Είναι πολύ συγκινητικό να βρίσκεσαι στο Κτίριο Τσίλλερ του Εθνικού Θεάτρου στην Αγίου Κωνσταντίνου και να παρακολουθείς πρόβες για μία από τις πολυαναμενόμενες παραστάσεις του καλοκαιριού που θα παρουσιαστεί στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου: τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη.
Οι λόγοι για τη συναισθηματική αυτή φόρτιση δεν έχουν φυσικά να κάνουν μόνο με τη σπάνια πρόσβαση που σου προσφέρει μερικές φορές το επάγγελμα του δημοσιογράφου σε ορισμένα άδυτα. Σχετίζονται κυρίως με τη σύνθεση του θιάσου που βλέπεις μπροστά σου να κάνει ζέσταμα ή να περνάει σκηνές του έργου, ο οποίος πέρα από γνωστούς και ταλαντούχους ηθοποιούς (μεταξύ άλλων οι Αργύρης Ξάφης, Λυδία Φωτοπούλου, Βασιλική Τρουφάκου, Γιώργος Χριστοδούλου, Εύη Σαουλίδου και Νάνσυ Σιδέρη) απαρτίζεται και από άτομα με αναπηρία, και όταν βλέπεις την τέχνη να ορίζει το πλαίσιο μιας αρμονικής συνύπαρξης με τόσο πηγαίο τρόπο, μοιραία αναρωτιέσαι γιατί δυσκολευόμαστε να το πετύχουμε αυτό έξω στην κοινωνία.

Τη σκηνοθέτρια Ελένη Ευθυμίου την απασχολεί αυτό το ερώτημα πολύ περισσότερο σε σχέση με τους περισσότερους από εμάς. Πορεύεται χρόνια με την ομάδα «Εν Δυνάμει» – το μεικτό σχήμα ηθοποιών με και χωρίς αναπηρία – και ακριβώς επειδή το ζει καθημερινά, ξέρει πως η αρμονία της πρόβας δεν μεταφράζεται αυτόματα σε κοινωνική αλλαγή. Οταν τη ρωτώ αν η φετινή παράσταση αποκαθιστά μια ιστορική αδικία, δεν βιάζεται να το καρπωθεί: «Δεν ξέρω αν αποκαθίσταται. Αποκαθίσταται στιγμιαία, πιθανόν. Γιατί, έχοντας δουλέψει χρόνια με την ομάδα μας, βλέπω ότι η κοινωνική αλλαγή συντελείται πολύ αργά. Οπότε δεν μπορώ με κανέναν τρόπο να θεωρήσω ότι αυτό που κάνουμε εμείς είναι κάτι παραπάνω από ένα μικρό λιθαράκι. Σίγουρα είναι εξαιρετικά σημαντικό, σηματοδοτεί μια αρχή, δημιουργεί ένα προηγούμενο. Και, όπως είπα και πριν, είναι τεράστια η χαρά που μας τυχαίνει – που πέφτει σε εμάς η μπίλια για να συμβεί κάτι τέτοιο».
Κι όμως, το λιθαράκι είναι ιστορικό. Το διήμερο 31 Ιουλίου – 1 Αυγούστου το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου θα γίνει για πρώτη φορά στην ιστορία του προσβάσιμο και σε θεατές με αισθητηριακές αναπηρίες, φιλοξενώντας διερμηνεία στην ελληνική νοηματική, υπερτιτλισμό για κωφά και βαρήκοα άτομα, ακουστική περιγραφή για άτομα με οπτική αναπηρία, μια ολόκληρη υποδομή που αναλαμβάνει η εξειδικευμένη ομάδα «Liminal» και που, μέχρι σήμερα, έμοιαζε με πολυτέλεια.
