Εγώ και η οικογένειά μου καταγόμαστε από την Αλβανία. Ο πατέρας μου για να έρθει στην Ελλάδα πέρασε μεγάλες δυσκολίες. Οταν ήταν 15 χρόνων, αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα για να δουλέψει, επειδή στην Αλβανία δεν υπήρχε δουλειά και οι οικογένειες δεν είχαν να φάνε. Την περίοδο εκείνη είχε μόλις πέσει το κομμουνιστικό καθεστώς… Η Αλβανία πριν από αυτό δεν άφηνε κανέναν πολίτη της να φύγει, αλλά ούτε κάποιον ξένο να μπει στη χώρα. Ο πατέρας μου ήταν μικρός όταν άνοιξαν τα σύνορα, αλλά δύο χρόνια μετά κατάφερε να φύγει. Ετσι λοιπόν ήρθε τον Μάρτιο του 1993 για πρώτη φορά στην Ελλάδα μαζί με τον θείο του, ο οποίος είχε ήδη έναν χρόνο νωρίτερα έρθει στην Ελλάδα και γύρισε να τον πάρει, ενώ γνώριζε λίγα ελληνικά και είχε και μερικά χρήματα (δραχμές) μαζί του. Ξεκίνησαν από ένα χωριό του Ελβασάν, το Zavaline-Burrishte, με το λεωφορείο μέχρι τα σύνορα. Μόλις έφτασαν στα σύνορα της Αλβανίας, κατέβηκαν και πήγαν σε ένα μίνι μάρκετ όπου αγόρασαν ψωμιά, ντομάτες, τυριά, ζάχαρη και νερά για τη διαδρομή, η οποία και προμηνυόταν δύσκολη.
«Ολα αυτά τα βάλαμε μέσα σε ένα μεγάλο τσουβάλι και το δέναμε στην πλάτη μας. Οταν κουραζόταν ο ένας, το έπαιρνε ο άλλος» λένε σήμερα φέρνοντας στη μνήμη τους εκείνη την περίοδο. «Και ξεκινήσαμε μέσα από τα βουνά για να έρθουμε στην Ελλάδα. Περπατήσαμε για 10 μέρες για να φτάσουμε στη Λάρισα».
Αλλά εκεί τους τελείωσε το φαγητό και το νερό και έτσι πήγαν σε ένα τοπικό σουπερμάρκετ για να προμηθευτούν τρόφιμα. Ούτε ένα χιλιόμετρο μακριά τους βρισκόταν ο σταθμός του τρένου. Ο θείος του τότε πρότεινε στον πατέρα μου να ανέβουν στο τρένο και να ακολουθήσουν απλά τη διαδρομή του. Οπου τους πάει να κατέβουν. Το τρένο εκείνο έτυχε να πηγαίνει σε ένα χωριό κοντά στον Βόλο. Οταν έφτασαν, κατέβηκαν από το τρένο και, όπως περπατούσαν στον δρόμο, βγήκαν τυχαία στο λιμάνι και εκεί είδαν ένα καράβι και ένα ιπτάμενο δελφίνι που σε λίγο θα ξεκινούσε το ταξίδι του για τα ελληνικά νησιά. Στην Αλβανία είχαν ακούσει πως τα νησιά πρόσφεραν δουλειά συχνά περισσότερη από εκείνη της πόλης και επίσης ότι θα μπορούσαν έτσι να βγάλουν λεφτά για να μπορέσουν να ζήσουν χωρίς ανησυχία. Εκεί ξαφνικά τους μίλησε ένας πατριώτης τους στα αλβανικά επειδή κατάλαβε ότι ήταν και αυτοί αλβανοί μετανάστες – από την ταλαιπωρία και από τα βρώμικα ρούχα που φορούσαν. Ο πατέρας μου με τον θείο του τον ρώτησαν πού πήγαινε το δελφίνι και εκείνος τους απάντησε ότι πηγαίνει στη Σκιάθο και τη Σκόπελο. Τον ρώτησαν αν είχε δουλειά σε εκείνα τα δύο νησιά και τους είπε ότι στη Σκιάθο έχει πάρα πολλή δουλειά αλλά η Αστυνομία κυνηγούσε πάρα πολύ τους μετανάστες που δεν είχαν χαρτιά. Στη Σκόπελο έμοιαζε να υπάρχει η ακριβώς αντίθετη εικόνα: η Αστυνομία δεν κυνηγούσε πολύ τους μετανάστες, αλλά δεν είχε πάρα πολλή δουλειά. Αποφάσισαν να πάνε στη Σκόπελο και έκοψαν κατευθείαν εισιτήρια για να φύγουν. Και έτσι έγινε. Ανέβηκαν στο δελφίνι και ξεκίνησαν για Σκόπελο.
