Να καταγράφει κανείς ή να μην καταγράφει; Για τους ανθρώπους της τεχνολογίας το δίλημμα αυτό δεν υφίσταται πλέον. Η απάντηση είναι ένα ηχηρό ναι.
Μια βιντεοκλήση στο Zoom δεν είναι ολοκληρωμένη χωρίς έναν βοηθό τεχνητής νοημοσύνης που κρατά σημειώσεις. Τα τηλέφωνα βγαίνουν πάνω στο τραπέζι στις συσκέψεις, καταγράφοντας κάθε λέξη. Κατά τη διάρκεια αυθόρμητων συζητήσεων με συναδέλφους, κάποιος μπορεί να ενεργοποιήσει την εφαρμογή απομαγνητοφώνησης Granola, η οποία έχει τη δυνατότητα να εξαγάγει από τη συνομιλία μια μονοσέλιδη περίληψη ή μια λίστα με ενέργειες που πρέπει να γίνουν. Ακόμα και στα μπαρ και στα ραντεβού οι άνθρωποι χρησιμοποιούν εφαρμογές ακρόασης με ενσωματωμένη τεχνητή νοημοσύνη για να αναλύσουν τις συζητήσεις αργότερα.
Εχουν περάσει πια οι μέρες που οποιαδήποτε συνομιλία ήταν εξ ορισμού ιδιωτική. Το να ζητείς άδεια για να την καταγράψεις θεωρείται πλέον ξεπερασμένο, παρ’ όλο που υπό συγκεκριμένες συνθήκες αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί παράβαση του νόμου. Δεν είναι περίεργο, αν γίνεται στο όνομα της παραγωγικότητας, όπως λένε όσοι συνηθίζουν να καταγράφουν.
«Συμβαίνει σε καθημερινή βάση» λέει ο Ερικ Μπαν, ένας επενδυτής επιχειρηματικών κεφαλαίων από το Σαν Φρανσίσκο, ο οποίος άρχισε να το παρατηρεί πριν από έναν χρόνο περίπου. Κατά τη διάρκεια των συναντήσεών του με ιδρυτές εταιρειών, εκείνοι βάζουν τα τηλέφωνά τους πάνω στο τραπέζι και τα σπρώχνουν σιγά-σιγά προς το μέρος του, σαν να είναι αθλητής σε συνέντευξη Τύπου μετά από αγώνα.
Παλιότερα ο Μπαν ρωτούσε αν τον κατέγραφαν. Η απάντηση ήταν πάντα «ναι», ακολουθούμενη από το «Υπάρχει πρόβλημα;». Σήμερα το θεωρεί δεδομένο και προσέχει τα λόγια του περισσότερο.
«Πλέον το βλέπω ως το σύνηθες πρωτόκολλο» λέει. «Η κοινωνία μας κινείται προς μια κατάσταση που θυμίζει Ανατολική Γερμανία».
Με την εμφάνιση των έξυπνων γυαλιών με κάμερα, των βραχιολιών καταγραφής μέσω τεχνητής νοημοσύνης και άλλων κρυφών συσκευών, συντελείται μια κοινωνική μεταβολή. Και δεν είναι ξεκάθαρο πόσο λόγο θα έχουμε επί του θέματος – ή πόσο θα αλλάξουν οι συνομιλίες μας αν γνωρίζουμε όλοι μας ότι μας «φακελώνουν».
Η Εμι Τσανγκ, ιδρύτρια μιας startup επεξεργασίας δεδομένων πωλήσεων στην οποία επενδύει η εταιρεία του Μπαν, χρησιμοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη για να απομαγνητοφωνεί κάθε δυνατή συνομιλία.
Σε ένα επαγγελματικό συνέδριο στο Αλμπουκέρκι του Νέου Μεξικού, τον Μάιο, η Τσανγκ φορούσε μια μικρή κονκάρδα με ένα κόκκινο φως που έδειχνε ότι κατέγραφε. Κάποια στιγμή πλησίασε την Τσανγκ ένας εργαζόμενος της διοργάνωσης και της είπε ότι η συσκευή έφερνε τους άλλους σε αμηχανία. Η Τσανγκ το θεώρησε προκλητικό που της ζήτησαν να σταματήσει να καταγράφει.
«Είναι ο τρόπος μου» λέει. «Δεν με ενδιαφέρει ποιος είπε τι. Είναι για να έχω γενική εικόνα».
