Ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης μπορεί να ανήκει στους κωμικούς ηθοποιούς, αλλά διαθέτει ιδιαίτερες πτυχές, ένα βαθύ, ενίοτε δραματικό αίσθημα. Και έτσι πορεύεται. Το καλοκαίρι περιοδεύει με Αριστοφάνη, ως Βλέπυρος στις «Εκκλησιάζουσες» που σκηνοθετεί ο Θέμης Μουμουλίδης – απόδοση μαζί με τη Νεφέλη Μαϊστράλη και μουσική του Θοδωρή Οικονόμου.
Πώς σκέφτεστε σήμερα τον Αριστοφάνη και τις «Εκκλησιάζουσες»;
«Ο Αριστοφάνης είναι ένα τρομερό πανηγύρι, ένα παιχνίδι που σε κάνει να συνειδητοποιείς πολλά πράγματα για τη ζωή, τον εαυτό σου – και να χαίρεσαι. Να χαίρεσαι που είσαι μέσα σε αυτό το παραμύθι, ηθοποιός ή θεατής. Καμιά φορά όμως μπορεί να ξεφεύγει και να γίνει όχημα για να ειπωθούν κι άλλα πράγματα. Αρκεί να γίνεται με αισθητική. Εμείς, μέσα από αυτή την άλλη ματιά της παράστασης, προσπαθούμε να κρατήσουμε την ουσία. “Oι Εκκλησιάζουσες” είναι μια αλληγορία που πάντα βρίσκει ευήκοα ώτα. Γιατί όλοι μας, ειδικά σε αυτές τις δυστοπικές εποχές, έχουμε ανάγκη από αυτό το όνειρο, το ταξίδι, με την έννοια της ελπίδας, του φωτός. Οπότε ένα τέτοιο παιχνίδι γίνεται ακόμα πιο ωφέλιμο».
Κωμωδία για τις γυναίκες ή τη δημοκρατία;
«Εν τέλει, ναι, για τη δημοκρατία. Συμφωνεί κι ο Θέμης με αυτό και σπρώχνει προς τα εκεί την παράσταση. Επιπλέον, θέλει να δώσει στοιχεία καμπαρέ, τσίρκου».
Μοιράζεστε την ανάγκη αισιοδοξίας;
«Και πολύ μάλιστα. Αν δεν έχουμε και αυτό το αποκούμπι, τι να πω. Δε ζητάω πολλά, αρκούμαι στα λίγα. Αλλά θέλω να έχω το χαμόγελό μου, την αισιοδοξία μου, την ψυχική μου ηρεμία, την υγεία μου. Και να μην ξεχνάω ότι αυτή η ζωή είναι πολύ μικρή, ότι τα πράγματα μπορεί να αλλάξουν άρδην και να χάσεις τα πάντα. Οπότε δεν υπάρχει λόγος να βασανίζεσαι, να τρώγεσαι με τα ρούχα σου. Ποτέ δεν το έκανα αυτό, πολύ περισσότερο τώρα».
Είστε κωμικός ηθοποιός με δραματικό πρόσημο: Δύσκολη ισορροπία;
«Ψάχνω την εσωτερική διαδρομή κάθε ήρωα, αυτός είναι ο υποκριτικός μου τρόπος – και στην κωμωδία και στο δράμα. Ψάχνοντας αυτή τη συναισθηματική διαδρομή του ήρωα αρχίζει σιγά – σιγά να χτίζεται και να βγαίνει το πρόσωπο που ερμηνεύεις. Χαίρομαι που ο πρώτος που με εμπιστεύθηκε για δραματικό ρόλο ήταν ο Λάκης Παπαστάθης – πάντα τον έχω στο μυαλό μου, πάντα τον ευχαριστώ. Χαίρομαι που υπάρχουν άνθρωποι που με σκέφτονται για διαφορετικά πράγματα, το θεωρώ κατάκτησή μου όλα αυτά τα χρόνια. Και χαίρομαι γιατί οι άνθρωποι που δουλεύω με αγαπούν και έχω καλή πορεία μαζί τους».
Σημαντικό αυτό;
«Το πιο σημαντικό. Οι σχέσεις που καλλιεργείς μέσα από τη δουλειά και τους ρόλους είναι αυτές που σε προχωρούν, σε πλουτίζουν, σου ανοίγουν νέους δρόμους. Εμένα τα όνειρά μου είναι οι συνεργασίες, πάντα ήταν έτσι, από την αρχή. Ευτυχώς είχα την τύχη να δουλέψω και να συναντηθώ με σπουδαίους ανθρώπους, να πάρω πολλά. Ο πιο σημαντικός, αν και κανένας δεν ήταν λιγότερο σημαντικός, εκείνος που κατάφερε να κωδικοποιήσει τα πράγματα μέσα μου και να με βοηθήσει στο προχώρημα μου, ήταν ο Τάσος Μπαντής. Με έμαθε τι θα πει “χτίζω έναν ρόλο”. Του οφείλω πολλά. Επί τρεις μήνες έκανα ένα σεμινάριο ή μάλλον ένα ιδιαίτερο μαζί του. Από εκεί μπόρεσα να συνοψίσω τη γνώση που είχα ήδη πάρει. Γιατί είχα δουλέψει με πολύ σπουδαίους – Φασουλής, Βουτσινάς, Βολανάκης, Ξένια. Ο Τάσος με έκανε να αρθρώσω ξανά τον τρόπο με τον οποίο μιλάω, προχωράω, λειτουργώ επί σκηνής».
