Σε προηγούμενο άρθρο μου με τον τίτλο «Η ταυτότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας» («Το Βήμα» 03.05.2026) περιέγραψα τον τρόπο σύστασης, τις αρμοδιότητες και τη συγκρότηση με εν ενεργεία εισαγγελείς του νέου οργάνου της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ) που συστήθηκε με τον Κανονισμό 2017/1939 του Συμβουλίου.
Αντικρουόμενες νομικές θέσεις
Μετά το δημοσίευμα ανέκυψαν αντίθετες τοποθετήσεις ως προς τη διαδικασία ανανέωσης της θητείας τριών ελλήνων εντεταλμένων εισαγγελέων. Ειδικότερα η έριδα αφορά τη δυνατότητα ανανέωσης της θητείας ευθέως από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία χωρίς προηγούμενη πρόταση της Ελλάδας. Υπενθυμίζω ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία λειτουργεί με τρεις τάξεις μελών, τον γενικό εισαγγελέα, το συλλογικό όργανο των ευρωπαίων εισαγγελέων (collegium) και τους εντεταλμένους ευρωπαίους εισαγγελείς. Οι τελευταίοι εδρεύουν στη χώρα τους με κύρια καθήκοντα τη διεξαγωγή ερευνών, όταν πιθανολογείται η τέλεση αξιόποινων πράξεων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ. Σημειώνω ότι στο προηγούμενο άρθρο μου εκ παραδρομής ανέγραψα ότι η επιλογή ενός εκ τριών υποψηφίων εφαρμόζεται και για τους εντεταλμένους εισαγγελείς. Το ακριβές είναι ότι τούτο ισχύει μόνο για τις θέσεις του γενικού εισαγγελέα και των ευρωπαίων εισαγγελέων του κολεγίου.
Στην υπό κρίση περίπτωση το συλλογικό όργανο προέβη με την απόφαση 096 της 12 Νοεμβρίου 2025 σε ανανέωση για μια πενταετία της θητείας εντεταλμένων εισαγγελέων σε δώδεκα κράτη, χωρίς προηγούμενη κρατική πρόταση, καθόσον τουλάχιστον αφορά την Ελληνική Δημοκρατία. Η απόφαση αυτή, όπως εκτίθεται κατωτέρω, είναι αντίθετη προς το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Κανονισμού 2017/1939, ο οποίος διέπει τον διορισμό και την ανανέωση της θητείας των εντεταλμένων εισαγγελέων, καθώς και προς το άρθρο 90 του ελληνικού Συντάγματος.
Η ακυρότητα της απόφασης ανανέωσης
Η επίμαχη διάταξη του Κανονισμού ορίζει ότι «Κατόπιν πρότασης του (της) ευρωπαίου (-ας) γενικού (-ής) εισαγγελέα, το συλλογικό όργανο διορίζει τους (τις) ευρωπαίους (-ες) εντεταλμένους (-ες) εισαγγελείς που προτείνουν τα κράτη-μέλη. Το συλλογικό όργανο μπορεί να απορρίψει ένα πρόσωπο που προτάθηκε και δεν πληροί τα κριτήρια της παραγράφου 2. Η θητεία των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων είναι πενταετής και μπορεί να ανανεωθεί». Η παράγραφος 2 προβλέπει ότι οι προτεινόμενοι εντεταλμένοι πρέπει να παρέχουν εχέγγυα ανεξαρτησίας και να διαθέτουν τα αναγκαία προσόντα και την ανάλογη πείρα στο εθνικό νομικό τους σύστημα.
Από το γράμμα της διατάξεως προκύπτει ότι η αρμοδιότητα του συλλογικού οργάνου περιορίζεται στην απόρριψη προτεινομένου από το κράτος εντεταλμένου εισαγγελέα, όταν στερείται των απαιτούμενων προσόντων. Ο αρχικός διορισμός και η ανανέωση ακολουθούν την ίδια διαδικασία, δηλαδή απαιτείται η προηγούμενη πρόταση του οικείου κράτους. Η ερμηνεία αυτή ανταποκρίνεται και στην τηρουμένη από την ΕΕ πρακτική, η οποία τηρείται και κατά την ανανέωση της θητείας των μελών των δύο ευρωπαϊκών δικαστηρίων.
Το κολέγιο των ευρωπαίων εισαγγελέων εξέδωσε την πράξη ανανέωσης κατ’ επίκληση των άρθρων 8 και 9 του εσωτερικού κανονισμού που ρυθμίζει τις συνθήκες εργασίας του (Απόφαση 015/225 της 12 Φεβρουαρίου 2025). Οι διατάξεις αυτές προβλέπουν διαδικασία ανανέωσης της θητείας των υπηρετούντων εντεταλμένων εισαγγελέων με απόφαση του συλλογικού οργάνου χωρίς προηγούμενη πρόταση του κράτους. Ο εσωτερικός κανονισμός εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 114γ του Κανονισμού 2017/1939 που παρέχει εξουσιοδότηση στο συλλογικό όργανο προς θέσπιση εκτελεστικών κανόνων για τους όρους εργασίας, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εντεταλμένων εισαγγελέων. Κατά πάγια όμως ερμηνευτική αρχή, οι κατ’ εξουσιοδότηση εκδιδόμενοι κανόνες δεν δύνανται να τροποποιήσουν διατάξεις του ίδιου του εξουσιοδοτικού νόμου. Συνεπώς οι προμνησθείσες διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του εσωτερικού κανονισμού είναι ανίσχυρες και κατ’ επέκταση είναι άκυρη η ερειδόμενη σε αυτές απόφαση ανανέωσης της θητείας των τριών υπηρετούντων εισαγγελέων χωρίς προηγούμενη πρόταση του κράτους-μέλους. Ετσι η εκδοθείσα το 2025 από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία πράξη ανανέωσης πρέπει να λογιστεί ως απλή ευχή επιλογής των τριών συγκεκριμένων προσώπων.
