Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Το Βερολίνο ξεθωριάζει έξω από το παράθυρο του τρένου και τα προάστιά του δίνουν τη θέση τους σε δάση και μικρές λίμνες. Συνοδοιπόρος μας στο ταξίδι είναι ένας τεράστιος ήλιος, συνθήκη όχι συχνή για τη Βόρεια Γερμανία. Είναι όμως καλοκαίρι, ο ουρανός είναι καταγάλανος, και όλες οι εικόνες που διαδέχονται η μία την άλλη ενώ κατευθυνόμαστε προς το Πότσνταμ (ή Πότσδαμ) είναι ανέλπιστα φωτεινές και αισιόδοξες!

Η πρωτεύουσα του ομόσπονδου κρατιδίου του Βρανδεμβούργου βρίσκεται μόλις σαράντα λεπτά με το τρένο από την πρωτεύουσα της Γερμανίας. Μπορείς δηλαδή να ζεις στο Πότσνταμ και να μετακινείσαι καθημερινά στο κέντρο του Βερολίνου αν εργάζεσαι εκεί. Καθόλου ευκαταφρόνητη συνθήκη, καθώς μπορείς να απολαμβάνεις και τα ελέη της μητρόπολης (που έχει τα πάντα) και την ήρεμη καθημερινότητα στην εξοχή. Γιατί το Πότσνταμ είναι εξοχή. Και ιστορία!

Το ησυχαστήριο του Φρειδερίκου

Η πόλη εμφανίζεται σε μεσαιωνικά έγγραφα ήδη από τον 10ο αιώνα (αν και η περιοχή κατοικείτο νωρίτερα), αλλά η πραγματική της άνθηση άρχισε όταν οι πρίγκιπες-εκλέκτορες της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Kurfürsten), και αργότερα οι βασιλείς της Πρωσίας, την επέλεξαν ως τόπο διακοπών, αντίβαρο στην επίσημη αυστηρότητα του Βερολίνου. Ο μέγας εκλέκτορας του Βρανδεμβούργου και δούκας της Πρωσίας Φρειδερίκος Γουλιέλμος έχτισε εκεί παλάτι (που χρησιμοποιούσε ως δεύτερη κατοικία του) τον 17ο αιώνα. Αλλά ο δισέγγονός του, Φρειδερίκος Β’, αποκαλούμενος και Μέγας – ένας από τους πιο αντιφατικούς μονάρχες της ευρωπαϊκής Ιστορίας, ταυτόχρονα φωτισμένος και αυταρχικός, στρατηλάτης και μουσικός, φίλος του Βολταίρου και σκληρός εχθρός της Αυστρίας – ήταν εκείνος που έκανε το Πότσνταμ να λάμψει με όλη του την ομορφιά. Μετά τον Δεύτερο Σιλεσιανό Πόλεμο (1740-42), ο Φρειδερίκος ήθελε κάτι διαφορετικό: ένα μέρος να ξεκουράζεται, να φιλοσοφεί, να παίζει φλάουτο. Αυτό το μέρος ήταν το Σανσουσί (Sanssouci), το ανάκτορο που έστησε στην πανέμορφη μικρή πόλη και που σήμερα είναι το κυριότερο αξιοθέατό της.

Στους κήπους του Σανσουσί

Βρεθήκαμε εκεί στις αρχές τού μήνα που διανύουμε, μια αφύσικα ζεστή ημέρα για τη Βόρεια Ευρώπη, όταν οι περίτεχνες μεταλλικές πέργκολες του πάρκου Σανσουσί ήταν ντυμένες με φρέσκια πρασινάδα, στα αμπέλια «έσκαζαν» τα πρώτα μικρά φύλλα και ο αέρας μύριζε τριαντάφυλλο και φρεσκοκομμένο χορτάρι (δεκάδες κηπουροί δούλευαν γύρω μας με προσήλωση) Ο χώρος δεν έχει πνιγεί ακόμη από τα πλήθη του Ιουλίου και του Αυγούστου, επομένως ήμασταν τυχεροί γιατί μπορούσαμε να περιηγηθούμε χωρίς βιασύνες, φωνές και στριμώγματα.

