«Οι άνθρωποι μπορεί να είναι σοφοί με πολλούς, διαφορετικούς τρόπους, αλλά πάντα γελούν με τον ίδιο τρόπο» γράφει ο Σάμιουελ Τζόνσον στο δοκίμιό του «The Difficulty of Defining Comedy». «Ακόμη και αν τίποτε άλλο σήμερα δεν έχει μέλλον, το γέλιο μας ίσως έχει» παρατηρεί ο Φρίντριχ Νίτσε στο βιβλίο του «Πέρα από το καλό και το κακό». «Το γέλιο είναι αδιαμφισβήτητα κωδικοποιημένο κοινωνικά. […] Το χιούμορ είναι σε θέση να επικρίνει, να καταρρίψει και να μετασχηματίσει, αλλά μπορεί επίσης να τερματίσει ουσιώδεις κοινωνικές συγκρούσεις μέσα σε μια έκρηξη γέλιου. Το αμοιβαίο γέλιο μπορεί να είναι μια μορφή αμοιβαίου αφοπλισμού» γράφει ο Τέρι Ιγκλτον στο βιβλίο του «Χιούμορ».
Η διαχρονική αξία του γέλιου σε μια ζοφερή πραγματικότητα. Η συνεκτική και λυτρωτική δύναμη της ικανότητας του γελάν και του συν-γελάν. Η κριτική και συνάμα αφοπλιστική διάσταση του χιούμορ. Αυτό το τρίπτυχο αποτελεί τη βάση στόχευσης κάθε επιθεώρησης που σέβεται τον εαυτό της και το κοινό της. Σε αυτές τις ράγες τροχιοδρομείται η νέου τύπου επιθεώρηση «Εγώ θα σας τα πω» του Γεράσιμου Ευαγγελάτου και του Δημήτρη Χαλιώτη, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.
Η νέα επιθεώρηση είναι εδώ
Τα φώτα ανάβουν. Στη σκηνή ο Κομπέρ. «Κυρίες και κύριοι, φίλοι μου αγαπημένοι, ήρωες νεοέλληνες θεατές. Χαίρομαι πολύ που έχω την τιμή να σας καλωσορίσω στο φετινό φιλόδοξο, σχεδόν παράδοξο, οπωσδήποτε παράτολμο εγχείρημά μας. Σας καλωσορίζω στην ανατρεπτική μας, φρέσκια, ανανεωμένη Επιθεώρηση 2.0. Ναι, ναι, καλά ακούσατε, και επιθεώρηση και 2.0. Αυτό το τόσο αδικημένο και παραγνωρισμένο είδος, που έχει κακοπάθει όσο λίγα, περνάει σε μια νέα εποχή όπου τα πράγματα λέγονται με το όνομά τους». Ο Κομπέρ έχει ήδη δώσει τον τόνο και το ύφος της παράστασης. Θα δούμε μια νέας μορφής επιθεώρηση. Εδώ δεν υπάρχουν φτερά, πούλιες και παγέτες. Δεν υπάρχουν πολυπληθή εξτραβαγκάντ μπαλέτα. Δεν υπάρχουν θεαματικά σκηνικά που εναλλάσσονται. Οι καιροί είναι λιτοί. Τα οικονομικά των θεατρικών οργανισμών περιορισμένα. Η σύγχρονη παραστατική αισθητική δεν μπορεί να μην αποτυπώνει την γκρίζα, ρευστή εποχή μας. Ακόμα και αν πρόκειται για ένα φωτεινό, αλέγκρο είδος όπως η επιθεώρηση.
Η επιθεωρησιακή πρόταση του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου απεκδύεται όλα τα περιττά και κοστοβόρα φρου φρου της όψεως των παλαιών επιθεωρήσεων και εστιάζει στην πολιτική και κοινωνική σάτιρα, στο καυστικό χιούμορ, στις δυνατές ερμηνείες της διανομής του και φυσικά στις αβανταδόρικες μουσικές συνθέσεις.