Η Τσανγκ έχει αρχίσει επίσης να καταγράφει τα πρώτα της ραντεβού, συνήθως χρησιμοποιώντας την Granola. Ακουμπάει το τηλέφωνό της πάνω στο τραπέζι ή στην καρέκλα της και όταν τελειώνει το ραντεβού αποστέλλει όλα τα δεδομένα στο Claude της Anthropic και αυτό την ενημερώνει πώς τα πήγε.
«Θα έπρεπε να είμαι πιο επικοινωνιακή και να δείξω μεγαλύτερη ενσυναίσθηση;» θα μπορούσε να ρωτήσει το Claude, όπως λέει. «Ποιος από τους δυο μας μιλούσε περισσότερο; Σε τι ποσοστό;».
Η Μισέλ Λιμ, διευθύνουσα σύμβουλος μιας μικρής startup τεχνητής νοημοσύνης, λέει ότι αρχικά σοκαρίστηκε όταν, πριν από έναν χρόνο περίπου, άκουσε κάποιες πολύ συγκεκριμένες λέξεις, που είχε η ίδια χρησιμοποιήσει κατά τη διάρκεια ενός τηλεφωνήματος, να επαναλαμβάνονται από τον συνομιλητή της σε μια επόμενη συζήτηση. Ηταν πεπεισμένη ότι την είχε ηχογραφήσει και αυτό την είχε ταράξει.
Η Καλιφόρνια είναι μία από τις Πολιτείες όπου απαιτείται προηγούμενη συγκατάθεση όλων των εμπλεκόμενων μερών για την καταγραφή μιας ιδιωτικής συνομιλίας.
Ωστόσο, οι προσωπικές απόψεις της Λιμ σχετικά με τις αποδεκτές πρακτικές καταγραφής έχουν εξελιχθεί έκτοτε. Πλέον το θεωρεί δεδομένο ότι καταγράφεται και, μάλιστα, ενθαρρύνει την εφαρμογή της πρακτικής αυτής στη δική της εταιρεία. Η Granola είναι προγραμματισμένη να είναι ενεργή σε όλες τις προγραμματισμένες εσωτερικές συσκέψεις, ενώ συχνά οι υπάλληλοι την ενεργοποιούν και όταν κουβεντιάζουν χαλαρά μεταξύ τους στο γραφείο.
«Στην εταιρεία, πολλές φορές απογοητευόμαστε όταν συνειδητοποιούμε ότι έχουμε ανοίξει μια συζήτηση και έχουμε ξεχάσει να ενεργοποιήσουμε την Granola» λέει. «Μακάρι να υπήρχε μια Granola σε κάθε δωμάτιο».
Και, κατά κανόνα, η Λιμ δεν ρωτάει να μάθει αν την καταγράφουν, ακόμα και εκτός γραφείου. «Σχεδόν σου χαλάει τη διάθεση» λέει.
Οι βοηθοί τεχνητής νοημοσύνης που κρατούν σημειώσεις στις συσκέψεις χρησιμοποιούνται εδώ και αρκετά χρόνια, αλλά συνήθως υπάρχει κάποια ένδειξη για την παρουσία τους. Οι εφαρμογές που καταγράφουν ή μεταγράφουν χωρίς καμιά ειδοποίηση έχουν εμφανιστεί πιο πρόσφατα.
Η Granola, που ξεκίνησε το 2023, δεν ηχογραφεί ούτε αποθηκεύει αρχεία ήχου, αλλά μεταγράφει σε κείμενο τις συνομιλίες κατά λέξη. Στη συνέχεια, μπορεί να δημιουργήσει περιλήψεις και λίστες με αναγκαίες ενέργειες. Η εφαρμογή για κινητά έχει 758.000 λήψεις από τότε που κυκλοφόρησε, σύμφωνα με την εταιρεία ανάλυσης αγοράς Sensor Tower, η οποία αναφέρει ότι το δεύτερο τρίμηνο του 2026 είχε 122.000 χρήστες σε κινητές συσκευές.
Διατίθεται επίσης μια εφαρμογή για υπολογιστές και ένα προϊόν για επιχειρήσεις, επομένως η βάση των χρηστών είναι πιθανότατα πολύ μεγαλύτερη.
Δεν υπάρχει κάποιο εικονίδιο που να εμφανίζεται αυτόματα σε μια κλήση Zoom ή κάποια ηχητική ειδοποίηση όταν η Granola χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια μιας τηλεφωνικής κλήσης. Οι χρήστες μπορούν να ενεργοποιήσουν μια λειτουργία υδατογραφήματος για τις τηλεδιασκέψεις ή να ρυθμίσουν την εφαρμογή να στέλνει μήνυμα στο τσατ της σύσκεψης ενημερώνοντας ότι κρατάει σημειώσεις. Γενικά, οι νόμοι δεν κάνουν διαχωρισμό μεταξύ καταγραφής και μεταγραφής.
