Η πρόσφατη πορεία της ελληνικής οικονομίας χαρακτηρίζεται από μια αξιοσημείωτη μακροοικονομική ανάκαμψη. Το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα κατέγραψε σταθερή άνοδο, φτάνοντας τις 28.500 μονάδες το 2025 έναντι των 19.100 του 2015. Παράλληλα, το ποσοστό απασχόλησης (ηλικίες 20-64) ενισχύθηκε σημαντικά, αγγίζοντας το 71% το 2025 από το καθηλωμένο 54,9% της περασμένης δεκαετίας.
Ωστόσο, πίσω από αυτή τη βελτίωση κρύβεται μια πιο σύνθετη πραγματικότητα: η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και η σημαντική υστέρηση από την Ευρωπαϊκή Ενωση, όπου το εισόδημα αγγίζει τις 41.600 μονάδες και η απασχόληση το 76,1%.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά πλέον μόνο την ποσότητα, αλλά την ποιότητα της εργασίας. Αν και η ανεργία υποχωρεί, οι θέσεις εργασίας που δημιουργούνται είναι συχνά χαμηλής προστιθέμενης αξίας και, κατά συνέπεια, χαμηλών αμοιβών. Αυτό τροφοδοτεί το ανησυχητικό φαινόμενο των «εργαζόμενων φτωχών» (working poor), όπου η απασχόληση δεν διασφαλίζει πλέον την αξιοπρεπή διαβίωση.
Τα στοιχεία της Eurostat είναι αμείλικτα: ο κίνδυνος φτώχειας στην Ελλάδα παραμένει στο υψηλό 19,6% (έναντι 16,2% στην ΕΕ), ενώ ο δείκτης εισοδηματικής ανισότητας (S80/S20) βρίσκεται στο 5,17, αισθητά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (4,66).
Αυτή η αναντιστοιχία συνδέεται άρρηκτα με βαθύτερες εκπαιδευτικές και ψηφιακές ανισότητες που υπονομεύουν την ποιότητα του εργατικού δυναμικού. Από τη μία πλευρά, η χώρα καταγράφει θετικές επιδόσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με το ποσοστό των αποφοίτων να αγγίζει το 44,5% (σχεδόν ευθυγραμμισμένο με το 44,1% της ΕΕ) και τη σχολική διαρροή να έχει περιοριστεί στο εντυπωσιακό 3%, πολύ κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 9,1%.
Από την άλλη πλευρά, όμως, η αγορά εργασίας αδυνατεί να απορροφήσει αυτό το δυναμικό σε υψηλής αξίας θέσεις, εν μέρει λόγω του ψηφιακού χάσματος: το ποσοστό των πολιτών με βασικές ψηφιακές δεξιότητες υποχώρησε στο 50,96% το 2025, την ώρα που στην ΕΕ-27 εκτινάχθηκε στο 60,39%. Το έλλειμμα αυτό καθηλώνει την οικονομία σε χαμηλές αμοιβές και περιορίζει την εγχώρια προστιθέμενη αξία.
Συνεπώς, η ευαλωτότητα των νοικοκυριών παραμένει οξύτατη, με την αδυναμία αντιμετώπισης έκτακτων οικονομικών αναγκών να αγγίζει το 50,5% το 2025, έναντι μόλις 30% στην ΕΕ. Αυτή η οικονομική στενότητα περιορίζει δραματικά την πρόσβαση σε βασικά αγαθά, με τις ανικανοποίητες ιατρικές ανάγκες στη χώρα μας να ανέρχονται στο 5,3% το 2025. Οι ανισότητες αυτές αποκτούν έντονη χωρική διάσταση, εγκλωβίζοντας την περιφέρεια σε μια «παγίδα εδαφικής ανάπτυξης».
Πολλές περιοχές έρχονται αντιμέτωπες με τη δημογραφική συρρίκνωση και τη φυγή του επιστημονικού δυναμικού.
Για να αναστραφούν αυτές οι τάσεις, η οικονομική πολιτική πρέπει να ξεπεράσει τις σημερινές επιδοματικές ενισχύσεις και να εστιάσει σε στοχευμένες, βασισμένες στον τόπο (place-based) στρατηγικές που δημιουργούν ποιοτικές θέσεις εργασίας και αναβαθμίζουν τις ψηφιακές δεξιότητες.
Κεντρικός στόχος οφείλει να είναι η διασφάλιση του «δικαιώματος παραμονής» (right to stay), ώστε η μετακίνηση να αποτελεί επιλογή και όχι ανάγκη επιβίωσης.
Ο κ. Παναγιώτης Λιαργκόβας είναι καθηγητής Οικονομικών και διευθυντής του Εργαστηρίου Οικονομικής Ανάλυσης (EconLab) στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.