Τι σημαίνει, τη ρωτώ, να υπογράφει αυτή την πρώτη φορά; Η απάντηση πατάει ολόκληρη επάνω στη διαδρομή της με την ομάδα: «Είναι για εμένα πολύ μεγάλη τιμή που, μέσα από τη συνέχεια της δραστηριότητάς μου με την ομάδα “Εν Δυνάμει”, τυχαίνει μια τέτοια συγκυρία, πολύ ευτυχής, και κάθονται έτσι τα πράγματα ώστε να συμβεί στην πρώτη μου επιδαύρια εμφάνιση. Είναι και πολύ συγκινητικό που με την ομάδα, με την οποία έχουμε κάνει όλη αυτή τη διαδρομή, μοιραζόμαστε αυτή τη μεγάλη στιγμή. Σε συνδυασμό μάλιστα με κάτι που πολλά χρόνια προσπαθούσαμε να κάνουμε, αλλά δεν τα καταφέρναμε, για τον πολύ απλό λόγο ότι το να είναι καθολικά προσβάσιμη μια παράσταση κοστίζει. Οπότε τώρα μας το παρέχει η συνθήκη». Υπάρχει κάτι σχεδόν ποιητικό στη σύμπτωση. Η αρχαία ελληνική κοινωνία, που γέννησε αυτό το θέατρο, έτεινε να κρύβει όσους δεν χωρούσαν στο πρότυπο του αρτιμελούς, υγιούς άνδρα-πολίτη. Δυόμισι χιλιετίες αργότερα, η ίδια ορχήστρα ανοίγει για να χωρέσει ακριβώς αυτά τα σώματα – και επάνω στη σκηνή, και στις θέσεις των θεατών. Το ότι χρειάστηκε να φτάσουμε στο 2026 για να συμβεί λέει πολλά – το ότι συμβαίνει, όμως, λέει περισσότερα.

Ενα έργο τραγικά επίκαιρο
Η Επίδαυρος, βέβαια, παραμένει η Επίδαυρος – το μεγάλο ορόσημο στην καριέρα κάθε έλληνα σκηνοθέτη, και η πρώτη φορά της Ευθυμίου σε αυτή. Τη ρωτώ αν την αγχώνει, αν φοβάται: «Είναι κάτι που το ήθελα πολύ εδώ και πολύ καιρό – γιατί ένιωθα ότι με τον τρόπο που δουλεύω έχω μια συνομιλία με το είδος της τραγωδίας, χωρίς όμως να έχω ανεβάσει ποτέ τέτοιο έργο. Από εκεί και πέρα, υπάρχουν κάποιες περίοδοι που είμαι τρομακτικά αγχωμένη και κάποιες άλλες που απλώς προσπαθώ να το χαρώ και να το απολαύσω. Μέσα στο μυαλό μου ο τρόπος με τον οποίο έχω αποφασίσει να το διαχειριστώ είναι να το κάνω ακριβώς όπως αν το έκανα σε ένα υπόγειο που δεν θα το έβλεπε κανείς. Δηλαδή να το φέρω, με την καλή έννοια, στα μέτρα μου, για να το καταλάβω – να βρω έναν τρόπο να εκφραστώ αληθινά μέσα από αυτό το έργο, που είναι ένα αριστούργημα. Γι’ αυτό αποφάσισα και να το διασκευάσω. Οχι από μια αλαζονική σκοπιά, ότι έχω να πω κάτι παραπάνω από τον Ευριπίδη – σε καμία περίπτωση. Αλλά οι “Τρωάδες” είναι ούτως ή άλλως ένα έργο που πάντα συνομιλεί με την εποχή του. Και επειδή η εποχή μας είναι αυτή που είναι, δυστυχώς, και επειδή ταυτόχρονα υπάρχει και μια πολύ ισχυρή συνθήκη – η συνθήκη της συμπερίληψης ανθρώπων με αναπηρία –, ένιωσα πολύ έντονα την ανάγκη να μετασχηματίσω πράγματα ώστε να συνομιλούν και να περιλαμβάνουν με καλύτερο τρόπο και τις συνθήκες και την εποχή μας. Προσπαθώντας, πάντα, να μην προδώσω το αρχικό κείμενο».
Ο τρόπος που κρατά καθαρό το βλέμμα της μέσα στον θόρυβο μιας τόσο μεγάλης παραγωγής είναι, στην ουσία, μια άσκηση εμπιστοσύνης: «Προσπαθώ να είμαι συγκεντρωμένη. Να αξιοποιώ το πρόγραμμα, να έχω τον χρόνο μου. Προσπαθώ να αφουγκράζομαι τους συναδέλφους, να κλέβω τα καλύτερα που έχουν να προτείνουν και να αφαιρώ οτιδήποτε αποτελεί φορτίο – οτιδήποτε προκύπτει από ανασφάλεια, φόβο, κάτι έξω από αυτά που χρειαζόμαστε. Πιστεύω στους ανθρώπους. Πιστεύω και στα λάθη. Πιστεύω στον χρόνο – στον χρόνο που δίνεται στα πράγματα».