Πώς πλησιάζετε τον Βλέπυρο;
«Οι λέξεις, οι φράσεις σού δίνουν τα βοηθήματα. Το κείμενο σου σχηματίζει το πρόσωπο. Αν καταφέρεις να αποκρυπτογραφήσεις τον τρόπο που μιλάει, την προφορικότητα του συναισθήματος, τότε αρχίζεις σιγά – σιγά να τον χτίζεις».
Θύμα ή θύτης μέσα σε αυτόν τον διαχρονικό αγώνα των γυναικών;
«Και θύτης και θύμα, όπως κι οι γυναίκες, ένα διαρκές, αιώνιο παιχνίδι. Και αυτό που μαθαίνουμε με κάποιον τρόπο στο τέλος είναι ότι η αγάπη, ο σεβασμός μπορούν να μας προχωρήσουν, ανεξαρτήτως φύλου. Η εποχή μας είναι μια εποχή βίας, σε όλα τα επίπεδα. Οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να εκραγούν. Και οι εκρήξεις έχουν δυσάρεστα αποτελέσματα. Βέβαια το θέατρο σου δίνει την ευκαιρία να λυτρώνεσαι, να φεύγεις από αυτή την ένταση, αρκεί να εκμεταλλευτείς αυτή την ευκαιρία».
Το θέατρο σας ανανεώνει διαρκώς;
«Το πρώτο πράγμα που ρώτησα όταν βγήκα από την Εντατική, μετά το πρόσφατο συμβάν υγείας που είχα, ήταν “θα ξαναδουλέψω στο θέατρο;”. Γι’ αυτό και τρεις μήνες μετά ήμουν πάλι στη σκηνή, με την αγωνία να δω αν μπορώ να αντεπεξέλθω. Το θέατρο παραμένει ισχυρό μέσα μου και ελπίζω να συνεχίσω να έχω πόθο και επιθυμία να κατακτήσω καινούργιες πίστες. Αυτό σε κρατάει ζωντανό».
Αποχωρείτε πια από τους «Μπαμπάδες με ρούμι»…
«Το πρώτο πράγμα που πρέπει να μάθει ένας ηθοποιός είναι να παίζει και να επαναλαμβάνει. Το “επαναλαμβάνω σαν κασέτα” είναι ένας εφιάλτης – την τρίτη μέρα έχεις πεθάνει. Αν βγαίνεις στη σκηνή κάθε μέρα γυμνός και καινούργιος, για να λειτουργήσει αυτό που είναι το θέατρο, η πράξη στο παρόν, στο τώρα, πρέπει να είσαι κι εσύ έτσι, για να το υποστηρίξεις. Εγώ την 4η χρονιά ήμουν πολύ καλύτερος από την 1η. Βλέπω πολύ δημιουργικά την επανάληψη, αλλά είπα “φτάνει, ας παίξω και κάτι άλλο”».
Τι έπεται;
«Βρήκε ένα καταπληκτικό, γαλλικό έργο η Ελένη Κούρκουλα. Ο πρωτότυπος τίτλος είναι “Chers Parents” (Αγαπητοί/Ακριβοί μου γονείς), του Εμανουέλ Πατρόν. Το διάβασε, ενθουσιάστηκε και είπε ότι με αυτό το έργο θέλει να επιστρέψει στο θέατρο. Πήρα μεγάλη χαρά. Την Ελένη την αγαπώ, είναι σπαθί – ο ορισμός του φίλου. Οπότε θα είμαστε μαζί τον χειμώνα στο Εμπορικόν, με σκηνοθέτη τον Προμηθέα Αλειφερόπουλο, για τον οποίο χαίρομαι ιδιαίτερα, και μια καταπληκτική διανομή με τρεις ηθοποιούς – τα παιδιά μας: Κώστας Βασαρδάνης, Αλκης Μπακογιάννης, Αννα Λουιζίδου. Το κείμενο έχει μεταφέρει στα ελληνικά ο Θοδωρής Πετρόπουλος με τον δικό του εκπληκτικό τρόπο».
Αλλος ένας ρόλος πατέρα. Εχετε βιώσει ποικιλοτρόπως την πατρότητα, αλλά όχι βιολογικά…
«Πράγματι. Αλλά έχω ένα παιδί, τη Δανάη (σ.σ.: Μπάρκα). Ποτέ δεν είχα σκεφτεί ότι θέλω ή ότι θα κάνω παιδί. Η ζωή τα έφερε έτσι. Δεν ήταν στα όνειρά μου, δε μου έλειπε. Βλέποντας πίσω, σκέφτομαι ότι δεν ήταν στα σχέδιά μου. Αλλά μήπως το ήθελα λίγο;».
Τηλεοπτικά, μετά το «Ριφιφί» τι ακολουθεί;
«Τον χειμώνα θα κάνω έναν ακόμα πατέρα, στο “Μια γυναίκα” (Alpha) σε σκηνοθεσία Πιέρρου Ανδρακάκου, με τις Δανάη Παππά – κόρη μου, Ελισάβετ Μουτάφη – γυναίκα μου. Θα παίζω στα 4 από τα 6 επεισόδια και έτσι δε θα έχω καθημερινό γύρισμα, πολύ βασικό για εμένα με το θέατρο. Οσο για το “Ριφιφί”, ήταν μια δουλειά που χάρηκα πολύ και ευχαριστώ τον Σωτήρη (σ.σ.: Τσαφούλια) που με σκέφτηκε. Ελπίζω ότι θα έχουμε και συνέχεια – κάτι έχουμε στο μυαλό μας».