Ο Αλεξ Αλμπεν, που διδάσκει Δίκαιο Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και Κυβερνοασφάλεια στη Νομική Σχολή του UCLA, λέει ότι οι άνθρωποι τείνουν να εκχωρούν τα προσωπικά τους δεδομένα στις εταιρείες για τις οποίες εργάζονται. Είναι πολύ πιθανό οι υπάλληλοι να είναι υποχρεωμένοι να αποδεχθούν ότι ο εργοδότης τους καταγράφει ή μεταγράφει τις συζητήσεις τους. Αλλά τα πράγματα είναι διαφορετικά όταν συναλλάσσονται με πελάτες ή κάνουν συναντήσεις με εξωτερικές εταιρείες.
«Οι εταιρείες οφείλουν να είναι προσεκτικές με τις εφαρμογές που καταγράφουν αυτόματα, ειδικά όταν εμπλέκονται τρίτα μέρη» λέει. Οσον αφορά το αν η καταγραφή συνομιλιών είναι αντίθετη προς τους πολιτειακούς νόμους περί συγκατάθεσης, ο ίδιος αναφέρει ότι εξαρτάται από το πλαίσιο και ότι υπάρχουν κάποιες γκρίζες ζώνες.
Ενας ακόμα προβληματισμός αφορά το εξής: «Για πόσο καιρό θα διατηρηθεί το αρχείο αυτής της καταγραφής; Βρίσκεται στο τηλέφωνό σας; Βρίσκεται σε κάποιον σέρβερ;» λέει. «Στο μέλλον σίγουρα θα υπάρξει μια υπόθεση όπου κάποιος θα πει: “Δεν ήθελα να καταγραφούν αυτά και τώρα τα χρησιμοποιείτε με σκοπό να με βλάψετε”».
Ωστόσο, οι νόμοι εξελίσσονται παράλληλα με την τεχνολογία, επισημαίνει ο Αλμπεν. Παλιότερα ο κόσμος δεν αποδεχόταν τις κάμερες σε κάθε γωνία στους δρόμους της πόλης, σήμερα όμως αυτό αποτελεί μέρος της καθημερινότητας.
Το Pocket είναι μια συσκευή χωρίς οθόνη, αξίας 129 δολαρίων, με μέγεθος περίπου όσο μια πιστωτική κάρτα, η οποία μπορεί να ηχογραφεί και να μεταγράφει. Η εφαρμογή που το συνοδεύει παρέχει περιλήψεις μέσω τεχνητής νοημοσύνης, λίστες με τις ενέργειες που πρέπει να γίνουν και προσχέδια για σχετικά email. Τον περασμένο μήνα η εταιρεία συγκέντρωσε κεφάλαια ύψους 11 εκατομμυρίων δολαρίων.
«Οι πελάτες μας δεν θέλουν η συσκευή να ειδοποιεί αυτόματα τους άλλους ότι η συνομιλία καταγράφεται» λέει ο Ακσάι Ναρισέτι, διευθύνων σύμβουλος της Pocket. «Προτιμούν να το κάνουν οι ίδιοι».
Ωστόσο, ο Ναρισέτι διευκρινίζει ότι η εφαρμογή του Pocket συνιστά στους χρήστες να ζητούν πάντοτε την άδεια των συνομιλητών τους και λέει ότι ο ίδιος το κάνει πάντα. «Στην πραγματικότητα, οι άνθρωποι είναι αρκετά δεκτικοί όταν τους ενημερώνεις» προσθέτει.
Η συσκευή διαθέτει μια μικρή ενδεικτική λυχνία και ο Ναρισέτι εξηγεί ότι η ποιότητα της ηχογράφησης επηρεάζεται αν η συσκευή είναι κρυμμένη σε μια τσέπη ή τσάντα.
Ο επενδυτής επιχειρηματικών κεφαλαίων Τζέρεμι Λεβίν από τη Νέα Υόρκη θεωρεί την πρακτική της κρυφής καταγραφής εξαιρετικά προσβλητική.
«Θα έπρεπε να θεωρείται κοινωνικά απαράδεκτη συμπεριφορά» λέει ο Λεβίν. «Πιστεύω ότι θα υπονομεύσει τον τρόπο που συζητούμε».
Ο ίδιος αναφέρει ότι πλέον έχει αλλάξει το όνομά του στο Zoom από «Τζέρεμι Λεβίν» σε «Τζέρεμι Λεβίν – Δεν συναινώ σε μεταγραφή ή καταγραφή».



