Αύρες δρόσιζαν τον κόσμο στους δημόσιους χώρους του Βερολίνου. Τα τούβλα φυλάκιζαν τους απελπισμένους ημίρρευστους του Λονδίνου. Τα νεκροτομεία του Παρισιού βογκούσαν υπερφορτωμένα από τους νεκρούς του καύσωνα. Οι επισκέπτες απογοητεύονταν έξω απ’ το Λούβρο και τον Αϊφελ, που έκλεισαν εκτάκτως. Ρεκόρ θερμοκρασιών σε όλη την Ευρώπη· ή σχεδόν σε όλη. Γιατί στην Αθήνα, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ο Ιούνιος ήταν γλυκός.
Είχαμε δροσερές νύχτες και ηλιόλουστες μέρες. Απόγευμα Κυριακής στη Συγγρού χωρίς ίχνος κίνησης, ο ήλιος εκεί που δεν φωτίζει πια αλλά βάφει, σκιές και κατακίτρινες προσόψεις ως τη θάλασσα. Σαν να οδηγείς προς το καλοκαίρι. Σαν η λεωφόρος να βγάζει κάπου στην πρώτη εβδομάδα του Αυγούστου, τη μόνη πραγματική εβδομάδα της χρονιάς: την εβδομάδα όπου ξεκινάει ο αληθινός χρόνος.
Ο λόγος που μπορεί κανείς (εδώ, εγώ) να γράφει για την Αθήνα για πάντα, δεν έχει να κάνει με την Αθήνα την ίδια, ή με το γεγονός ότι αυτή η πόλη βρίσκεται πάντα σε μια κάποια οριακή συνθήκη, αλλά με το πώς οι οριακές συνθήκες ευνοούν τις συναισθηματικές εξάρσεις.
Σκέφτομαι την ορχήστρα στο κατάστρωμα του «Τιτανικού», που έπιασαν να παίζουν γλιστρώντας στον ωκεανό κατηφορίζοντας προς τον πνιγμό. Αυτό που προσπαθώ να εξηγήσω είναι ότι η ομορφιά και η ευτυχία και οι εξίσου εφήμερες φύσεις τους, όπως και η παράνοια και η δυστυχία και οι ενδεχομένως λιγότερο εφήμερες φύσεις τους, βρίσκουν εύφορο έδαφος σε μια οριακή πόλη.
Το τσιμέντο παραμερίζει καθώς κατηφορίζω τη Συγγρού προς τον Αύγουστο. Σκέφτομαι τα καταστρώματα στον Πειραιά. Κάποιες μέρες, σπάνιες πια, σπάνιες σαν τον περασμένο πια Ιούνιο, η Αθήνα αποσχίζεται από το Λεκανοπέδιο και γίνεται νησί.
Και δεν θα μπορούσα να κατηγορήσω κανέναν αν, ακόμα κι εκείνες τις μέρες, έλεγε ότι η Αθήνα δεν αντέχεται, ότι είναι άθλια, ότι είναι λάθος· αρκεί να μην το έλεγε σε μένα. Είναι ιερές οι μέρες εκεχειρίας.
Αθηναϊκό συναυλιακό καλοκαίρι. Στη συναυλία των Gorillaz, στην Πλατεία Νερού, ο Ντέιμον Αλμπαρν, μέσα στο χειροκρότημα, λέει στο μικρόφωνο:
«Αθήνα, πάντα ήσουν μια πολύ σημαντική πόλη για τον πολιτισμό μας, από την αρχαιότητα δηλαδή. Αλλά νομίζω ότι, τώρα, έχετε γίνει και πάλι number one». Και βέβαια number one. Υπάρχει άλλη πόλη σαν αυτή, στον κόσμο όλο; Υπάρχει πιο exciting πόλη από την Αθήνα εν έτει 2026; Οχι βέβαια.
Στο μπούγιο της εξόδου, μετά το live, φωνές δίπλα μου σχολιάζουν:
«… και τι βλακεία ήταν αυτή που είπε ότι η Αθήνα είναι number one;».
«Ε, ρε παιδί μου, εντάξει, πολιτιστικά μιλώντας γίνονται πράγματα εδώ».
«Βλακείες έλεγε. Αν είσαι βερολινέζος καλλιτέχνης κι έρχεσαι να νοικιάσεις σπίτι Εξάρχεια με ενάμιση χιλιάρικο ναι, για σένα μπορεί να είναι number one. Εκτός τόπου και χρόνου».
Στον Σπιτόγατο: εκατόν δεκαεπτά τετραγωνικά, Νεάπολη Εξαρχείων, τρίτος όροφος, €1.800 τον μήνα. Ενενήντα πέντε τετραγωνικά, Μουσείο, πρώτος όροφος, €1.600 τον μήνα. Ογδόντα τετραγωνικά, Νεάπολη Εξαρχείων, πρώτος όροφος, €1.100 τον μήνα. Εβδομήντα τετραγωνικά, πλατεία Κάνιγγος, έβδομος όροφος, €850 τον μήνα. Το κόστος τού να είσαι number one. Γιατί όμως τα σκαλίζουμε αυτά τώρα, αυτό τον Ιούνιο, τον ένα Ιούνιο χωρίς σαραντάρια, που η Συγγρού βγάζει στον Αύγουστο, που τα φυτά του σαλονιού ακόμα δεν αυτοκτονούν, που οι ανεμιστήρες μάς νανουρίζουν για να ονειρευτούμε, που κατέρρευσε μόλις μία (1) πολυκατοικία σε ολόκληρη Αθήνα; Οι μέρες εκεχειρίας με την Αθήνα είναι ιερές.