Νομίζω είναι επιτρεπτό να ισχυριστώ ότι η ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου ανήκει προεχόντως στους δημοσιολόγους. Η θεωρία μάλιστα ομιλεί για ενιαίο ευρωπαϊκό διοικητικό δίκαιο. Η ΕΕ μόνον κατ’ εξαίρεση έχει δοτές από τα κράτη-μέλη αρμοδιότητες σε θέματα ποινικού δικαίου.
Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου
Το άρθρο 90 του ελληνικού Συντάγματος απαιτεί για κάθε υπηρεσιακή μεταβολή δικαστικού λειτουργού απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου (ΑΔΣ). Η απόφαση δεσμεύει το Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο οφείλει να προτείνει προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία τα επιλεγέντα από το ΑΔΣ πρόσωπα για τις θέσεις των εντεταλμένων ευρωπαίων εισαγγελέων. Η συνταγματική αυτή διάταξη δεσμεύει και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, όταν μάλιστα στο προοίμιο (σημείο 80) του Κανονισμού ρητά εξαγγέλλεται ο σεβασμός των συνταγμάτων των κρατών-μελών.
To ΑΔΣ του Αρείου Πάγου, μετά από μελέτη των υπηρεσιακών φακέλων και προφορική παράσταση των υποψηφίων, επέλεξε τους εισαγγελείς για τον διορισμό σε τρεις θέσεις εντεταλμένων. Σημειώνεται ότι είχαν υποβάλει υποψηφιότητα δεκαπέντε εν ενεργεία εισαγγελείς πρωτοδικών και εφετών. Καθόσον αφορά τους τρεις εντεταλμένους εισαγγελείς, το ΑΔΣ πρότεινε την ανανέωση για δύο έτη της θητείας τους προκειμένου να διεκπεραιώσουν τις έρευνες για τα ενεχόμενα πρόσωπα στις εγκληματικές ενέργειες κατά τη λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Το σχετικό πρακτικό με μακρύ σκεπτικό αναφέρεται, μεταξύ άλλων, αφενός στη σκοπιμότητα εμπειρίας και άλλων εισαγγελικών λειτουργών στα οικονομικά θέματα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και αφετέρου στην αποφυγή ενασχόλησης ορισμένων εισαγγελέων σε ειδικά θέματα δικαίου με κίνδυνο έλλειψης γνώσης και εξοικείωσης σε άλλους τομείς. Ανεξάρτητα από τη γραμματική διατύπωση του σχετικού πρακτικού, η συνέχιση για δύο έτη της υπηρεσίας των τριών εισαγγελέων στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία φρονώ ότι συνιστά παράταση και όχι ανανέωση της θητείας τους.
Η παράταση θητείας προβλέπεται στο άρθρο 16 του Κανονισμού για τους ευρωπαίους εισαγγελείς του κολεγίου, πλην, κατ’ ανάλογη εφαρμογή, μπορεί να γίνει για περιορισμένο χρόνο παράταση της θητείας των εντεταλμένων εισαγγελέων, όταν συντρέχουν ειδικές συνθήκες. Επισημαίνεται, πάντως, ότι μετά την πάροδο των δύο ετών, οι επιλεγησόμενοι νέοι εισαγγελείς θα διανύσουν ολόκληρη την πενταετή θητεία και όχι την υπόλοιπη τριετία.
Τελικές παρατηρήσεις
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, με έρευνα ελλήνων εισαγγελέων, αποκάλυψε αξιόποινες δραστηριότητες εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ. Η Ελληνική Αστυνομία, με ενθάρρυνση της προϊσταμένης πολιτικής αρχής, διεύρυνε τις σχετικές έρευνες. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, μοναδικό αρμόδιο όργανο για την επιλογή των υποψήφιων εντεταλμένων ευρωπαίων εισαγγελέων, επέδειξε ιδιαίτερη ευαισθησία για την ολοκλήρωση εκκρεμών υποθέσεων ΟΠΕΚΕΠΕ παρατείνοντας τη θητεία των εισαγγελικών λειτουργών που χειρίζονταν τις σχετικές έρευνες.
Εν όψει των ανωτέρω θεωρώ ότι καθίσταται αδικαιολόγητη η στάση της ευρωπαίας γενικής εισαγγελέως, η οποία με επιστολή προς την Commission απαιτεί την εφαρμογή του Κανονισμού 2020/2092 για παραβάσεις των αρχών κράτους δικαίου από την Ελληνική Δημοκρατία εις βάρος του προϋπολογισμού της Ενωσης!
Η γενική εισαγγελέας είναι επαινετή για την προσπάθεια καταπολέμησης της διαφθοράς στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά οφείλει να γνωρίζει ότι οι Συνθήκες δεν προβλέπουν εξουσία των ενωσιακών οργάνων να επιλέγουν αυτοβούλως, ως συνεργάτες, δικαστικούς λειτουργούς χωρίς τήρηση της οικείας εθνικής νομοθεσίας.
Ο κ. Χρίστος Γ. Γεραρής είναι επίτιμος πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Διετέλεσε δικαστής στο Πρωτοδικείο των Eυρωπαϊκών Kοινοτήτων.



