Ολο και συχνότερα, από την εποχή με τις βαριές κατηγορίες για δωροληψίες κατά πολιτικών στην υπόθεση της Novartis, οι οποίες όχι μόνο δεν αποδείχθηκαν αλλά η όλη ιστορία ταυτίστηκε με προσπάθειες εξόντωσης πολιτικών αντιπάλων, η τοξικότητα στο πολιτικό πεδίο οξύνεται και φθάνει να ξεπερνά κόκκινες γραμμές, αγγίζοντας, πολύ συχνά, δολοφονίες χαρακτήρων.
Η πόλωση με εκτόξευση κατηγοριών, λάσπης, ανυπόστατων καταγγελιών και κυρίως έξαλλων διαμαρτυριών για πολιτικές δράσεις ή αποφάσεις της Δικαιοσύνης καθορίζουν, δυστυχώς, την πολιτική καθημερινότητα, μετατρέποντας την επιβαλλόμενη αντιπαράθεση στη δημοκρατία σε συνθήκες πολτικής ζούγκλας.
Οι πολίτες δύσκολα μπορούν κάθε φορά να διακρίνουν πού είναι το ψέμα και πού η αλήθεια, πού οι καταγγελίες έχουν βάση και πού γίνονται για να σπιλωθούν υπολήψεις και να επέλθουν πολιτικές συνέπειες βλαπτικές για πολιτικούς και κόμματα. Οι θεωρίες του ξυλολίου και των χαμένων βαγονιών στην τραγωδία των Τεμπών αποτέλεσαν απτή απόδειξη παραπλάνησης της κοινής γνώμης σε θέματα εξαιρετικά σοβαρά, που όμως όχι μόνο δεν αποδείχθηκαν ως αληθή, αλλά αντίθετα καταδείχθηκαν ως προϊόντα συνωμοσιολογικών προσεγγίσεων.
Μέσα σε αυτό το κλίμα της ακραίας πόλωσης, που όλα δείχνουν ότι τείνει αυξανόμενο κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, ο ρόλος της Δικαιοσύνης αναδεικνύεται, εκ των πραγμάτων, σοβαρότερος παρά ποτέ.
Η Δικαιοσύνη καλείται μέσα σε αυτή τη θολή πολιτική ατμόσφαιρα, που πολλά λέγονται, πολλά πέφτουν στο δημόσιο τραπέζι, να διαδραματίσει τον ρόλο της με θεσμική βαρύτητα. Το γεγονός, άλλωστε, ότι το πολιτικό μας σύστημα αδειάζει καθημερινά τα απόνερα των δικών του ελλείψεων και αναπηριών στο γήπεδο της Δικαιοσύνης την καθιστά εκ των πραγμάτων, εκούσα άκουσα, παίκτη των πολιτικών εξελίξεων. Ωστόσο, η Δικαιοσύνη εξ αντικειμένου οφείλει να διαφυλάξει το κύρος όχι μόνο του ίδιου του θεσμού, αλλά γενικότερα και της πολιτικής, στον βαθμό που αυτή η ευθύνη τής αναλογεί.
Η Δικαιοσύνη μέσα σε ένα σκηνικό ακραίας πόλωσης και μεγάλης τοξικότητας, με τη συνδρομή – καθοριστική – των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, καλείται να διαδραματίσει έναν ρόλο σύνθετο που υπερβαίνει την επίλυση των όποιων διαφορών, να σταθμίσει με γνώμονα τη νομιμότητα υποθέσεις που φθάνουν σε αυτή με εμφανές πολιτικό πρόσημο και που από τον χειρισμό τους οι πολιτικές εξελίξεις ως έναν βαθμό εξαρτώνται.
Οφείλει, δηλαδή, με αποφάσεις τεκμηριωμένες, αμερόληπτες, διαφανείς και κυρίως έγκαιρες, να επιχειρήσει να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη, που αποτελεί το θεμέλιο της δημοκρατικής λειτουργίας.
Προς τούτο, με δεδομένο ότι επιχειρείται να απαξιωθούν δικαστικές ενέργειες στον βωμό της πολιτικής οξύτητας, η Δικαιοσύνη έχει την ευθύνη να καταδείξει ότι χειρίζεται τις όποιες υποθέσεις, για παράδειγμα τις υποκλοπές, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τα Τέμπη, με αμεροληψία και αντικειμενικότητα. Και να πείσει για αυτό. Αλλιώς η αμφισβήτηση του θεσμού και η ελλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών στο δικαστικό μας σύστημα όχι μόνο δεν θα μειωθούν, αλλά θα παρουσιάσουν αυξητικές τάσεις, επικίνδυνη εξέλιξη για τη δημοκρατία, τη θεσμική της θωράκιση και την εμπιστοσύνη όλων μας στους θεσμούς.
Το βάρος που πέφτει στις πλάτες της Δικαιοσύνης, υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν μπορεί παρά να αφορά πρωτίστως την ηγεσία της, κυρίως στο πεδίο της ποινικής και πολιτικής Δικαιοσύνης, που αποτελεί και τον βασικό κορμό του δικαστικού θεσμού. Η νέα ηγεσία της Δικαιοσύνης, που δεν έχει παρά λίγες ημέρες αναλάβει καθήκοντα, είναι βέβαιο πως έχει πλήρη αντίληψη όλων αυτών των δεδομένων.