Επιμένει στη λέξη «αριστούργημα» για το συγκεκριμένο έργο. Τη ρωτώ γιατί: «Θα σας πω τι μου αρέσει προσωπικά, όχι με ποιον τρόπο είναι χαρακτηρισμένο έτσι από τους ειδικούς. Για εμένα, έχει εξέχουσα σημασία το ότι δίνεται φωνή στους αφανείς· το γεγονός ότι ο άμαχος πληθυσμός παίρνει τον λόγο, ότι οι γυναίκες παίρνουν τον λόγο στην εποχή που γράφτηκε, ότι είναι εξαιρετικά αντιπολεμικό, γραμμένο για έναν λαό που βρισκόταν σε πόλεμο. Ασκεί έντονη κριτική στα κακώς κείμενα της εποχής του, και αυτό το καθιστά ένα πολύ σοβαρό και πλούσιο έργο – και πάντα επίκαιρο. Γιατί δυστυχώς ο άνθρωπος, για κάποιον λόγο, δεν έχει αλλάξει ακόμα μετά από τόση φρίκη. Δεν χορταίνει. Είναι και ένα περίεργο έργο. Η πλοκή του είναι πολύ ήσυχη, θα το πω έτσι – σαν να μη γίνεται τίποτα στην πραγματικότητα. Σαν να βλέπουμε μια αποσύνθεση εν εξελίξει. Εχει πολύ ιδιαίτερη δραματουργία σε σχέση με τις άλλες τραγωδίες εκείνης της εποχής».
Δεν είναι σχήμα λόγου: ο Ευριπίδης παρουσίασε τις «Τρωάδες» γύρω στο 415 π.Χ., λίγο μετά τη σφαγή και τον εξανδραποδισμό των Μηλίων από τους Αθηναίους – ένα έργο το οποίο, την ώρα που η πόλη του θριάμβευε στρατιωτικά, της κρατούσε καθρέφτη. Και στην εποχή μας, ωστόσο, μαίνονται συρράξεις: «Ζούμε σε πολύ δύσκολους καιρούς, με πολύ δύσκολες συνθήκες – πόσω μάλλον για τον άμαχο πληθυσμό κάθε πολεμικής σύγκρουσης, πόσω μάλλον για τους ανάπηρους του άμαχου πληθυσμού. Είναι οι τελευταίοι για τους οποίους θα μιλήσει κάποιος· αυτοί που, όταν βομβαρδιστεί ένα νοσοκομείο, δεν θα έχουν οξυγόνο, δεν θα έχουν βοήθεια και θα είναι οι πρώτοι που θα πεθάνουν – θα ψοφήσουν σαν τα σκυλιά ή θα περιφέρονται χωρίς κανέναν να τους φροντίσει».

Ο φαύλος κύκλος της βίας
Μόλις ακούσει κανείς τη λέξη «Τρωάδες», σκέφτεται αυτόματα ένα αντιπολεμικό μήνυμα – και είναι θλιβερό που, το 2026, παραμένει τόσο τραγικά επίκαιρο. Τη ρωτώ ποιο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης δεν μας επιτρέπει να αφήσουμε πίσω μας τα δεινά: «Πιστεύω ότι η βία μεταφέρεται από γενιά σε γενιά με τρόπους πολύ υπόγειους, σχεδόν γονιδιακούς. Πιστεύω ότι μεγαλώνουμε μέσα στη βία και μετά απλώς την αναπαράγουμε, χωρίς να το θέλουμε. Οι μανάδες, οι πατεράδες έχουν υποστεί βία και την εφαρμόζουν χωρίς να το καταλαβαίνουν. Ούσα νέα μητέρα, με έχει απασχολήσει πολύ το ζήτημα – και παρατηρώ πράγματα. Βλέπω ότι όσο καλές προθέσεις και να έχει κανείς, δεν μπορεί να ξεπεράσει τον εαυτό του και τα τραύματά του. Πάντα θα προσπαθεί, αλλά πάντα κάπου θα αποτυγχάνει. Υπάρχουν, βέβαια, άνθρωποι που τραβούν προς το φως· άνθρωποι που παλεύουν, ακόμα κι αν κάνουν λάθη· γονείς που παλεύουν· άνθρωποι που μάχονται για την αλληλεγγύη, την αγάπη, τη φροντίδα· άνθρωποι που έχουν την αυτοθυσία ως κάτι που τους γεμίζει. Αλλά υπάρχει γύρω μας τόση αλαζονεία, τόση απληστία. Νομίζω πως μερικοί έχουν την αίσθηση ότι δεν θα πεθάνουν ποτέ… Πώς γίνεται κάποιος να μην αντιλαμβάνεται ότι δεν θα ζήσει για πάντα; Ή, μάλλον, μπορεί και ο φόβος του θανάτου να γεννά όλη αυτή τη φρικτή ψυχοπάθεια και – πώς να το πω; – τη λαχτάρα για εξουσία».
