Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Οταν την περασμένη χρονιά η Κέιτι Κιταμούρα κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα «Οντισιόν», πολλοί αναγνώστες ξαφνιάστηκαν από τον τρόπο με τον οποίο το βιβλίο υπονομεύει όλα όσα νόμιζαν ότι είχαν καταλάβει και τους τραβάει το χαλί κάτω απ’ τα πόδια. Μια ηθοποιός στη Νέα Υόρκη, ένας νεαρός άνδρας που μπαίνει στη ζωή της, ένας σύζυγος που την τιμωρεί με μια καθημερινή ιεροτελεστία – και δύο εκδοχές της πραγματικότητας που δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους. Το βιβλίο μπήκε στις λίστες με τα καλύτερα της χρονιάς πολλών έγκριτων εντύπων και βρέθηκε ανάμεσα στα αγαπημένα του Μπαράκ Ομπάμα.

Η διεθνούς φήμης συγγραφέας έρχεται στην Ελλάδα αυτόν τον μήνα για δύο εκδηλώσεις σε συνεργασία με την Ελληνοαμερικανική Ενωση – θα βρίσκεται στην Αθήνα την Τετάρτη 24 Ιουνίου (στο Θέατρο της Ελληνοαμερικανικής Ενωσης στις 19:00) και στο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων την Πέμπτη 25 Ιουνίου. Λίγο πριν από την άφιξή της, μιλήσαμε για το πόνημά της (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Διόπτρα), για το ρίσκο που πήρε γράφοντάς το και για το πώς ένα ντοκιμαντέρ με τον σλοβένο φιλόσοφο Σλάβοϊ Ζίζεκ την έφερε πριν από χρόνια στη Μάνη.

Ας μιλήσουμε για την «Οντισιόν», ένα βιβλίο που ξάφνιασε πολλούς αναγνώστες με τη δομή του. Την είχατε ξεκάθαρη στο μυαλό σας από την αρχή ή προέκυψε καθώς γράφατε;

«Σίγουρα δεν υπήρχε από την αρχή. Είχα γράψει ίσως τριάντα ή σαράντα σελίδες, και ο μόνος τρόπος να το περιγράψω είναι ότι ένιωθα σαν να οδηγούσα σε έναν ευθύ, καλά φωτισμένο δρόμο και έβλεπα τον προορισμό μου. Ηξερα ακριβώς πώς να φτάσω εκεί. Ωστόσο, πιστεύω ότι έτσι δεν γράφεται κανένα βιβλίο. Εκανα λοιπόν ένα βήμα πίσω και προσπάθησα να σκεφτώ τι ήταν αυτό που ήθελα πραγματικά να πω. Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι η αίσθηση ότι μέσα σε ορισμένες καθολικές εμπειρίες υπάρχουν αυτές οι αγεφύρωτες, ασύμμετρες όψεις, κάποιες αντιφάσεις που δεν μπορούν να εξηγηθούν. Σκέφτηκα πως μπορούσα είτε να γράψω για αυτό είτε να το μεταφέρω μέσα στην ίδια τη δομή του βιβλίου.

Τότε μου ήρθε η ιδέα της διχασμένης πραγματικότητας: δύο μέρη σε ένα βιβλίο που συνδέονται στενά μεταξύ τους, όμως χωρίζονται από μια αντίφαση. Ηταν ένα άλμα πίστης. Οσο έγραφα το μυθιστόρημα, σκεφτόμουν συνεχώς: “Ξέρω πώς να γράψω την ‘κανονική’ εκδοχή. Αν αυτό δεν λειτουργήσει, αν αποτύχει, θα γυρίσω πίσω και θα το κάνω έτσι”. Αυτό ήταν πολύ καθησυχαστικό, δημιούργησε ένα είδος διχτυού ασφαλείας. Ενας συγγραφέας έχει στη διάθεσή του ορισμένα εργαλεία, και ήξερα ότι δεν είχα δουλέψει αρκετά με τη φόρμα – ή τουλάχιστον όχι όσο ήθελα. Ηταν λοιπόν μια ευκαιρία να σκεφτώ αν μπορεί η δομή και η φόρμα να αναλάβουν μέρος της δουλειάς που συνήθως αποδίδουμε στην πλοκή. Μπορεί η δομή να δημιουργήσει ένταση και ορμή;».