«Και όταν φτάσαμε στον Τσουγκριά, σηκώθηκαν πάνω από τα μισά άτομα μέσα στο δελφίνι όρθια και νομίζαμε ότι ήταν η Σκόπελος και κατεβήκαμε κατά λάθος στη Σκιάθο τελικά!» λένε σήμερα. «Και έτσι μείναμε στη Σκιάθο μέχρι και σήμερα».
Η πρώτη δουλειά, οι συλλήψεις και οι πέντε απελάσεις
Η πρώτη δουλειά που έπιασε ο πατέρας μου στην Ελλάδα ήταν σε ένα μίνι μάρκετ που βρισκόταν δίπλα από το Γυμνάσιο και το Λύκειο. Εκεί γέμιζε ράφια με προϊόντα. Μετά από λίγα χρονιά δούλεψε σε ένα ξενοδοχείο ως σερβιτόρος, όπου εκεί έμαθε να μιλάει και τα ελληνικά αλλά και τα αγγλικά. Ηταν μια περίοδος εύκολη; Οχι. Την περίοδο εκείνη η Ελληνική Αστυνομία τον έπιασε πέντε φορές και τον ανάγκασε να γυρίσει πάλι πίσω στην πατρίδα του. Πέντε φορές όμως γύρισε πίσω. Εκανε τελικά περισσότερες από πέντε φορές τη διαδρομή Αλβανία – Ελλάδα.
Οι ντόπιοι προσπαθούσαν όσο πιο πολύ γινόταν να βοηθήσουν τους μετανάστες, αλλά παράλληλα είχαν τον φόβο μην το μάθει η Αστυνομία γιατί μετά θα έμπλεκαν και αυτοί. Ομως υπήρχαν και μερικοί ντόπιοι που εκμεταλλεύονταν τους μετανάστες.
Ο ασυνείδητος οδηγός
Μια μέρα το αφεντικό του πατέρα μου τον έστειλε να αγοράσει κάτι και του έδωσε ένα μηχανάκι για να πάει πιο γρήγορα. Σε ένα SΤΟP του δρόμου πετάχτηκε κάποιος με ένα αυτοκίνητο χωρίς να σταματήσει και τράκαρε τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου μάλιστα κινδύνευσε να χτυπήσει σοβαρά καθώς σύρθηκε με το μηχανάκι για κάποια μέτρα. Ο οδηγός του αυτοκινήτου βγήκε από το αυτοκίνητο τρομαγμένος και ρώτησε τον πατέρα μου αν είναι καλά και αν χτύπησε πολύ. Τον παρακάλεσε να μην καλέσει την Αστυνομία. Οταν ο πατέρας μου του απάντησε «καλά είμαι», αυτός ο άνδρας κατάλαβε κατευθείαν από την προφορά ότι είναι αλβανός μετανάστης και ότι δεν είχε χαρτιά, επειδή τότε δεν μπορούσε κανείς μετανάστης να φτιάξει τα χαρτιά του ώστε να είναι νόμιμος στη χώρα. Ετσι η στάση του άλλαξε. Είπε στον πατέρα μου: «Ή θα μου πληρώσεις όλη τη ζημιά στο αυτοκίνητο ή θα καλέσω την Αστυνομία». Ετσι ο πατέρας μου δεν είχε άλλη επιλογή και του πλήρωσε όλη τη ζημιά του αυτοκινήτου χωρίς να φταίει εκείνος για το ατύχημα.
Οταν ο πατέρας μου είχε ρεπό, καθόταν στο σπίτι, δεν πήγαινε να διασκεδάσει, επειδή, πρώτον, δεν είχε χαρτιά και, δεύτερον, εκείνα τα χρόνια δεν είχε κάνει φίλους εκτός από τα αφεντικά του και οι φίλοι που είχε από την Αλβανία δεν είχαν έρθει ακόμη στην Ελλάδα. Του έλειπαν οι γονείς και τα αδέρφια του και σκεφτόταν αρκετές φορές να τα παρατήσει και να πάει πίσω στην πατρίδα του, στην οικογένειά του, αλλά μετά επέστρεφε η σκέψη ότι ήρθε στην Ελλάδα για ένα καλύτερο μέλλον, για να βοηθήσει και την οικογένειά του που δεν είχε αρκετά χρήματα, αλλά και για το δικό του μέλλον, ώστε όταν κάνει παιδιά να μην ταλαιπωρηθούν και εκείνα άδικα και να μη ζήσουν τις ίδιες δυσκολίες με αυτόν.
Η νομιμότητα και ο γάμος με τη μητέρα μου
Επιτέλους κατάφερε το 1998 να φτιάξει τα χαρτιά του, δηλαδή την άδεια παραμονής του, και έγινε ένας νόμιμος πολίτης στη χώρα μετά από 5 χρόνια. Μετά, το 2001 θεσπίστηκε ένας νόμος με τον οποίο οι μετανάστες μπορούσαν υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις να μείνουν νόμιμα και μόνιμα στη χώρα.
