Υπάρχει μια βίαιη ειρωνεία στο πώς εκδηλώνεται τα τελευταία χρόνια η κλιματική κρίση στη Θεσσαλία. Το νερό πέφτει από τον ουρανό σε ποσότητες που πνίγουν τον Κάμπο, αλλά δεν βρίσκεται εκεί όπου και όταν χρειάζεται για να τον αρδεύσει. Ο «Ιανός» το 2020 και ο «Daniel» το 2023 αποκάλυψαν τη μία όψη μιας μη γραμμικής κρίσης. Οι ξηρασίες, οι καύσωνες και η εξάντληση των υπόγειων υδροφορέων αποκαλύπτουν την άλλη. Χωρίς έργα συγκράτησης, δίκτυα, μετρήσεις και κανόνες κατανομής, πλημμύρα και λειψυδρία μπορούν να συνυπάρχουν στην ίδια πεδιάδα, με συνέπειες πέρα από τη Θεσσαλία.
Αυτό το παράδοξο βρίσκεται στον πυρήνα της «Λευκής Βίβλου» για το μέλλον του αγροδιατροφικού τομέα της Θεσσαλίας. Προέκυψε από το πρόγραμμα Go-JuST (Governing Just Sociotechnical Transitions), που υλοποίησε, υπό την αιγίδα της Περιφέρειας, το Εργαστήριο Επιστήμης, Τεχνολογίας και Καινοτομίας στην Κοινωνία του ΕΚΠΑ, με χρηματοδότηση του ΕΛΙΔΕΚ στο πλαίσιο του «Ελλάδα 2.0».
Η μελέτη εκτιμά το ετήσιο υδατικό έλλειμμα σε πάνω από 400 εκατ. κυβικά μέτρα και προειδοποιεί για εντονότερη πίεση έως το 2040. Το βασικό εύρημα, όμως, ξεπερνά την υδρολογία: η κρίση της Θεσσαλίας είναι παραγωγική, κοινωνική και θεσμική.
Η έρευνα ακολούθησε διαδρομή «από κάτω προς τα πάνω». Προηγήθηκαν περισσότερες από 50 συνεντεύξεις, 13 ομάδες εστίασης και 5 εργαστήρια συνδιαμόρφωσης στη Λάρισα, στην Καρδίτσα, στα Τρίκαλα και στον Βόλο, με πάνω από 180 συμμετέχοντες. Αγρότες, συνεταιρισμοί, γεωπόνοι και τοπικοί φορείς κλήθηκαν να αξιολογήσουν και να συνθέσουν σενάρια για το 2030 και μετά.
Οι τέσσερις πραγματικότητες
«Πάντα εμείς ρωτιόμαστε στο τέλος. Εχουν ήδη αποφασιστεί τα πράγματα και εμείς απλώς ακούμε τις αποφάσεις» λέει στο «Βήμα» ο Αποστόλης Δημητριάδης, αγρότης και μέλος του Αγροτικού Συναιτερισμού Λαρισέων Αγροτών. Η διαδικασία αντέστρεψε προσωρινά αυτή τη σειρά. Η αγωνία του παραμένει πρακτική: «Οι αποζημιώσεις είναι το ένα κομμάτι. Το μεγάλο θέμα είναι η αποκατάσταση των ζημιών».
Η διαβούλευση κατέδειξε διαφορετικές παραγωγικές πραγματικότητες. Η Ανατολική Θεσσαλία ζει με χρόνια λειψυδρία και βαθιές, ακριβές γεωτρήσεις. Η Δυτική διαθέτει περισσότερα επιφανειακά νερά, αλλά παραμένει δεμένη με την αρδευτική κανονικότητα και τις μεγάλες καλλιέργειες. Η Μαγνησία στρέφεται στην ποιότητα, την τοπικότητα και την πιστοποίηση. Τα Τρίκαλα συνδυάζουν μεγάλες καλλιέργειες και κτηνοτροφία.