Η σκέψη της δεν σταματά στον πόλεμο των όπλων· περνάει στο φύλο, στην εξουσία και, τελικά, στα παιδιά. «Κάτι άλλο που με απασχολεί είναι και το κομμάτι του φύλου σε σχέση με την εξουσία – όχι μόνο με την έννοια άνδρας/γυναίκα, αλλά γενικότερα η ιδέα της πατριαρχίας: πώς είναι τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα μας, που αναπαράγεται ακόμα και από τις γυναίκες και φυσικά και από τους άνδρες. Υπάρχει ένα έμφυλο κομμάτι σε σχέση με την κατάκτηση, με την εξουσία και με το τραύμα που μπορεί να γεννά όλη αυτή τη βία. Δείχνει σαν να χρειάζεται, πιθανόν, κάτι ριζικό για να σταματήσουν όλα – να πεθάνουμε όλοι και να ξαναγεννηθεί ένας άνθρωπος που δεν θα έχει κληρονομήσει όλη αυτή τη βία. Δεν ξέρω» θα πει, για να προσθέσει: «Πλέον, στην εποχή μας, δεν έχω απαντήσεις. Το μόνο που κάνω είναι να βλέπω τα παιδιά μου και να χαίρομαι, να σκέφτομαι ότι εδώ και τώρα χαμογελούν. Αλλά είναι τέτοια η φρίκη γύρω μας που, αν δεν αντιστέκεσαι με οποιονδήποτε τρόπο – έστω στρεφόμενος προς το φως –, μπορεί να βουλιάξεις. Κι εγώ προσπαθώ να αντλώ χαρά και να δίνω χαρά. Σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι επαναστατώ, ότι η δράση μας είναι αυτή που θα ήθελα. Κάποιοι άλλοι κάνουν ακτιβισμό και ήταν στη φλοτίλα. Ισως όλοι να νιώθουμε λίγοι μπροστά σε κάτι άλλο. Οπότε, νομίζω ότι το ζήτημα είναι ο καθένας, σε σχέση με τον πήχη που θέτει ο ίδιος στον εαυτό του, να βλέπει ότι κάτι κατάφερε. Ισως και μέσα από τα παιδιά να είναι μια οδός – το πώς δεν θα κάνουμε τα παιδιά μας τραυματισμένα, πώς δεν θα κουβαλήσουν με αντίστοιχους τρόπους τα στερεότυπα, τα έμφυλα ειδικά, πώς δεν θα αναπαραγάγουμε τη βία με τον ίδιο τρόπο. Απλώς, είναι τόσο ισχυρό και το περιβάλλον. Ο καθένας μας ας προσπαθεί να κάνει το καλύτερο που μπορεί».

Στις «Τρωάδες» δεν φτάνει κουβαλώντας κάποια εμβληματική παράσταση στο μυαλό. Η ουσιαστική συνομιλία της είναι με κείμενα: «Εχω μια συνομιλία με τη διασκευή που έκανε ο Ζαν-Πολ Σαρτρ – και μια πολύ πιο μακρινή με τον Σενέκα. Η διασκευή του Σαρτρ αναφέρεται στα γεγονότα της Αλγερίας· είναι, στην ουσία, μια αντιαποικιοκρατική μεταφορά. Εχει πιο πολιτικό λόγο, έχει αφαιρέσει κάποια πράγματα».
