Ηταν ένα μοναχικό αγόρι, από πολύ νωρίς είχε την ανάγκη να αποτραβιέται, να μην έχει ανθρώπους γύρω του, να μένει με τον εαυτό του, με τις σκέψεις του, σιωπηλός. Κάτι τέτοιο, αν μεγαλώνεις σε ένα μικρό χωριό της Αιτωλοακαρνανίας, οι υπόλοιποι το λογαριάζουν, τουλάχιστον, ως παραξενιά. Στην πραγματικότητα, ήταν διαφορετικός από τους άλλους. Και μυστηριώδης. Απλώς έτσι ήταν.
«Και μετά την εφηβεία ακόμα, με ρωτούσαν πώς με λένε κι εγώ δεν απαντούσα, δηλαδή δεν έβλεπα καν τον λόγο να απαντήσω» θυμάται με αφοπλιστική ειλικρίνεια ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης μιλώντας στο BHMAgazino.
Ανακαλεί στη συνέχεια ένα αλησμόνητο για τον ίδιο περιστατικό από τα παιδικά του χρόνια. «Βρισκόμουν σε ένα χωράφι, κάτω από τα δέντρα, κανείς τριγύρω. Ηταν μεσημέρι και, ενώ έπαιζα αμέριμνος, άρχισα να έχω μια τρομερή αγωνία για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο. Τότε φύσηξε ξαφνικά, από το πουθενά, και με κυρίευσε πανικός.
Σήκωσα αυθόρμητα το κεφάλι μου και, καθώς τα φύλλα έπεφταν στο πρόσωπό μου, ένιωσα τον αέρα να μου ψιθυρίζει: “Δεν είσαι μόνος”. Ετσι το μετέφρασα εγώ, τέλος πάντων.
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι μπορώ και να μη φοβάμαι επειδή υπάρχει κάτι που δεν είναι ανθρώπινο, κάτι που με ξεπερνάει. Κατάλαβα, δηλαδή, ότι δεν είμαστε αυθύπαρκτοι, αλλά ένα κομμάτι που πασχίζει να συνδεθεί με κάτι ευρύτερο» εξηγεί ο πολύπλευρος ηθοποιός.
«Τι όμως;» τον ρωτάω και κάνουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα παράκαμψη, βυθισμένοι στη μεταφυσική, στην αμφισημία, κουβεντιάζοντας και για τον Φρίντριχ Νίτσε, τον οποίο υποδύθηκε πρόσφατα στο θέατρο ο Αβαρικιώτης, σε έναν ρόλο ταιριαστό, εξαιρετικά δοσμένο.
Είμαστε σε ένα καλαίσθητο café στην πλατεία Κάνιγγος και σύντομα επικεντρωνόμαστε στην παράσταση «Αλκηστις», το έργο του Ευριπίδη που αυτό το καλοκαίρι ανεβάζει το Εθνικό Θέατρο και σκηνοθετεί ο Δημήτρης Καραντζάς, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου (17-18/7 στο αρχαίο αργολικό θέατρο).
Ο Αβαρικιώτης ερμηνεύει τον Φέρη, τον γηραιό πατέρα του Αδμητου που έχει αρνηθεί κι αυτός να πεθάνει στη θέση του γιου του, με αποτέλεσμα να οδηγείται στον θάνατο μια καλή γυναίκα, η Αλκηστις, η σύζυγος του βασιλιά. «Κάνουμε πρόβες στα Σφαγεία, στον Ταύρο. Και δεν μπορώ να μη σκέφτομαι τα ζώα που πέρασαν από εκεί και θανατώθηκαν.
Ο χώρος αυτός είναι εμποτισμένος από τη βία και το αίμα. Και μέσα σε αυτόν τον χώρο, της θυσίας, εμείς δουλεύουμε σήμερα ένα άλλο υλικό, την εθελοθυσία της κεντρικής ηρωίδας. Γιατί δέχεται να πάρει τη θέση του Αδμητου; Το κάνει από την αγάπη της για αυτόν; Νομίζω ότι το κάνει για τα παιδιά της. Είναι μια κομβική διαφορά αυτή. Ξέρει ότι χωρίς τον Αδμητο δεν υπάρχει μέλλον ούτε για τα παιδιά της ούτε για εκείνη. Εξ ου και τον ορκίζει να μη βάλει γυναίκα στο σπίτι μετά τον θάνατό της.
Η Αλκηστις σώζει τα παιδιά της, για αυτά θυσιάζεται, όχι για τον άνδρα της. Από την άλλη μεριά, μου δημιουργεί το έργο και απορίες, για τις οποίες δεν έχω απάντηση. Οταν κάποιος θυσιάζεται για κάποιον άλλον ή για κάτι άλλο, έναν συνάνθρωπο, έναν σύντροφο, μια ιδέα, μια πατρίδα, μπορεί να θεωρηθεί και ηρωικός. Οταν όμως κάποιος αυτοκτονεί, θυσιάζοντας τον ίδιο του τον εαυτό ουσιαστικά, μπορεί και να κατακριθεί» αναφέρει ο Αβαρικιώτης.
«Πόσο αγνή είναι η αυτοθυσία, εν πάση περιπτώσει; Και πόσο σχετίζεται με αυτό που λέμε ανάγκη; Ο Φέρης επισημαίνει στον Αδμητο ότι κι εκείνος δεν θέλει να θυσιάσει τον εαυτό του, δεν θέλει να πεθάνει, του αρέσει να βλέπει το φως του ήλιου.