Το όνομα του υπέρκομψου ανακτόρου είναι γαλλικό – προέρχεται από τις λέξεις «Sans Souci», δηλαδή χωρίς έγνοιες – και η επιλογή της γλώσσας λέει πολλά για τον άνδρα που το εμπνεύστηκε. Την εποχή εκείνη, στα μέσα του 18ου αιώνα, η γαλλική αποτελούσε τη γλώσσα της φινέτσας και της κομψότητας και ο Φρειδερίκος ήταν ένας άνθρωπος με ευαισθησίες. Χτισμένο μεταξύ 1745 και 1747 από τον διακεκριμένο γερμανό αρχιτέκτονα και ζωγράφο Γκέοργκ Βέντσεσλαους φον Κνόμπελσντορφ σε ροκοκό ρυθμό, το θερινό παλάτι που ο Φρειδερίκος Β΄ ονειρευόταν ήταν ένα καταφύγιο όπου θα ερχόταν να ζήσει «ανέμελα».

Δεν είναι το κτίριο που σε εντυπωσιάζει πρώτο, αλλά η τοποθεσία του. Το ανάκτορο έχει υπέροχη θέα στο ανατολικό τμήμα του πάρκου Σανσουσί, που εκτείνεται σε σχεδόν 3.000.000 τ.μ.
– πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα σύνολο πάρκων και δασικών εκτάσεων.  Ο αμπελώνας μπροστά του, οι τριανταφυλλιές, τα αγάλματα, τα σιντριβάνια, η θέα που απλώνεται πίσω από τον λόφο, παραπέμπουν σε πίνακες σπουδαίων τοπιογράφων. Τα δωμάτια του ανακτόρου διατηρούν ακόμα τον αρχικό τους σχεδιασμό και τον διάκοσμό τους με έργα τέχνης και γλυπτά. Στη βιβλιοθήκη βρίσκονται πάντα τα βιβλία του Μεγάλου Φρειδερίκου. Ομως, όσο ενδιαφέρουσα και αν ήταν η ξενάγηση στο εσωτερικό, εκείνη τη φωτεινή ημέρα όλα σού φώναζαν να βγεις έξω, στους κήπους.

Το πάρκο που περιβάλλει το ανάκτορο είναι ελεύθερο για περπάτημα, και αυτό ακριβώς κάνουν οι κάτοικοι της μικρής πόλης τα πρωινά του καλοκαιριού: σουλατσάρουν, τρέχουν, κάνουν ποδήλατο, βγάζουν βόλτα τους σκύλους τους ή απλώς κάθονται στα παγκάκια κάτω από τις οξιές και τις φτελιές και απολαμβάνουν την ηρεμία της φύσης. Το Σανσουσί δεν είναι μόνο μνημείο
– είναι ζωντανός χώρος της πόλης.

Ο κήπος με τα αγάλματα

Στο δυτικό άκρο του τεράστιου πάρκου, το Νέο Ανάκτορο (Neues Palais) επιβάλλεται με το πληθωρικό μέγεθός του. Χτίστηκε από τον Φρειδερίκο μετά τον Επταετή Πόλεμο (1756-1763), ως μνημείο νίκης και αντοχής – ένας τρόπος να διαμηνύσει στην Ευρώπη ότι η Πρωσία δεν έχει εξαντληθεί. Διαθέτει περίπου 200 δωμάτια, πλούσια διακοσμημένες προσόψεις και είναι αρχιτεκτονικά βαρύ, με το μεγαλείο του να λειτουργεί αντιστικτικά με την (πολυτελή) απλότητα του Σανσουσί. Την ημέρα που βρεθήκαμε εκεί, δεκάδες από τα αγάλματα που κοσμούν την οροφή του ήταν κατεβασμένα στον κήπο για συντήρηση. Περπατήσαμε ανάμεσά τους σαν να ήμασταν καλεσμένοι σε μια δεξίωση παγωμένη στον χρόνο.

Λίγο πιο κάτω το Κινεζικό Κιόσκι είναι ένα παραμυθένιο περίπτερο επενδεδυμένο με επιχρυσωμένες φιγούρες σε ύφος Chinoiserie, αντανάκλαση της αγάπης των αριστοκρατών του 18ου αιώνα για την Απω Ανατολή. Τα δε Ρωμαϊκά Λουτρά είναι μια εξιδανικευμένη ρομαντική φαντασίωση της κλασικής αρχαιότητας, παραπέμπει σε βίλες της Πομπηίας και αντανακλά τη βαθιά αγάπη τού μετέπειτα βασιλιά Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ’ για την ιταλική τέχνη.

Στην Αλεξάντροφκα

Μπορείς να ξοδέψεις μία ολόκληρη ημέρα σε αυτό το πάρκο χωρίς να το εξαντλήσεις. Ομως, μια σύντομη διαδρομή με τα πόδια μέσα στο πράσινο σε οδηγεί από τον κόσμο των ανακτόρων σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο: Η ρωσική αποικία Αλεξάντροφκα ιδρύθηκε από τον βασιλιά Φρειδερίκο Γουλιέλμο Γ’ μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους ως οικισμός για ρώσους στρατιώτες, χορωδούς και τεχνίτες που έμειναν στην πρωσική αυλή. Τα ξύλινα σπίτια της στέκουν ακόμη όρθια και ορισμένα κατοικούνται. Πρόκειται για δώδεκα κατοικίες με σκαλιστές διακοσμήσεις, χτισμένες το 1826-27, και μία εκκλησία, μέσα σε έναν οπωρώνα.