Ως βάση όμως διάλεξε τη μετάφραση του Γιάννη Τσαρούχη – του ζωγράφου – και ο λόγος είναι απολύτως χαρακτηριστικός της: «Ως βάση για τη διασκευή, το τονίζω, γιατί υπάρχει πολύ υλικό που έχει μετασχηματιστεί. Η μετάφραση, που και αυτή φλερτάρει λίγο με τη διασκευή, έχει κάτι από τον ίδιο τον Τσαρούχη μέσα της – υπάρχει τέτοια δύναμη και αμεσότητα στον λόγο που νιώθεις ότι δεν υπάρχει αυτή η προσπάθεια για λογοτεχνική καλλιέπεια. Αυτό ήταν που με κέρδισε και σκέφτηκα ότι θα ήθελα να είναι η βάση επάνω στην οποία θα πατήσω. Αυτό είναι το βασικό χαρακτηριστικό – και, φυσικά, είναι πολύ ανθρώπινη· έχει πολύ την αίσθηση των ανθρώπων και όχι του υψηλού λόγου, του σχήματος ή του συμβόλου».
Το αποτέλεσμα είναι ένα σύνολο είκοσι δύο ερμηνευτών διαφορετικών ηλικιών, με και χωρίς αναπηρία, με κέντρο τη μουσικότητα· Η γλώσσα του Τσαρούχη ντύνεται με τη μουσική του Λευτέρη Βενιάδη με ζωντανούς μουσικούς επάνω στη σκηνή – πιάνο, κρουστά, όμποε –, ενώ η κίνηση του Τάσου Παπαδόπουλου δουλεύει ακριβώς επάνω σε αυτό που η σκηνοθέτρια θέτει στο κέντρο: τη συνύπαρξη διαφορετικών σωμάτων, φωνών και εμπειριών. Το περιγράφει πολύ ωραία το σημείωμα της παράστασης: «Οι Τρωάδες της δεν είναι μόνο τα όμορφα, υγιή κορμιά των προνομιούχων γυναικών της οικογένειας του Πριάμου (…) Είναι και σώματα – ανήλικα, ανάπηρα, ηλικιωμένα – που ούτε πριν από τον πόλεμο αποφάσιζαν για τον εαυτό τους, ενώ σπάνια είχαν το προνόμιο της αφήγησης. Αιχμάλωτες μετά την άλωση της πόλης τους (…) βιώνουν την απώλεια, μα δεν παραδίδονται. (…) Σταδιακά το πένθος τους μετασχηματίζεται σε μια εύθραυστη αλλά επίμονη μορφή εξέγερσης, με την αλληλεγγύη να είναι πλέον η μεγαλύτερή τους δύναμη».
Φεύγοντας από την πρόβα, η πιο έντονη εικόνα που μένει είναι αυτή της συνύπαρξης – αυτής που επάνω στη σκηνή φαντάζει ομαλή και αυτονόητη και έξω, στην κοινωνία, τόσο δύσκολη. Ισως αυτό να είναι, τελικά, το πιο πολιτικό στοιχείο της παράστασης: όχι ότι μιλάει για τον πόλεμο, αλλά ότι, για δύο βραδιές στην Επίδαυρο, δείχνει εμπράκτως πώς θα ήταν ένας κόσμος που δεν αφήνει κανέναν απ’ έξω. Και αν, όπως μου είπε και η ίδια η Ευθυμίου, η αλλαγή έρχεται απελπιστικά αργά, τουλάχιστον το λιθαράκι μπήκε – ακόμη και εκεί που δεν θα έπρεπε να είχε καθυστερήσει τόσο.
INFO
«Τρωάδες» του Ευριπίδη, µια παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου: Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, 31 Ιουλίου και 1 Αυγούστου. Αγοράστε εισιτήρια από το InTickets.
Χορηγός παράστασης & προσβασιµότητας για άτοµα µε αισθητηριακές αναπηρίες: Alpha Bank, στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Πολιτισµός για όλους».





