Υπάρχουν υποθέσεις που η κοινωνία τις έχει αρχειοθετήσει, χωρίς όμως να τις έχει κλείσει. Η «17 Νοέμβρη» είναι μία από αυτές. Για τους περισσότερους από εμάς βρίσκεται πίσω από τα κάγκελα της μνήμης, σε ένα δωμάτιο που δεν το ανοίγουμε συχνά, εκτός κι αν προκύψει αφορμή ή κάποια επέτειος. Για τους συγγενείς, βέβαια, των θυμάτων βρίσκεται στο πρώτο δωμάτιο του μυαλού, μαζί με όσα ψυχικά τραύματα άφησαν οι δολοφονίες των τρομοκρατών.
Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος αποφυλακίστηκε στα τέλη Μαΐου με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Επέστρεψε στη φυλακή στις 15 Ιουνίου, αφού ο Αρειος Πάγος έκανε δεκτή την εισαγγελική πρόταση αναίρεσης. Η επίσημη αιτία ήταν τεχνική: το Εφετείο εφάρμοσε παλαιότερο νομικό πλαίσιο με κατώτατο όριο τα 19 χρόνια, ενώ ο νόμος του 2021 ορίζει 25 για πολυϊσοβίτες. Νομικές λεπτομέρειες για ειδικούς.
Ομως, πέραν του τεχνικού σκέλους στο σκεπτικό της απόφασης, ανάμεσα στις παραπομπές υπάρχει μια φράση που δεν είναι τεχνική: ο Γιωτόπουλος «ουδέποτε αποδέχθηκε τις πράξεις του, ούτε εξέφρασε μεταμέλεια». Το δικαστήριο το σημειώνει, χωρίς να το κάνει κεντρικό επιχείρημα. Ο νόμος δεν απαιτεί ή τέλος πάντων δεν είναι η δική του δουλειά να επιβάλλει μεταμέλεια. Ο νόμος επιβάλλει χρόνια κάθειρξης και από εκεί και πέρα το μυαλό ίσως σε αναγκάσει να πληρώσεις και με τύψεις.
Ο Γιωτόπουλος δε φαίνεται να βασανίζεται από αυτές. Σιωπηλός, αμετανόητος, συνεχίζει με την ίδια απόμακρη στάση από την πρώτη στιγμή που είδαμε το πρόσωπό του όταν συνελήφθη. Προκαλεί την ίδια αμηχανία σε όλους και κυρίως στο σύστημα. Το σωφρονιστικό, το δικαστικό, το πολιτικό. Ο άνθρωπος που καθόρισε τον θάνατο τόσων ανθρώπων βγήκε από τη φυλακή χωρίς να αναγνωρίζει τίποτα από αυτά, και επέστρεψε σε αυτήν επίσης χωρίς να αναγνωρίζει τίποτα. Ούτε βιβλία αυτοαναφορικά, ούτε ιδεολογικά κλεισίματα του ματιού.
Το κράτος την περίπτωση Γιωτόπουλου δεν έχει τρόπο να τη διαχειριστεί πέρα από το να τον αντιμετωπίσει με τις τυπικές διαδικασίες. Του λέει ότι αν εκτίσει 25 χρόνια, μπορεί να βγει. Μέχρι εκεί φτάνει η δικαιοδοσία του. Στα αυστηρώς τεχνικά. Από εκεί και πέρα τι θα κάνει όταν θα είναι νομικά ελεύθερος και ηθικά σχεδόν αναλλοίωτος, δεν είναι δική του δουλειά, ούτε και ευθύνη.
Η Αλεξία Μπακογιάννη, πάντως, από την πλευρά της κόρης που έχασε τον πατέρα της επειδή ο Γιωτόπουλος πίστευε σε ό,τι πίστευε και νόμιζε ό,τι νόμιζε (για παράδειγμα ότι ήταν αυτοδιορισμένος κοινωνικός δικαστής-τρομοκράτης), είπε την αλήθεια της: θα είναι «απόλυτα χαμένη» αν τον συναντήσει. Και δε θα είναι η μόνη.