«Υπάρχουν τέσσερις Θεσσαλίες, με διαφορετικά χαρακτηριστικά και διαφορετικές ανάγκες» σημειώνει στο «Βήμα» ο περιφερειάρχης Δημήτρης Κουρέτας. Η Περιφέρεια σκοπεύει να αξιοποιήσει τα ευρήματα για τη διεκδίκηση χρηματοδότησης. «Με αυτά τα στοιχεία πάμε τώρα να ζητήσουμε χρηματοδότηση για να γίνουν πράξη» αναφέρει. Η χρησιμότητα της «Λευκής Βίβλου» θα κριθεί τελικά από το αν η διαβούλευση θα μετατραπεί σε εφαρμογή.
Οι απαντήσεις αποτυπώνουν σύνθετη στάση απέναντι στην αλλαγή. Η πλειονότητα προέκρινε ένα ενδιάμεσο σενάριο: εξοικονόμηση και ενίσχυση υδατικών πόρων, εκσυγχρονισμό δικτύων και ζωνοποίηση καλλιεργειών, με διατήρηση όμως βασικών προϊόντων, όπως το βαμβάκι, και σταδιακή, ασφαλέστερη μετάβαση σε ένα κλιματικά ανθεκτικό και οικονομικά μεταμορφωτικό μοντέλο. Η παρουσίαση του έργου ονομάζει «μη δεσμεύσεις» τις αποκλίσεις ανάμεσα στη διακηρυγμένη διάθεση αλλαγής και στις επιμέρους επιλογές. Αποτελούν πολιτική προειδοποίηση: οι παραγωγοί αποδέχονται τη μετάβαση όταν το κόστος και το ρίσκο δεν μεταφέρονται αποκλειστικά στους ίδιους.
«Οι ανάγκες των παραγωγών είναι άμεσες» λέει ο πρόεδρος του συνεταιρισμού ΘΕΣγη Παναγιώτης Καλφούντζος. Ο συνεταιρισμός, που διαχειρίζεται περίπου 55.000 στρέμματα, έχει περιορίσει υδροβόρες καλλιέργειες και στραφεί σε δημητριακά, όσπρια και αρωματικά φυτά. «Πρέπει να επενδύσουμε σε καλλιέργειες που δεν έχουν μεγάλες απαιτήσεις σε άρδευση και στην προστιθέμενη αξία» τονίζει. Η στροφή απαιτεί ομάδες παραγωγών, μεταποίηση και οικονομίες κλίμακας.
Η Θεσσαλία παραμένει εξαρτημένη από προϊόντα μεγάλου όγκου και χαμηλής προστιθέμενης αξίας, με περιορισμένη μεταποίηση και αδύναμη διαπραγματευτική ισχύ. Από την 1η Μαΐου, η προσωρινή εφαρμογή της ενδιάμεσης εμπορικής συμφωνίας ΕΕ – Mercosur μεταβάλλει το ανταγωνιστικό περιβάλλον της ευρωπαϊκής γεωργίας και προσθέτει παράμετρο στη συζήτηση για την επόμενη ΚΑΠ. Η επίδραση θα διαφέρει ανά κλάδο, αλλά η ανάγκη για διαφοροποίηση και ποιότητα γίνεται ακόμη πιεστικότερη.
Η αντικατάσταση μιας καλλιέργειας χωρίς συμβόλαια, πιστοποίηση, αποθήκευση και δίκτυα διάθεσης μπορεί απλώς να αντικαταστήσει έναν κίνδυνο με έναν άλλο. Γι’ αυτό η μελέτη συνδέει τη ζωνοποίηση με αλυσίδες αξίας και αντισταθμίσεις. Η περιβαλλοντική προσαρμογή πρέπει να έχει αγοραστικό αντίκρισμα. Ο παραγωγός πρέπει να γνωρίζει τι μπορεί να καλλιεργήσει και ποιος θα αγοράσει το προϊόν.
