει η πιθανότητα της αποτυχίας. Ούτε στο νέο του εγχείρημα ούτε σε οποιονδήποτε άλλον αγώνα. Αν οι δέκα μαραθώνιοι δεν ολοκληρωθούν, αν το σώμα του τον αναγκάσει να σταματήσει νωρίτερα, δε θα το δει ως ήττα. Γιατί για τον Κωνσταντίνο Χουβαρδά η αξία μιας προσπάθειας δεν κρίνεται μόνο από το αν υπάρχει ένας τερματισμός στο τέλος της.

«Κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί ότι θα τερματίσεις. Ομως είναι και αυτό μέρος της διαδικασίας» λέει. Η ίδια λογική τον κάνει να μην ενδιαφέρεται ιδιαίτερα ούτε για τους ανθρώπους που μπορεί να αμφισβητήσουν αυτό που κάνει. Παρότι έχει έντονη παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και παρότι οι επιδόσεις του συχνά προκαλούν συζητήσεις, δε θεωρεί ότι οι λεγόμενοι «haters» αποτελούν πραγματικό εμπόδιο:

© Γιώργος Βελλής

«Πιστεύω ότι οι άνθρωποι είναι κατά βάση καλοπροαίρετοι. Οι haters απλώς φωνάζουν πιο δυνατά από τους υπόλοιπους. Αυτό είναι όλο». Τα λόγια του αποκτούν μεγαλύτερη σημασία αν σκεφτεί κανείς ότι ο Κωνσταντίνος Χουβαρδάς δεν τρέχει μόνο για τον εαυτό του. Εδώ και χρόνια βοηθά άλλους δρομείς να προετοιμαστούν για τον δικό τους μαραθώνιο.

Δεν τους μεταφέρει κάποια μυστική συνταγή επιτυχίας ούτε τους υπόσχεται ότι η διαδρομή θα είναι εύκολη. Αυτό που τους διδάσκει είναι ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι του αθλήματος: την υπομονή και την αντοχή.

Κωνσταντίνος Χουβαρδάς: Ένας ανθεκτικός δρομέας μεγάλων αποστάσεων

Για εκείνον, άλλωστε, ο Μαραθώνιος δεν είναι απλώς μια απόσταση, είναι ένας ολόκληρος κόσμος. «Ο Μαραθώνιος είναι η πεμπτουσία του τρεξίματος. Δεν υπάρχει τρέξιμο χωρίς Μαραθώνιο. Για εμένα, θα έπρεπε να είναι ένα ξεχωριστό άθλημα από μόνος του. Οχι απλώς ένα δρομικό αγώνισμα».

© Γιώργος Βελλής

Η άποψή του Κωνσταντίνου Χουβαρδά δε βασίζεται στη δυσκολία των 42.195 μέτρων, ούτε στη γοητεία ενός ατομικού ρεκόρ. Βασίζεται σε κάτι βαθύτερο. Στην ιδέα ότι η αξία βρίσκεται στη διαδρομή που προηγείται του τερματισμού.

«Ο χρόνος σε έναν αγώνα, ακόμα και για εσένα τον ίδιο, ξεχνιέται μετά από λίγο. Σημασία δεν έχει η κορυφή, αλλά το τι έκανες και τι έζησες μέχρι να φτάσεις εκεί». Και ίσως αυτή η σκέψη σκιαγραφεί πλήρως τον Κωνσταντίνο Χουβαρδά.

«Δεν είμαι κανένας αθληταράς. Εχω όμως εμπειρία. Αν κάτι κάνω καλά, είναι ότι είμαι ανθεκτικός»

Εναν άνθρωπο που πολλοί περιγράφουν ως παράδειγμα αντοχής, αλλά ο ίδιος αρνείται να δει τον εαυτό του ως ήρωα. Δεν ψάχνει την υπέρβαση για να αποδείξει ότι είναι διαφορετικός. Δε συλλέγει χιλιόμετρα για να χτίσει έναν μύθο γύρω από το όνομά του. Τρέχει γιατί αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο γνωρίζει τον κόσμο.

Ισως, τελικά, η πιο ακριβής εικόνα του να μην είναι εκείνη του ανθρώπου που έχει διανύσει χιλιάδες χιλιόμετρα ανά τον κόσμο, αλλά εκείνη του παιδιού από την Πτερούντα της Λέσβου που έτρεχε για να προλάβει την «Τόλμη και Γοητεία».

Γιατί, χωρίς να το γνωρίζει τότε, εκείνο το παιδί δεν κυνηγούσε απλώς ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα, αλλά την πρώτη του αίσθηση ελευθερίας.

© Γιώργος Βελλής

Τη δυνατότητα να φύγει λίγο πιο μακριά από τα όρια του μικρού χωριού του. Να ανακαλύψει έναν κόσμο μεγαλύτερο από αυτόν που έβλεπε γύρω του.

Δεκαετίες αργότερα, ο Κωνσταντίνος Χουβαρδάς συνεχίζει να κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα. Μόνο που τώρα οι δρόμοι είναι μεγαλύτεροι, οι αποστάσεις αμέτρητες και ο κόσμος ολόκληρος μπροστά του.

Οσο για το μυστικό που του επιτρέπει να συνεχίζει; Δε βρίσκεται σε κάποιο πρόγραμμα προπόνησης, ούτε σε κάποια εξαιρετική φυσική ικανότητα.

Βρίσκεται σε μια λέξη που επανέρχεται και ξανά όταν μιλά για τη ζωή του: «Αν κάνω κάτι καλά, είναι ότι έμαθα να είμαι ανθεκτικός».