Είναι, λοιπόν, δεκαετία του ’70, μια στιγμή που όλοι ξαφνικά σε κυνηγούν. Που σε διώχνουν από το Ναυτικό γιατί σε πιάνουν να κάνεις σεξ με ένα άλλο αγόρι, που καταλήγεις, δεκαεξάχρονο παιδί, να μένεις μόνο στην Ομόνοια, που αρχίζεις να βγαίνεις στη νύχτα, από τα Εξάρχεια και την Πλάκα ως τη Συγγρού, που μαθαίνεις τι θα πει περιθώριο ως μοναδική σανίδα σωτηρίας, που όλος ο κόσμος έχει για εσένα λέξεις, έχει για εσένα τρόπους να οικτίρει και τρόπους να αποκλείει, πούστης, τραβέλι, τραβεστί, που όλος ο κόσμος έχει για εσένα και τις όμοιες και όμοιούς σου ολόκληρη φαντασίωση για το πώς θα σε δει δαρμένη, ξεφτιλισμένη, βιασμένη, πεθαμένη.
Κι εκεί, τότε, με όλο αυτό το τσουνάμι εναντίον σου, εσύ, με μια αδιανόητη επιμονή, αντιγυρίζεις το βλέμμα. Αρχίζεις να συλλαβίζεις μια γλώσσα που δεν σου έχουν επιτρέψει, αρχίζεις να απαντάς. Είναι δηλαδή ακριβώς εκείνη τη στιγμή που τα πάντα σού φωνάζουν ότι ποτέ δεν θα σου επιτρέψουν εσύ να πεις την ιστορία σου, που επαναλαμβάνουν ότι ποτέ δεν θα γίνεις εσύ η αφηγήτρια του εαυτού σου.
Κι ακριβώς τότε εσύ αποφασίζεις να μιλήσεις και να μη σταματάς. Είσαι υπεξούσια, μειονοτική, στην απ’ έξω, αλλά σηκώνεσαι και φωνάζεις «όμως εγώ…». Είναι η στιγμή που δεν παραδέχεσαι, όπως λένε, την ήττα.
Και γίνεσαι, Πάολα, το απόλυτο σύμβολο αυτής της φράσης. Κι ας την έχει γράψει άλλος, εσύ την ξαναμοντάρεις. Οχι μόνο «εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα». Αλλά την ανέτρεψα κιόλας.
***
Υπάρχουν δυο τρόποι να μιλήσεις για την Πάολα Ρεβενιώτη, αυτή τη σημαντική προσωπικότητα του νέου ελληνισμού που χάσαμε την εβδομάδα που πέρασε στα 68 της χρόνια. Ο πρώτος είναι να επιμείνεις στο παρελθόν. Να δεις, δηλαδή, στιγμές της παρέμβασης της χαρισματικής αυτής τρανς ακτιβίστριας, σεξεργάτριας και δημιουργού που, σαν λάμψη, ξεχωρίζουν στις πέντε τελευταίες δεκαετίες.
Η «εκδιδόμενη τραβεστί Πάολα» με δικό της περιοδικό, το περίφημο Κράξιμο, το 1981, ένα «εφημεριοδικό αυτοέκφρασης και κοινωνικής κριτικής». Να μετατρέπει την εξομολόγηση που το κοινό ενδεχομένως περίμενε από όσες ήταν στη δική της θέση σε θεαματική άσκηση παρρησίας.
Η Πάολα ως σύμβολο μιας ολόκληρης αντικουλτούρας – κάτι που φαίνεται ωραία στα πορτρέτα που τότε της έκανε ο Δημήτρης Παπαϊωάννου. Οπως έγραφε η ίδια, «μια τραβεστί και μάλιστα συνειδητοποιημένη είναι μια βόμβα που γκρεμίζει και διακωμωδεί τον ρόλο του άνδρα-φαλλοκράτη, όπου στηρίζεται η ανδροκρατούμενη καταπιεστική κοινωνία».
Η Πάολα υποψήφια βουλευτής το 1990 με τους Οικολόγους Εναλλακτικούς – η πρώτη τρανς υποψήφια στην ελληνική κοινοβουλευτική ιστορία. Λίγο να είχε κάτσει η έδρα αλλιώς στο εκλογικό σύστημα, θα είχε εκλεγεί βουλευτής (αργότερα, υποψήφια με το ΜέΡΑ25, το 2023 μάλιστα στο Επικρατείας). Η Πάολα από τις πρωτεργάτριες της ελληνικής ACT UP τη δεκαετία του 1990 και διοργανώτρια του πρώτου, αυτοσχέδιου αθηναϊκού Pride το 1992. Η Πάολα στην τηλεόραση της δεκαετίας του ’90, π.χ. σε μια κλασική συνέντευξη με τη Μαλβίνα Κάραλη που πλέον έχει γίνει μουσειακό έκθεμα.
Φωτογράφος, αυτοδίδακτη ντοκιμαντερίστρια, ποιήτρια, μοναδική αστική χρονικογράφος, στον 21ο αιώνα βρήκε ένα νέο κοινό, κυρίως μέσω των σόσιαλ μίντια. Οταν μάλιστα πήρε δικό της πόντκαστ κάποια στιγμή, έδειξε έτοιμη να κάνει ακομπλεξάριστες απολαυστικές συνεντεύξεις.