Τους κήπους σχεδίασε ο κορυφαίος πρώσος αρχιτέκτονας τοπίου και κηπουρός Πέτερ Γιόζεφ Λενέ. Στην πραγματικότητα, τα σπίτια δεν είναι αυθεντικά ρωσικά, δεν είναι πραγματικές λαϊκές καλύβες. Πρόκειται για τυπικά γερμανικά σπίτια με σκελετό, τα οποία επένδυσαν με σκούρες ξύλινες σανίδες για να μοιάζουν με ρωσικά ξυλόσπιτα. Οπως και αν έχει, ένα «ρωσικό» χωριό μέσα στην καρδιά της Γερμανίας κάνει την επίσκεψη στην περιοχή ακόμα πιο γοητευτική και ενδιαφέρουσα. Η ρωσική ορθόδοξη εκκλησία στη μνήμη του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκι (η παλαιότερη στη χώρα) με το ρόδινο χρώμα της συμπληρώνει επιτυχώς το σκηνικό.

Το ανάκτορο Τσεσίλιενχοφ

Λίγο βορειότερα, στον Νέο Κήπο (Neuer Garten), δίπλα στη λίμνη Γιούνγκφερνζε, κρύβεται το ανάκτορο Τσεσίλιενχοφ – ένα κτίριο που μοιάζει περισσότερο με αγγλικό country house παρά με βασιλικό παλάτι. Χτισμένο για τον Γουλιέλμο Β’, ήταν το μέρος όπου το καλοκαίρι του 1945 ο Χάρι Τρούμαν, ο Γιόζεφ Στάλιν και ο Ουίνστον Τσόρτσιλ (μαζί με τον διάδοχό του στον πρωθυπουργικό θώκο, Κλέμεντ Ατλι) διαπραγματεύτηκαν τη μεταπολεμική τάξη. Εκτός όμως από αξιοθέατα με βαριά ιστορία, το Πότσνταμ έχει και άλλα, πιο απλά και καθημερινά μυστικά για να αποκαλύψει στον επισκέπτη που θα περπατήσει στο ιστορικό κέντρο του.

Οι ξεχωριστές γωνιές της πόλης

Ενα από εκείνα τα μυστικά είναι η Ολλανδική Συνοικία (Holländisches Viertel) – μια γεμάτη χρώμα γειτονιά, με τέσσερα οικοδομικά τετράγωνα από σπίτια του 18ου αιώνα που θυμίζουν (γι’ αυτό και το όνομα της συνοικίας) ολλανδικά κτίρια. Στην ευρύτερη περιοχή λειτουργούν μπαράκια, cafés και μικρά εστιατόρια. Εδώ η πόλη μοιάζει ακόμα πιο ανάλαφρη: Ο κόσμος κάθεται έξω, απολαμβάνει τον καλοκαιρινό ήλιο και την μπίρα του, κάποιοι παίζουν σκάκι και επιτραπέζια, άλλοι επιδίδονται στο φρίσμπι. Εμείς ζηλεύουμε αυτή την αίσθηση ευζωίας και χαλαρότητας που τόσο μας λείπει. Σίγουρα τον χειμώνα θα είναι αλλιώς, όμως η εξωστρέφεια του καλοκαιριού και εκείνος ο ήλιος που επέμενε (ξεκινήσαμε τη μέρα μας με ζακέτα και συνεχίσαμε με κοντομάνικο μπλουζάκι) έκαναν το Πότσνταμ να χάνει κάτι από την αυστηρότητα που έχουν αυτές οι παλιές πόλεις της Γερμανίας, να μεταμορφώνεται σε κάτι πιο χαλαρό και παιχνιδιάρικο. Χωρίς να μπορούμε να αντισταθούμε στη μυρωδιά του φούρνου στον κεντρικό δρόμο, αγοράσαμε ένα πρέτσελ, ζεστά σάντουιτς με λουκάνικο και λιωμένο τυρί, μία μηλόπιτα με κρέμα και μια κερασόπιτα και καθίσαμε σε ένα πάρκο, ανάμεσα στους ντόπιους που έκαναν πικνίκ, για να τα απολαύσουμε. Ωραία ζωή!