Υπήρξαν αντιδράσεις για το μυθιστόρημα που σας εξέπληξαν;

«Ναι. Η ταύτιση είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον στα μυθιστορήματα – με ποιον χαρακτήρα θα ταυτιστεί ο αναγνώστης. Συνήθως είναι ο κεντρικός ήρωας, ειδικά όταν πρόκειται για πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Και για εμένα, προφανώς, επειδή είναι μια ιστορία που έχει στον πυρήνα της τη μητρότητα και την καλλιτεχνική δημιουργία, το σημείο ταύτισης είναι η αφηγήτρια. Οταν ήμουν σε περιοδεία για το βιβλίο – έχει κυκλοφορήσει εδώ και πάνω από έναν χρόνο – γνώρισα αρκετούς ανθρώπους για τους οποίους το σημείο αυτό ήταν ο Ζέιβιερ, ο νεαρός άνδρας. Κατά τους ίδιους, ήταν απολύτως ένα βιβλίο για το πώς σε μεγαλώνουν, και όχι για το να μεγαλώνεις παιδιά. Αυτό ήταν έκπληξη για εμένα, αλλά είναι και βαθιά συγκινητικό.

Τις προάλλες έκανα μια ανάγνωση στη Φιλαδέλφεια και ένας νεαρός ήρθε και μου είπε: “Αυτό το βιβλίο με βοήθησε να καταλάβω τη μητέρα μου. Νιώθω ότι πλέον κατανοώ καλύτερα κάποιες πλευρές της από όταν ήμουν μικρότερος”. Ενιωσα τεράστια τύχη που έχω τέτοιους αναγνώστες, γιατί είναι πραγματικά ένα βιβλίο που γίνεται τόσο καλό όσο είναι ο αναγνώστης του. Οταν έχεις αναγνώστη πρόθυμο να φέρει ολόκληρο τον εαυτό του στην πράξη της ανάγνωσης, παίρνεις πίσω ένα πολύ πιο ενδιαφέρον βιβλίο».

Ποια χαρακτηριστικά λέτε ότι κάνουν έναν αναγνώστη καλό; Η ενσυναίσθηση; Το ανοιχτό πνεύμα; Η περιέργεια;

«Ολα όσα αναφέρατε είναι ακριβώς αυτό που ελπίζω να είμαι εγώ ως αναγνώστρια. Για εμένα, το διάβασμα είναι το πιο αισιόδοξο πράγμα που κάνω καθημερινά. Και κάθε φορά που διαβάζω ένα βιβλίο ανοίγομαι σε ένα άλλο μυαλό με έναν πραγματικά βαθύ, ενδόμυχο τρόπο. Αυτό απαιτεί πολλή αισιοδοξία. Οταν είμαι καλή αναγνώστρια, διατηρώ αυτή την αίσθηση της ανοιχτωσιάς και φέρνω ολόκληρο τον εαυτό μου στην ανάγνωση. Νομίζω επίσης ότι έχω γίνει καλύτερη αναγνώστρια επειδή με τα χρόνια κατάλαβα πόσο επηρεάζω εγώ η ίδια το εκάστοτε πόνημα. Ενα βιβλίο πραγματικά φτιάχνεται ανάμεσα στον αναγνώστη και τον συγγραφέα· όταν διαβάζεις ένα συγγραφικό έργο, το 80% αυτού που βιώνεις είναι η δική σου αντίδραση. Το κείμενο είναι απίστευτα ευμετάβλητο, πολύ ασταθές.

Υπάρχουν υπέροχα βιβλία που όταν τα ξαναδιαβάζεις μοιάζουν διαφορετικά επειδή εσύ έχεις γίνει διαφορετικός άνθρωπος. Το παράδειγμα που δίνω πάντα είναι το “Πορτρέτο μιας κυρίας” του Χένρι Τζέιμς. Κάθε φορά που το διαβάζω, νιώθω εντελώς διαφορετικά. Αυτήν την περίοδο έχω επιστρέψει στο “Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο” του Προυστ. Το είχα διαβάσει τελευταία φορά πριν από είκοσι περίπου χρόνια, και είναι πολύ διαφορετικό βιβλίο τώρα που το διαβάζω στα σαράντα μου σε σχέση με τα είκοσί μου. Δεν χρειάζεται όμως να περάσει καν τόσος χρόνος — αν διαβάσω ένα βιβλίο ούσα αφηρημένη ή χωρίς καφεΐνη, είναι κάτι άλλο από αυτό που διαβάζω συγκεντρωμένη και ξεκούραστη».