Από τη «μάνα ρέιβερ» στη «μάνα γκέι»
Τα κείμενα των Γεράσιμου Ευαγγελάτου και Δημήτρη Χαλιώτη εμπνέονται από την ανάδελφη ελληνική πραγματικότητα των πολιτικών σκανδάλων (ΟΠΕΚΕΠΕ, Τέμπη, ελληνική Δικαιοσύνη), την επικοινωνιακή και όχι πολιτική διαχείριση των πολλών προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας από το κυβερνών κόμμα, τις γκλαμ πρέσβειρες που ασκούν υψηλή διπλωματία της πίστας, τους απανταχού φαν του τραμπισμού με τις αρτηριοσκληρωτικές δοξασίες τους, τη σύγχρονη μιντιακή εμμονή με τη woke agenda, την ψηφιακά αλλοτριωμένη κοινωνία μας, τα αδιέξοδα μιας κακοχωνεμένης modernité στις επιδαύριες παραγωγές και φυσικά την ελληνίδα μάνα, η οποία εξελίχθηκε από τη «μάνα ρέιβερ» της δεκαετίας του ’90 στη «μάνα γκέι» του 2026 που κυνηγάει τον γιο της στα pride parades για να του δώσει να φορέσει τη ζακετούλα του μπας και κρυώσει.
Τα σκετς των Ευαγγελάτου – Χαλιώτη διαθέτουν καταιγιστικούς, σπαρταριστούς διαλόγους και κάποιες αξιομνημόνευτες ατάκες («Δεν είμαστε ανόητες. Αριστερές είμαστε», «Τώρα το κοινό έχει φωνή. Και σόσιαλ μίντια», «Ετσι είναι οι μεγάλοι έρωτες. Πονάνε. Πονάνε και περνάνε»). Το κείμενο για την ελληνική Δικαιοσύνη και η αρχή του κομματιού για τη σούπερ ουάου πρέσβειρα της υπερδύναμης δε λειτουργούν πολύ καλά – παρά την ερμηνευτική στήριξη όλων των ηθοποιών – και σίγουρα χρειάζονται περαιτέρω δουλειά.
Στη σύγχρονη όψη της επιθεώρησης συμβάλλει σίγουρα το κυβιστικό, πολύχρωμο σκηνικό της Μαγδαληνής Αυγερινού, με τη νέον επιγραφή του τίτλου της παράστασης, καθώς και τα ευφάνταστα κοστούμια της ίδιας με έμφαση στις σημαίνουσες λεπτομέρειες, όπως και οι ποπ σχεδιασμοί φωτισμών του Αποστόλη Κουτσιανικούλη.
Επιτυχημένη επιθεώρηση χωρίς δυνατές μουσικές συνθέσεις και τραγούδια δε νοείται, οπότε τα εύσημα εδώ πάνε στον Θέμη Καραμουρατίδη (πρωτότυπα τραγούδια, μουσικές συνθέσεις και ενορχηστρώσεις) και την μπάντα του – ξεχωρίζει ο ντραμίστας Δημήτρης Τσόλης.
Το δύσκολο στοίχημα βέβαια αυτής της νέας επιθεωρησιακής πρότασης το κερδίζουν οι πανάξιοι ηθοποιοί.
Ο Δημήτρης Πιατάς, πάντα αυθεντικός και συγκινητικός ερμηνευτικά, εδώ σε αποστολή σκηνικού καμικάζι, αρχικά δίνει τον πολιτικό τόνο της παράστασης λέγοντας «Εγώ θα σας τα πω! Η Ελλάδα κινδυνεύει!» και στη συνέχεια αποδεικνύει την κλάση του, καθώς μόνο ένας ηθοποιός με το ήθος και την ηδύτητά του μπορεί να περάσει τόσο άνετα στο κοινό τόσο τζιζ θέματα όπως αυτά της πολιτικής ορθότητας και της woke agenda.
Αστράφτει επίσης το κωμικό ταλέντο της Ελένης Κοκκίδου, της Γιούλης Τσαγκαράκη και του Δημήτρη Μακαλιά, ενώ ο Αλέξης Βιδαλάκης είναι μάλλον άχρωμος.
Ο Ζερόμ Καλούτα αποδεικνύεται ιδανικός οικοδεσπότης/Κομπέρ, η Σύρμω Κεκέ φανερώνει εδώ μια νέα διάσταση της ερμηνευτικής της γκάμας παραπέμποντας έντονα στη βρετανική υποκριτική παράδοση και τεχνική, η Μαρία Διακοπαναγιώτου είναι γεννημένη για να παίζει επιθεώρηση – ανατινάζει κάθε ατάκα της –, ενώ ο νεαρός Θανάσης Ισιδώρου είναι αποκάλυψη – απίστευτος ως Κυριάκος Μητσοτάκης! – και έχει απόλυτο έλεγχο όλων των εκφραστικών του μέσων.