Η αυτοθυσία, λοιπόν, μπορεί να σχετίζεται με μια κρυμμένη βία ή με την επιβίωση και τον μηχανισμό της. Κατά τα λοιπά, η ίδια η συνέχεια της ζωής προϋποθέτει τη βία. Η πλάση, η φύση, ο κόσμος μας είναι έτσι. Για να συνεχιστεί η ζωή, κάτι πρέπει να θυσιαστεί. Ακόμα και σε ατομικό επίπεδο ισχύει αυτό, αν δεν θέλουμε να αφανιστούμε, πρέπει συχνά να θυσιάσουμε κομμάτια του εαυτού μας, αλλιώς είναι αδύνατον να συνεχίσουμε» συμπληρώνει ο ηθοποιός. Και εστιάζοντας στον δικό του ρόλο σχολιάζει:
«Τα γηρατειά αναστατώνουν τους ανθρώπους. Δεν είναι τυχαίο που οι ηλικιωμένοι είναι παραπεταμένοι. Δεν είναι τυχαίο, επίσης, που οι σύγχρονες κοινωνίες αντιμετωπίζουν τον θάνατο λες και είναι αόρατος. Πλέον, χάνουμε και ποιότητες τελετουργικές και συνεκτικές του είδους μας, να θρηνούμε μαζί, να πενθούμε συλλογικά».
Η «Αλκηστις», που προφανώς δεν είναι μια ακραιφνής τραγωδία, με τη στενότερη έννοια του όρου, είναι για τον Αβαρικιώτη «ένα αλληγορικό παραμύθι που μας αφήνει μετέωρους ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, μια ποιητική κατασκευή φτιαγμένη με υλικά συμπυκνωμένα από τους αιώνες». Και, κάπως έτσι, μιλώντας για ανθρώπινες κατασκευές, φθάνουμε και στην Τεχνητή Νοημοσύνη.
«Είναι ένας καινούργιος κόσμος. Τον παρατηρώ και, κάπως, μου αρέσει. Δεν ξέρω αν είναι καλός ή κακός αυτός ο κόσμος, ξέρω μόνο ότι είναι πρωτοφανής και αυτό, επί της αρχής, τρομάζει. Δεν αμφιβάλλω ότι ήδη η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ένας νέος θεός στα μάτια πολλών. Θα κινδυνεύσει άραγε η ανθρωπότητα από αυτό που δημιουργεί; Δεν αποκλείεται. Ελπίζω να υπάρχουν άτομα μέσα σε αυτόν τον μετασχηματισμό που θα ενώνονται απέναντι σε ό,τι χάνεται, την ομαδικότητα, την αλληλεγγύη, την ίδια την ανθρωπιά. Το έχουμε δει, κάθε πολιτισμός που κερδίζει κάτι χάνει και κάτι. Και νομίζω πως η τέχνη πάντα αγκαλιάζει αυτό που χάνεται».
Καθώς η συζήτησή μας ολοκληρώνεται, αφιερώνουμε ένα αξιοσημείωτο μέρος της στην τέχνη της υποκριτικής: «Οι ρόλοι είναι νοήματα, δεν έχουν αισθήματα, μόνο όσοι τους παρακολουθούν έχουν.
Η υποκριτική έχει να κάνει πολύ με τον χρόνο και τη σιωπή. Και την τεχνική, εξυπακούεται. Η τεχνική είναι μια κατάκτηση. Πρέπει να ξέρεις, προκειμένου να ερμηνεύσεις, όχι μόνο πώς θα σπάσεις τον ρόλο, αλλά και πώς θα τον συναρμολογήσεις πάλι. Μετά από τόσα χρόνια, μπορώ να το πω δημόσια, είμαι ένας πολύ καλός ηθοποιός με πολλά κόμπλεξ.
Δεν ξέρω ακριβώς τι είναι αυτό που με ταλανίζει, αν είμαι βαθιά ψώνιο ή βαθιά ταπεινός. Θα σας πω κάτι, τις προάλλες είδα ένα όνειρο. Στη μία σκηνή ήμουν σε ένα νταμάρι και δουλεύαμε κάτι πολύ ψαγμένο με δύο διανοούμενους καλλιτέχνες του θεάτρου. Στην αμέσως επόμενη σκηνή ήμουν στην τουαλέτα ενός μπαρ και βοηθούσα μια δημοφιλή λαϊκή τραγουδίστρια να φτιάξει το μακιγιάζ της.
Προσέξτε τώρα: η αγωνία η δική μου ήταν ολόιδια και στις δύο σκηνές. Εσχάτως, με λυτρώνει η ιδέα ότι είμαι ηθοποιός. Γιατί αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να είμαι αναγκαστικά κάτι. Για την ακρίβεια, σημαίνει ότι δεν πρέπει να είμαι τίποτα, πρέπει να είμαι και το ένα και το άλλο εξίσου, πρέπει να είμαι το διαρκές ενδιάμεσο των ανθρώπων».
INFO
«Αλκηστις»: Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, στις 17 και 18 Ιουλίου.
H παράσταση µετά την πρεµιέρα θα περιοδεύσει και σε επιλεγµένους σταθµούς σε Ελλάδα και Κύπρο.