Γράφετε συχνά για τους ρόλους τους οποίους ερμηνεύουμε κι εμείς στη ζωή μας. Πότε συνειδητοποιήσατε εσείς προσωπικά ότι υπάρχει μια επιτελεστική διάσταση στη συμπεριφορά μας;

«Αυτή η ιδέα βρίσκεται πραγματικά στον πυρήνα του βιβλίου, αλλά είναι πολύ παρούσα και στα δύο προηγούμενα — αυτή η ιδέα της επιτέλεσης, αλλά με τρόπο που αγγίζει πτυχές της καθημερινής ζωής και το πώς καταλαβαίνουμε ποιοι είμαστε μέσα στον κόσμο. Το συνειδητοποίησα για πρώτη φορά όταν έκανα παιδιά. Μας λένε ότι το να είσαι μητέρα είναι το πιο φυσικό, το πιο ενστικτώδες πράγμα στον κόσμο. Στην πραγματικότητα, δεν νομίζω καθόλου ότι αυτό είναι αλήθεια. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι μαθαίνουν να γίνονται μητέρες και μαθαίνουν να γίνονται πατέρες. Όταν τα παιδιά μου ήταν πολύ μικρά, κατάλαβα ότι κι εγώ καθώς και πολλοί άνθρωποι γύρω μου αναπαραγάγαμε ένα μοντέλο μητρότητας με βάση αυτό που είχαμε δει στην κουλτούρα ή στο περιβάλλον μας. Δεν θεωρώ ότι αυτό είναι κάτι αρνητικό, παρόλο που ίσως ακούγεται έτσι. Πιστεύω ότι αποτελεί κομμάτι της ανθρώπινης συνθήκης.

Δεν ξέρω αν συμβαίνει το ίδιο στην Ελλάδα, αλλά στις Ηνωμένες Πολιτείες όταν πας τα τέκνα σου στον παιδίατρο σε ρωτούν: “Παίζει το παιδί σας ρόλους; Παριστάνει τον γιατρό, τη μητέρα, τον δάσκαλο;”. Αν το παιδί σου δεν το κάνει αυτό, οι γιατροί ανησυχούν και σε παραπέμπουν για περαιτέρω εξετάσεις. Το παιχνίδι ρόλων θεωρείται απολύτως απαραίτητο για τη διαμόρφωση της ταυτότητας. Και ύστερα είναι συναρπαστικό το πώς, όταν ενηλικιωνόμαστε, αυτό σταματάει, και ξαφνικά η επιτέλεση ή το παιχνίδι ρόλων θεωρούνται ύποπτα. Στην πραγματικότητα όμως ξέρουμε ότι είναι θεμελιώδη για το πώς μαθαίνουμε να υπάρχουμε στον κόσμο. Με ενδιαφέρει επίσης πολύ η ιδέα ότι κάποια στιγμή η ταυτότητά σου παγιώνεται και παύει να αλλάζει. Αυτό μου φαίνεται ψέμα. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να αλλάζουν, και οι ρόλοι τους σε σχέση με τους άλλους συνεχίζουν να μετατοπίζονται. Η επιτέλεση είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον να το παρατηρεί κανείς ως προς το πώς ιχνηλατεί αυτή τη συνεχή εξέλιξη».

Τι θαυμάζετε σε όσους έχουν κάνει αυτή την ανθρώπινη διάσταση επάγγελμα; Η ηρωίδα σας στην «Οντισιόν» είναι μια ηθοποιός…

«Σε πολλούς ηθοποιούς, αυτό που θαυμάζω είναι η ερμηνευτική τους ευφυΐα. Υπάρχει ένας τρόπος με τον οποίο οι ηθοποιοί κατανοούν την ιστορία, τον χαρακτήρα και την αφήγηση που μπορεί να ξεπερνά πολλούς, πολλούς συγγραφείς. Όταν μιλάς με έναν ηθοποιό για έναν χαρακτήρα, η κατανόησή του για το τι είναι αληθοφανές, τι είναι ψυχολογικά συνεπές, ποια θα ήταν μια ενδιαφέρουσα ψυχολογική στροφή για τον χαρακτήρα είναι εξαιρετικά εκλεπτυσμένη. Υπάρχει λόγος που τόσοι ηθοποιοί είναι επίσης συγγραφείς, ή ενδιαφέρονται για τη γραφή — αυτό που κάνουν δεν είναι και τόσο διαφορετικό. Όταν έγραφα για την υποκριτική, με πολλούς τρόπους έγραφα και για τη γραφή. Κάθε φορά που η ηρωίδα λέει κάτι για το τι σκέφτεται για την υποκριτική, μου έδινε την ευκαιρία να σκεφτώ τι σημαίνει για μένα η γραφή.