Περισσότερα από έργα
Η «Λευκή Βίβλος» οργανώνει τις προτάσεις σε έξι άξονες: νερό, καλλιέργειες, ενέργεια, διακυβέρνηση, ανθεκτικότητα κοινοτήτων και γνώση. Προτείνει διασύνδεση λεκανών, μικροταμιευτήρες, φράγματα ανάσχεσης, κλειστά αρδευτικά δίκτυα, ψηφιακή καταγραφή υδροληψιών και τηλεμετρία. Συνδέει την αναδιάρθρωση καλλιεργειών με εδαφολογικά και μικροκλιματικά δεδομένα, κίνητρα, ασφάλιση και πρόσβαση στην αγορά. Ζητεί ειδικό αγροτικό τιμολόγιο, συλλογικά φωτοβολταϊκά, τοπικά παραρτήματα του Οργανισμού Διαχείρισης Υδάτων Θεσσαλίας, αγρο-συμβουλευτικά γραφεία και μηχανισμούς μεταφοράς γνώσης.
Τα έργα δεν παρουσιάζονται ως αυτάρκης λύση. Η μελέτη χαρτογραφεί τρεις μορφές αδικίας: άνιση πρόσβαση σε νερό, ενέργεια και χρηματοδότηση· αποκλεισμό των παραγωγών από τη λήψη αποφάσεων· υποτίμηση της τοπικής γνώσης. Η μετάβαση απαιτεί ανακατανομή πόρων, διαφάνεια και συμμετοχή.
Ο Στάθης Αραποστάθης, καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επιστήμης, της Τεχνολογίας και της Καινοτομίας στο Πανεπιστήμιο Αθήνων και επιστημονικός υπεύθυνος του Go-JuST, αναφέρει ότι οι συμμετοχικές διαδικασίες φέρνουν στην επιφάνεια «παράδοξα, αμφιθυμίες, ασυνέπειες και αντιφάσεις». Η κατανόησή τους, υποστηρίζει, μπορεί να καταστήσει την αγροτική πολιτική αποτελεσματικότερη. Οι παραγωγοί αναγνωρίζουν την ανάγκη αλλαγής, αλλά ζητούν αξιόπιστους θεσμούς, τεχνική υποστήριξη και οικονομική ασφάλεια.
Ο πολιτικός μηχανικός και τέως γραμματέας του Τεχνικού Επιμελητηρίου Κεντρικής και Δυτικής Θεσσαλία Τάσος Μπαρμπούτης χαρακτηρίζει τη μελέτη «σπουδαία ακτινοσκόπηση της πολιτικής», αλλά επιμένει στην απόσταση που χωρίζει τον σχεδιασμό από την εφαρμογή. Ειδικά για τη μεταφορά περιορισμένης ποσότητας νερού από τη λεκάνη του Αχελώου, σημειώνει ότι «θριαμβεύει στα χαρτιά και στις πολιτικές υποσχέσεις, στην πράξη όμως καρκινοβατεί», καθώς, κατά τον ίδιο, καμία κυβέρνηση δεν έχει αναλάβει να φέρει το ζήτημα στη Βουλή για οριστική απόφαση. Υπενθυμίζει, μάλιστα, ότι για τα σχετικά έργα έχουν ήδη δαπανηθεί περίπου 600 εκατ. ευρώ.
Η Θεσσαλία δεν μπορεί να επιστρέψει στην προ «Daniel» κανονικότητα. Το προηγούμενο μοντέλο είχε ήδη διαβρώσει το υδατικό της απόθεμα, την παραγωγική της βάση και την εμπιστοσύνη. Η «Λευκή Βίβλος» σκιαγραφεί ένα περιφερειακό συμβόλαιο, ικανό να συγκρατεί το νερό όταν περισσεύει, να το κατανέμει δίκαια όταν λιγοστεύει και να κρατά μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας στον τόπο. Διαφορετικά, ο Κάμπος θα συνεχίσει να πνίγεται τον χειμώνα και να διψά το καλοκαίρι. Και μαζί του θα δοκιμάζεται ο αγροδιατροφικός τομέας της χώρας.