Ο Ιούνιος ήταν υπέροχος. Ευνοούσε το περπάτημα. Από τη Διονυσίου Αεροπαγίτου, την Ακταίου, την Ολγας, ως τη Βερανζέρου, τη Μαυρομματαίων, τη Βούλγαρη. Κάπως έτσι θα ‘ναι να ‘σαι τουρίστας στην Αθήνα. Να περπατάς κοιτώντας πάνω, τα χελιδόνια ανάμεσα στα κίτρινα κτίρια ως τα βουνά και παντού, σε κάθε δρόμο, από το Μεταξουργείο ως την Καλλιθέα, να πέφτεις μέσα στις τρύπες. Παντού σκαμμένες τρύπες.
«Τι πόλη!» να λες, γέρνοντας πάνω από τις τρύπες, να αναρωτιέσαι γιατί σκάβουν, τι φτιάχνουν, τι ψάχνουν σε κάθε μήκος και πλάτος της πόλης; Κι άλλα αρχαία; Ως πολίτης, όμως, που κοιμόταν στην Αθήνα αυτές τις υπέροχες νύχτες του Ιούνη, είδα στον ύπνο μου εργάτες που έπιαναν και τραβούσαν έξω απ’ τις τρύπες ένα αρχαίο δάσος που κάποτε τσιμεντώσαμε. Για να κάνει υπέροχες και τις καυτές μέρες του Ιούλη.
Τα βράδια του Ιουνίου η Αθήνα δεν με άφηνε να γυρίσω σπίτι. Με τα γεμάτα τραπέζια στους πεζοδρόμους. Με τα ταμεία των θερινών σινεμά με κολλημένα στα τζάμια χαρτόνια που έγραφαν SOLD OUT! Με άγγλους influencers που ανακάλυπταν αυθεντικά ντόπια φαγάδικα που εγώ, τι να πω, δεν ήξερα. Κι αυτά sold out.
Σουβλάκια πακέτο, τα φάγαμε σε ένα πελώριο μπαλκόνι που έβλεπε καρφί στην Ακρόπολη και, συγκεκριμένα, στο φρεσκοσυμπληρωμένο δυτικό αέτωμα του Παρθενώνα. Είχε τουλάχιστον οκτώ μποφόρ εκεί πάνω. Οι τέντες τεντώνονταν στα κάγκελα. Ο αέρας μάς πήρε τις χαρτοπετσέτες και μια σακούλα. Πάλι έγινε η Αθήνα νησί. Ή μάλλον όχι, όχι νησί: πλοίο. Οκτώ μποφόρ στο κατάστρωμα. Η Αθήνα τον Ιούνιο ήταν ένα πλοίο, υπέροχο, στα καλύτερά του, number one. Αλλά, οριακή γαρ, ήταν ένα πλοίο που έφευγε. Στο σκοτεινό μπαλκόνι περίμενα να δω την Ακρόπολη να μένει πίσω.
Αυτός ο Ιούνιος ήταν σαν ζωντανή ανάμνηση. Είχε υφή εύθραυστη, σαν της ανάμνησης. Και υπήρχε εδώ κι εκεί η υπόνοια μιας ανειλικρίνειας, κάποιου στρογγυλέματος, σαν στις αναμνήσεις. Ηταν αναλαμπή. Ενας Ιούνιος που δεν ήταν να επιστρέψει. Οι δροσερές νύχτες, οι ηλιόλουστες μέρες, η γαλήνη της εκεχειρίας τόνιζε τα περιγράμματα όσων είχαν όντως φύγει. Βέβαια, όταν μιλάμε για την Αθήνα μιλάμε πάντα για συναισθηματικές εξάρσεις, οπότε ποιος ξέρει, μπορεί απλώς να τόνισε τα περιγράμματα παλιότερων, αθωώτερων εξάρσεων.
Μιας Αθήνας πιο προσωπικής. Πιο αυθόρμητης. Πιο κρυφής. Που δεν είχε γίνει ακόμα sold out. Που δεν την είχαμε ανακαλύψει ακόμα εμείς, οι της σύγχρονης εποχής. Ή, ας είναι, που ακόμα την ανακαλύπταμε. Μιας Αθήνας πιο νέας. Που δεν πνιγόταν στα αυτοκίνητα. Που δεν είχε παραδοθεί στα επενδυτικά σχήματα. Που δεν είχε ακόμα μάθει όσα ήξεραν το Λονδίνο, το Βερολίνο, το Παρίσι, όπως αυτά, που λιώνουν μαθαίνοντας τώρα τη δική μας ζέστη.
Ας είναι. Θα ‘χε άλλους τρόπους εκείνη η Αθήνα να είναι οριακή. Γόνιμη, για ομορφιά και για παράνοια.
Αυτή η πόλη είναι μια σπείρα. Δεν ξέρεις πότε βυθίζεσαι, πότε αναδύεσαι, σε ποια πλευρά είναι το φως. Γι’ αυτό δεν πειράζει αν κάποιος δεν βρήκε γλυκό αυτό τον Ιούνιο.
Αρκεί να μην το πει σε μένα.