Όσον αφορά την ίδια τη ζωντανή καλλιτεχνική ερμηνεία, υπάρχει κι ένα μαγικό χάρισμα που είναι πολύ δύσκολο να το περιγράψεις. Υπάρχουν δύο χορευτές στο New York City Ballet, η Μίρα Νάντον και ο Τέιλορ Στάνλεϊ, και είναι αδύνατο να καταλάβεις γιατί δεν μπορείς να σταματήσεις να τους κοιτάζεις. Είναι αδύνατο να καταλάβεις γιατί δεν μπορείς να κοιτάξεις κανέναν άλλον όταν είναι στη σκηνή. Φυσικά είναι εξαιρετικά προικισμένοι τεχνικά, αλλά πρόκειται για κάτι περισσότερο, για ένα ανεξήγητο εκτόπισμα. Σε τέτοιες στιγμές σκέφτεσαι: η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν πρόκειται να αντικαταστήσει ορισμένες μορφές τέχνης. Με ενδιαφέρουν πάντα αυτές οι στιγμές όπου έχεις μια τέχνη που είναι στην πραγματικότητα πολύ οριοθετημένη και απαιτεί τεράστια πειθαρχία και από αυτό προκύπτει κάτι που σε αιφνιδιάζει».

Τι μπορείτε να μας πείτε για την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου;

«Οχι πολλά πράγματα. Σκηνοθετεί η Λούλου Γουάνγκ, μια υπέροχη, ευφυής σκηνοθέτρια – έχει κάνει την ταινία “The Farewell”. Θαυμάζω πολύ τη δουλειά της, έχει μια απίστευτα καθαρή ματιά. Είχε αναλάβει το εγχείρημα πολύ πριν κυκλοφορήσει το βιβλίο, οπότε από την αρχή είχε πολύ συγκεκριμένη αίσθηση για το τι ήθελε να κάνει, ποιους ήθελε στην ταινία, ποιον για το σενάριο, τα πάντα. Είναι από τους ανθρώπους που εκτελούν τέλεια ό,τι λένε ότι θα κάνουν. Το φιλμ έχει ένα εξαιρετικό καστ αποτελούμενο από πολύ ενδιαφέροντες ηθοποιούς (σ.σ. θα πρωταγωνιστήσουν η Λούσι Λιου και ο ραγδαία ανερχόμενος Τσαρλς Μέλτον), και το σενάριο γράφεται από τη σκηνοθέτρια και μια υπέροχη αμερικανίδα θεατρική συγγραφέα, τη Μαρτίνα Μάγιοκ».

Δεν γίνεται να μη σας ρωτήσω για το μυθιστόρημα «Ενας χωρισμός», που θα επανακυκλοφορήσει στα ελληνικά τον Σεπτέμβριο. Το μεγαλύτερο μέρος του εκτυλίσσεται στην Ελλάδα – στη Μάνη συγκεκριμένα – και τοποθετείται σε μια δύσκολη εποχή για τους Ελληνες, την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Τι σας έκανε να επιλέξετε αυτό το φόντο; Και οι μοιρολογίστρες που αναφέρονται στο βιβλίο;

«Ο σύζυγος, ο χαρακτήρας του μυθιστορήματος που πηγαίνει στη Μάνη για την έρευνα του βιβλίου του, βρίσκεται εκεί για να μελετήσει τις μοιρολογίστρες της περιοχής και τα τελετουργικά του πένθους. Δούλευα τότε σε ένα ντοκιμαντέρ – μια σειρά για την ψυχανάλυση στον κινηματογράφο, που παρουσίαζε ο Σλάβοϊ Ζίζεκ και σκηνοθετούσε μια καλή μου φίλη, η Σόφι Φάινς. Δεν νομίζω ότι οι μοιρολογίστρες κατέληξαν τελικά στο ντοκιμαντέρ, αλλά αυτό ήταν που με έφερε αρχικά στη Μάνη. Κάναμε γυρίσματα εκεί για περίπου δύο εβδομάδες και είχα τόσο έντονη αίσθηση μιας ιστορίας που ήθελα να γράψω – εμπνευσμένη από το τοπίο, που είναι τόσο υποβλητικό, όπως ξέρετε. Από εκεί προέκυψε το βιβλίο. Δεν έχω πάει ποτέ σε τουριστικό νησί, οπότε αυτή την εκδοχή της Ελλάδας δεν την ξέρω καθόλου».

Θα πάρετε μια γεύση αυτή τη φορά πηγαίνοντας στα Χανιά.