Για όλα αυτά ο μπούσουλάς της ήταν πάντα η ειλικρινής άγνοια και η διάθεση να καταλάβει το πολιτικό επίδικο κάθε στιγμή (όχι με την ίδια πάντοτε ευστοχία), η αυτοπεποίθηση της φωνής της, η ξεκάθαρη ταξική θέση και άποψη για τον κόσμο, η αποφασιστική στήριξη μειονοτήτων και μεταναστών, ο δυναμικός αντιφασισμός. «Πολιτική είναι ο τρόπος που διαλέγεις να ζήσεις» επαναλάμβανε κάποτε στα σχόλιά της στο Κράξιμο. Κι επί μισό σχεδόν αιώνα αυτό ήταν που προσπάθησε να μας δείξει.
Ο άλλος τρόπος να μιλήσεις για την Πάολα είναι να παρακολουθήσεις με τι πάθος και σεβασμό την περιέβαλε τις τελευταίες δεκαετίες μια νέα γενιά που μπήκε σε ισότιμο και γόνιμο διάλογο μαζί της.
Για αυτή τη νέα γενιά η Πάολα ήταν μια τρανς γυναίκα που, όπως έγραψε εύστοχα ο Πάνος Μιχαήλ, «έκανε το σώμα της αρχείο». Σε αυτή έβλεπαν μια ακτιβίστρια που είχε ανοίξει δημόσιο χώρο μιλώντας για δικαιώματα, επιθυμία και ηδονή μαζί. Με το παράδειγμά της εμπνέονταν πλέον νέες κινηματικές διεκδικήσεις, κάτι που της δημιουργούσε κάποτε και μια σχετική αμηχανία.
Ομως και η ίδια, μέσα από αυτόν τον διάλογο, κατάλαβε πώς γίνονταν η παρουσία και η προφορική της μαρτυρία καταλύτης πρόκλησης νέων αφηγήσεων και συλλογικής διαχείρισης της μνήμης. Μοναδικά δείγματα αυτής της δραστηριότητας είναι τα βίντεο που έφτιαχνε και πόσταρε στο Ιντερνετ, πλαισιωμένη από μια δυναμική ομάδα νέων ανθρώπων, στο πλαίσιο του Paola Project. Με βάση και τα μεγαλύτερου μήκους ντοκιμαντέρ Καλιαρντά (2015) και Πικροδάφνες (2021), έγινε τα τελευταία χρόνια, ευτυχώς, μια αναγνωρίσιμη διεθνώς προσωπικότητα της κουίρ ιστορίας.
Αφιερώματα σε γκαλερί, φεστιβάλ και μουσεία, συζητήσεις σε πανεπιστήμια και ακτιβιστικούς χώρους σε πολλές χώρες του κόσμου. Μια φήμη που τη φχαριστήθηκε, αν και πάλι με μια σχετική αμηχανία.
Υπάρχει εδώ βέβαια και μια τραγική ειρωνεία. Γιατί, όσο κι αν συμβόλισε η Πάολα την αρχειακή στροφή προς τη μειονοτική ιστορία στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, άλλο τόσο και αντιπροσώπευε μια εποχή κατά την οποία το κουίρ και μειονοτικό αρχείο υπήρξε καταδικασμένο να κουτσουρευτεί, να χαθεί, να κομματιαστεί. Ηταν σαφές, ως το τέλος της ζωής της, ότι μπορεί να ήταν ένας άνθρωπος που είχε μεταμορφώσει όλη της τη ζωή σε δυναμικό αρχείο μνήμης και συναισθημάτων, δεν είχε εν τούτοις την πολυτέλεια να συγκροτήσει η ίδια ένα οργανωμένο υλικό τεκμηρίων από ολόκληρη την πορεία της.
***
Ηθελα να κλείσω αυτό το κείμενο επαναλαμβάνοντας τη συγκροτησιακή δύναμη που είχε στη δική μου ζωή το παράδειγμα της Πάολας – ως τρόπος αντίστασης, επιμονής, επιβίωσης και θεαματικής πολιτειότητας. Αξίζει όμως να μοιραστώ και μια άλλη, διαφορετική μα ομόλογη εμπειρία, ενός πολύ νεότερου συναδέλφου, του πολιτικού επιστήμονα Ervin Kondakciu.
Γράφει ο Ερβίν: «Πρώτη φορά είδα και άκουσα την Πάολα Ρεβενιώτη όταν ήμουν επτά ή οκτώ χρονών. […] Θυμάμαι ότι ένιωθα μια παράξενη οικειότητα απέναντί της. […] Σήμερα, κοιτάζοντας εκείνη την ανάμνηση από την απόσταση του χρόνου, νομίζω πως καταλαβαίνω λίγο καλύτερα γιατί. Ισως γιατί η Παόλα υπερασπιζόταν με έναν εντελώς αδιαπραγμάτευτο τρόπο την ετερότητα, τους ανθρώπους που είχαν τοποθετηθεί στο περιθώριο, τους κοινωνικούς παρίες. Και το έκανε χωρίς ίχνος απολογίας. Η αλληλεγγύη της φαίνονταν να είναι κάτι σαν τρόπος ύπαρξης. […] Της οφείλουμε πολλά όλοι, όλες και όλα για τον τρόπο που υπήρξε μέσα στον κόσμο. Καλό ταξίδι, Πάολα».
Ο κ. Δημήτρης Παπανικολάου είναι καθηγητής Νεοελληνικών και Πολιτισμικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.