Με το που έμαθε ο πατέρας μου αυτή την είδηση, πήγε μέχρι τα ελληνικά σύνορα με την Αλβανία με το λεωφορείο και μετά κατέβηκε και πέρασε στη χώρα με τα πόδια, όχι όμως επειδή ήταν παράνομος στην Ελλάδα, αλλά επειδή δεν ήθελε να πάρει σφραγίδα από τα ελληνικά σύνορα ώστε να μη φανεί ότι είχε επιστρέψει στην Αλβανία. Αυτό το ταξίδι το έκανε για να πάρει μαζί του τη γυναίκα που αγαπούσε. Και να μπορέσει να παντρευτεί τη μητέρα μου. Μόλις παντρεύτηκαν, ήρθαν μέχρι να σύνορα με το λεωφορείο και μετά πέρασαν πάλι κρυφά από τα ελληνοσκοπιανά σύνορα γιατί η μητέρα μου δεν είχε χαρτιά. Περπάτησαν για περίπου δύο ώρες και με το που πέρασαν τα σύνορα, εκεί τους περίμενε μια κλούβα-βανάκι για να τους πάει μέχρι το λιμάνι του Βόλου ώστε να έρθουν στη Σκιάθο. Καθώς ο πατέρας μου είχε χαρτιά, μπορούσε να φτιάξει και της μητέρας μου τα χαρτιά επειδή είχαν παντρευτεί τον Μάιο του 2001. Ετσι κατάφερε και η μητέρα μου να είναι νόμιμη στη χώρα.
Ανθρωποι εργατικοί
Οι γονείς μου δούλεψαν για περίπου άλλα 5 χρόνια στο ξενοδοχείο όπου έμεναν. Η μητέρα μου δούλευε ως καθαρίστρια, ενώ ο πατέρας μου ως σερβιτόρος. Τον χειμώνα, που το ξενοδοχείο δεν λειτουργούσε, ο πατέρας μου εργαζόταν σε οικοδομές, ενώ η μητέρα μου τον χειμώνα δεν δούλευε γιατί δεν υπήρχε κάποιο ξενοδοχείο ανοιχτό.
Ακόμη όμως και αν κάποιο ξενοδοχείο ήταν ανοιχτό τον χειμώνα, συχνά είχε ήδη προσωπικό για τα δωμάτιά του. Τον Ιανουάριο του 2002 γεννήθηκε η αδερφή μου στον Βόλο, ενώ εγώ γεννήθηκα τον Αύγουστο του 2010 στα Τίρανα στην Αλβανία, όπου έμεινα για 3 μήνες, πριν έρθουμε και πάλι πίσω στην Ελλάδα. Ο πατέρας μου, όταν άφησε τη δουλειά του στο ξενοδοχείο, ξεκίνησε δουλειά ως οδηγός φορτηγού με γερανό σε μια μάντρα και εκεί δούλεψε για 15 χρόνια. Υστερα δούλεψε ως οδηγός λεωφορείου για 5 χρόνια. Τέλος, εδώ και 10 χρόνια έχει ανοίξει τη δική του επιχείρηση όπου δουλεύει ως σιδεράς. Από την άλλη, η μητέρα μου, όταν σταμάτησε να δουλεύει στο ξενοδοχείο, δούλεψε για 8 χρόνια σε μια ταβέρνα. Εδώ και 15 χρόνια δουλεύει σε ένα ξενοδοχείο ως καθαρίστρια.
Η ζωή μου σήμερα
Είμαι υπερήφανος που οι γονείς μου κατάφεραν να αλλάξουν τη ζωή τους προς το καλύτερο. Ξεκίνησαν από το μηδέν χωρίς καμία βοήθεια από κανέναν. Και τα κατάφεραν. Είμαι επίσης περήφανος για όλους εκείνους τους μετανάστες που πέρασαν τις ίδιες δυσκολίες με τους γονείς μου. Χάρη στους γονείς μου εγώ ζω στη Σκιάθο σήμερα χωρίς δυσκολίες και χωρίς να μου λείπει τίποτα.
Μου προσφέρουν τα πάντα για να μπορώ να πετύχω τα πάντα. Το όνειρό μου είναι να γίνω μηχανικός αυτοκινήτων. Να ανοίξω και εγώ το δικό μου μαγαζί στο μέλλον όπως και ο πατέρας μου.
Μου αρέσει πάρα πολύ αυτό το επάγγελμα επειδή αγαπάω να φτιάχνω αυτοκίνητα και μηχανάκια. Εχω μάλιστα και εγώ ένα μηχανάκι και μου αρέσει να ασχολούμαι με αυτό. Ελπίζω να τα καταφέρω να πραγματοποιήσω αυτό που μου αρέσει και ονειρεύομαι!