«Ναι. Όμως εκείνο το κομμάτι της Μάνης ήταν εντελώς μαγευτικό για μένα. Με πολλούς τρόπους, εκείνο το βιβλίο οδήγησε κατά κάποιον τρόπο στο μυθιστόρημα που έγραψα μετά, τις “Οικειότητες,” που εκτυλίσσεται στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και ενδιαφέρεται για την αποτυχία ορισμένων από αυτά τα μεταπολεμικά ιδεαλιστικά εγχειρήματα. Οι “Οικειότητες” εκτυλίσσονται λίγο πριν από την ψηφοφορία για το Brexit, και αποδίδουν την αίσθηση ότι το όνειρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται ραγδαία υπό εξαιρετική πίεση. Παρατηρούν έναν θεσμό που είναι αξιοθαύμαστος από πολλές απόψεις, αλλά έχει επίσης πολλές αδυναμίες. Με ενδιέφερε λοιπόν το πώς αυτά τα μεγάλης κλίμακας ιστορικά γεγονότα διηθούνται στο φόντο μιας μικρής ιστορίας.

Το άλλο πράγμα ήταν ότι οι πυρκαγιές εκείνο το καλοκαίρι στην Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα άσχημες. Την εποχή που έγραψα το βιβλίο, η αίσθηση των πυρκαγιών και της κλιματικής κρίσης δεν ήταν τόσο οξυμένη στην αμερικανική φαντασία όσο είναι τώρα. Σήμερα, στην αμερικανική φαντασία, η ιδέα ότι αυτά τα όμορφα τοπία που τα συνδέουμε με την αναψυχή, την ομορφιά, τη φαντασίωση και τα όνειρα — το τοπίο της Καλιφόρνια, για παράδειγμα — καίγονται, είναι κάτι που όλοι σκέφτονται διαρκώς. Όμως τότε, υπήρχε κάτι ανησυχητικό στο να οδηγείς μέσα από χωράφια που είχαν καεί ολοσχερώς. Το να βλέπω καμένη γη με συγκλόνισε. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία συσχέτιση ανάμεσα στις πυρκαγιές και σε μια οικονομική κρίση, αλλά υπήρχε κάτι σε αυτή την αίσθηση της επικείμενης καταστροφής που με άγγιξε».

Ήθελα να σας ρωτήσω για τη φιλία σας με τον διάσημο νορβηγό συγγραφέα Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ. Βρίσκεται στις ευχαριστίες του «Ένας χωρισμός», και νομίζω ότι υπάρχει και ένα blurb του στις «Οικειότητες». Πώς γνωριστήκατε; Είναι κάποιος που διαβάζει τα βιβλία σας πριν εκδοθούν;

«Ο Καρλ Ούβε έχει εκδώσει βιβλία μου. Έχει έναν εκδοτικό οίκο στη Νορβηγία, και έτσι γνωριστήκαμε. Αγόρασε τα δικαιώματα του δεύτερου μυθιστορήματός μου, και τότε μου έστειλαν ένα αντίτυπο του πρώτου τόμου του “Ο Αγώνας Μου”, που μόλις είχε μεταφραστεί στα αγγλικά. Κανείς δεν το διάβαζε ακόμη, δεν είχε εξελιχθεί σε λογοτεχνικό φαινόμενο. Ήμουν διακοπές με κάτι φίλους, σε ένα σπίτι με συγγραφείς, και όλοι ρωτούσαν συνέχεια: “Τι διαβάζεις;”. Έλεγα: “Κάτι που δεν μπορώ να αφήσω από τα χέρια μου. Δεν έχω καταλάβει ακόμη τι το κάνει τόσο εξαιρετικό, αλλά αυτό είναι ένα από τα καλύτερα γραψίματα που έχω διαβάσει ποτέ”. Γράφουμε πολύ διαφορετικά, αλλά με έχει επηρεάσει πραγματικά με πολλούς τρόπους, γιατί είναι ατρόμητος. Ένα από τα πράγματα που δεν φοβάται είναι το να γράψει μια κακή πρόταση. Άλλαξε την κατανόησή μου για το τι είναι καλή γραφή. Προτού έρθω σε επαφή μαζί του και με το έργο του, ακόμα πίστευα ότι η γραφή είναι όμορφες προτάσεις. Ακούγεται εντελώς παιδαριώδες να το λέω, αλλά το πίστευα. Με ελευθέρωσε από τον φόβο να γράψω μια κακή πρόταση ή μια κακή παράγραφο ή ακόμα και ένα κακό βιβλίο. Η φιλοδοξία ενός συγγραφέα πρέπει να είναι πολύ βαθύτερη από αυτό. Αυτό είναι κάτι που πραγματικά μου το δίδαξε».