Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Το πρόσφατο Μνημόνιο Κατανόησης (MOU) μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν έγινε δεκτό με ανακούφιση από τη διεθνή κοινότητα. Έπειτα από εβδομάδες στρατιωτικής αντιπαράθεσης και έντονων ανησυχιών για γενικευμένη ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, η συμφωνία δημιουργεί τις προϋποθέσεις για αποκλιμάκωση και επανέναρξη του διαλόγου. Πέρα όμως από την πολιτική του σημασία, το κείμενο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την οπτική του διεθνούς δικαίου.

Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι το Μνημόνιο δεν περιορίζεται στην παύση των εχθροπραξιών. Παράλληλα, επαναφέρει στο προσκήνιο τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς νομικού συστήματος. Μετά από μια περίοδο κατά την οποία κυριάρχησαν οι συζητήσεις περί αυτοάμυνας, στρατιωτικής αναγκαιότητας και χρήσης βίας, το κείμενο επιστρέφει στη γλώσσα της κυριαρχίας, της μη επέμβασης, της ειρηνικής επίλυσης διαφορών και της διεθνούς συνεργασίας. Υπό αυτή την έννοια, η συμφωνία μπορεί να θεωρηθεί ως μια έμμεση επαναβεβαίωση του κανονιστικού πλαισίου του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Ωστόσο, το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο του Μνημονίου ίσως είναι όσα δεν περιλαμβάνει. Το κείμενο δεν περιέχει καμία αναγνώριση ευθύνης από οποιαδήποτε πλευρά. Δεν αναφέρεται σε παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου, δεν προβλέπει αποζημιώσεις και δεν θεσπίζει κάποιον μηχανισμό επίλυσης αξιώσεων αντίστοιχο με εκείνον που δημιουργήθηκε μετά την κρίση των ομήρων του 1979 μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Επίσης, δεν φαίνεται να περιλαμβάνει παραίτηση από μελλοντικές αξιώσεις ή απαιτήσεις.

Η σιωπή αυτή είναι νομικά σημαντική. Στο διεθνές δίκαιο, η λήξη μιας ένοπλης αντιπαράθεσης δεν συνεπάγεται αυτομάτως και την εξαφάνιση των σχετικών νομικών ζητημάτων. Εφόσον δεν υπάρχει ρητή παραίτηση ή συνολική διευθέτηση, ζητήματα κρατικής ευθύνης, επανόρθωσης ή αποζημιώσεων μπορούν να παραμείνουν ανοικτά. Το Μνημόνιο φαίνεται να επιδιώκει πρωτίστως την πολιτική αποκλιμάκωση, αφήνοντας τα πιο ευαίσθητα νομικά ζητήματα για μεταγενέστερο στάδιο.

Η προσέγγιση αυτή δεν είναι ασυνήθιστη. Η διεθνής πρακτική δείχνει ότι οι πολιτικές συμφωνίες συχνά προηγούνται των ολοκληρωμένων νομικών διευθετήσεων. Πρώτα δημιουργείται το απαραίτητο κλίμα εμπιστοσύνης και στη συνέχεια ακολουθούν διαπραγματεύσεις για ζητήματα όπως οι αμοιβαίες αξιώσεις, οι αποζημιώσεις, οι κυρώσεις ή οι μηχανισμοί επίλυσης διαφορών. Δεν θα ήταν επομένως παράδοξο εάν πολλά από τα ζητήματα που σήμερα παραμένουν εκτός του Μνημονίου αποτελέσουν αντικείμενο μιας μελλοντικής και πιο λεπτομερούς συμφωνίας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η διάσταση των δικαιωμάτων τρίτων κρατών. Το Μνημόνιο περιλαμβάνει αναφορές στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ και σε μελλοντικές ρυθμίσεις που ενδέχεται να αφορούν ευρύτερα την περιφερειακή ασφάλεια. Ωστόσο, σύμφωνα με μια θεμελιώδη αρχή του διεθνούς δικαίου, γνωστή ως pacta tertiis nec nocent nec prosunt, μια συμφωνία δεν μπορεί να δημιουργήσει δικαιώματα ή υποχρεώσεις για τρίτα κράτη χωρίς τη συναίνεσή τους.

Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τα κράτη του Κόλπου. Οποιαδήποτε μελλοντική αρχιτεκτονική ασφάλειας για την περιοχή ή οποιαδήποτε ειδική ρύθμιση σχετικά με τα Στενά του Ορμούζ δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά σε μια διμερή συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Η ενεργός συμμετοχή των κρατών που επηρεάζονται άμεσα από τις σχετικές ρυθμίσεις θα αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση τόσο για τη νομιμότητα όσο και για τη βιωσιμότητα οποιασδήποτε μελλοντικής διευθέτησης.

Εξίσου σημαντική είναι η πρόβλεψη για περαιτέρω εμπλοκή διεθνών θεσμών. Το Μνημόνιο φαίνεται να προϋποθέτει ότι μια τελική συμφωνία θα μπορούσε να λάβει τη μορφή ενός περισσότερο θεσμοθετημένου πλαισίου, ενδεχομένως με τη συμμετοχή του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας. Η εξέλιξη αυτή θα είχε ιδιαίτερη νομική σημασία. Η ενσωμάτωση μιας μελλοντικής συμφωνίας σε δεσμευτικό ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας θα μπορούσε να προσδώσει στις σχετικές δεσμεύσεις διαφορετικό νομικό βάρος, ενώ η συμμετοχή διεθνών οργανισμών θα ενίσχυε τους μηχανισμούς παρακολούθησης και εφαρμογής.

Υπό το πρίσμα αυτό, η σημαντικότερη ίσως συμβολή του Μνημονίου δεν είναι ότι επιλύει τις νομικές διαφορές που ανέκυψαν από τη σύγκρουση. Αντιθέτως, η κύρια λειτουργία του φαίνεται να είναι η επανένταξη των διαφορών αυτών σε ένα θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο βασισμένο στο διεθνές δίκαιο. Αντί να επιχειρεί να απαντήσει σε όλα τα ερωτήματα του παρελθόντος, δημιουργεί έναν μηχανισμό μέσω του οποίου τα ερωτήματα αυτά μπορούν να συζητηθούν και ενδεχομένως να επιλυθούν στο μέλλον.

Η ιστορία προσφέρει αρκετά παραδείγματα όπου η πολιτική συμφιλίωση προηγήθηκε της πλήρους νομικής διευθέτησης. Από μεταπολεμικές συμφωνίες μέχρι ειδικούς μηχανισμούς αποζημιώσεων και διεθνή δικαιοδοτικά όργανα, οι νομικές συνέπειες μιας κρίσης συχνά αντιμετωπίζονται χρόνια μετά τον τερματισμό των εχθροπραξιών. Το ίδιο ενδέχεται να συμβεί και στην παρούσα περίπτωση.

Το Μνημόνιο ΗΠΑ–Ιράν δεν αποτελεί, επομένως, ούτε μια απλή κατάπαυση του πυρός ούτε μια οριστική νομική διευθέτηση. Συνιστά ένα ενδιάμεσο βήμα μεταξύ της σύγκρουσης και μιας πιθανής συνολικής συμφωνίας που μένει ακόμη να διαμορφωθεί. Εάν οι επόμενες διαπραγματεύσεις οδηγήσουν σε μια τέτοια συμφωνία, τότε το σημερινό Μνημόνιο ενδέχεται να αναγνωριστεί στο μέλλον όχι ως το τέλος μιας κρίσης, αλλά ως η απαρχή της νομικής και πολιτικής της επίλυσης.

Ο κ. Ιωάννης Κωνσταντινίδης είναι νομικός σύμβουλος σε υποθέσεις ενώπιον διεθνών δικαστηρίων και διαιτητικών οργάνων, διδάκτωρ Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Σορβόννης