Ο νομπελίστας Ζοζέ Σαραμάγκου (1922-2010), ένας από τους σημαντικότερους ευρωπαίους πεζογράφους, είναι πολυμεταφρασμένος στη χώρα μας κι έχει πολυπληθείς και φανατικούς αναγνώστες. Δεν είναι λίγοι όσοι πιστεύουν (ανάμεσα στους οποίους και ο γράφων) πως τα κορυφαία του μυθιστορήματα είναι το Περί τυφλότητας και Η χρονιά του θανάτου του Ρικάρντο Ρέις.
Το Αυτοί που σηκώθηκαν απ’ τη γη, που εκδόθηκε πρόσφατα στα ελληνικά μεταφρασμένο ευρηματικά από τη Μαρία Παπαδήμα, πρωτοκυκλοφόρησε στην Πορτογαλία το 1980, όταν ο συγγραφέας ήταν 58 ετών.

Είναι από μιαν άποψη διαφορετικό από τα κατοπινά του μυθιστορήματα. Το αλληγορικό στοιχείο εδώ δεν κυριαρχεί, όμως τα άλλα γνωρίσματά του, ο ιδιότυπος ρεαλισμός, η ποιητικότητα και η ειρωνεία, είναι ολοφάνερα, καθώς και το αμίμητο ύφος του: ο μακροπερίοδος λόγος, που δεν μιμείται τον Προυστ αλλά ενσωματώνει τους διαλόγους, οι ανεπανάληπτες περιγραφές (της φύσης, ιδίως), η οικονομία της γλώσσας και η αδρότητα των χαρακτήρων.
Εργάτες γης και φεουδάρχες
Αυτή είναι η ιστορία της οικογένειας Μάου-Τέμπο, που ξεκινά από τις αρχές του 20ού αιώνα και καλύπτει μια περίοδο 70 περίπου ετών: από το τέλος της μοναρχίας, το πέρασμα στη δημοκρατία που δεν κράτησε πολύ γιατί αντικαταστάθηκε από τη μακροχρόνια δικτατορία του Αντόνιο ντε Ολιβέιρα Σαλαζάρ, η οποία διήρκεσε από το 1932 ως το 1968 (και στην προέκτασή της υπό τον Μαρσέλο Καετάνο ως την «επανάσταση των γαρυφάλλων», το 1974).
Δύσκολα μπορούν να φανταστούν οι νεότεροι μια κοινωνία όπου δεν υπήρχε βασικός μισθός και οκτάωρο, ούτε και ατομική ιδιοκτησία σε μιαν αγροτική κοινωνία όπου η γη ήταν μοιρασμένη σε λατιφούντια τα οποία ανήκαν σε φεουδάρχες που μεταχειρίζονταν τους εργάτες γης σαν να μην ήταν ανθρώπινα όντα. Αλλά οι φεουδάρχες αποτελούσαν την απόλυτη εξουσία με βραχίονές της την αστυνομία, τον στρατό και την εκκλησία, ενώ οι εργάτες γης ήταν οι περισσότεροι αγράμματοι. Τα λατιφούντια είναι τεράστιες εκτάσεις γης που ανήκουν σε ορισμένες οικογένειες και παραδίδονται από γενιά σε γενιά.
Από αυτούς ο Σαραμάγκου επιλέγει την οικογένεια Μάου-Τέμπο (που σημαίνει «κακός καιρός») για να στήσει την ιστορία του. Σε πολλά ονόματα άλλωστε ο συγγραφέας δίνει μια ειδική σημασία, κι αυτά άλλοτε ορίζουν ένα κύριο γνώρισμα κι άλλοτε έχουν ένα κοροϊδευτικό περιεχόμενο.
Η αφήγηση ξεκινά συναρπαστικά, όπως συμβαίνει με όλα τα μυθιστορήματα του Σαραμάγκου. Ενα ζευγάρι χωρικών, ο Ντομίνγκος Μάου-Τέμπο και η γυναίκα του Σάρα, μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά που το θηλάζει, κατευθύνονται υπό βροχήν στο χωριό Σάο Κριστοβάο αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, ή πιο σωστά άλλον τρόπο να επιβιώσουν. Ο Ντομίνγκος είναι αποτυχημένος, μπεκρής και όνειδος για τον πεθερό του. Το μωρό τους λέγεται Ζοάο και, καθώς θα περνούν τα χρόνια, γύρω από αυτό θα περιστραφεί η συνέχεια της αφήγησης.
Μεταμορφωμένα βιώματα του συγγραφέα
Αλλά είναι λάθος να εκλάβει κανείς το μυθιστόρημα του Σαραμάγκου σαν κάτι παραπλήσιο με τα Σταφύλια της οργής του Στάινμπεκ ή με μια σάγκα των ταπεινών και καταφρονεμένων – μολονότι γι’ αυτούς γράφει ο Σαραμάγκου.
Ενδεχομένως να έχει σημασία το ότι ο συγγραφέας, που οι παππούδες του ήταν πάμπτωχοι, μεταφέρει εδώ μεταμορφωμένα – αναπόφευκτα – τα προσωπικά βιώματα της παιδικής του ηλικίας. Δεν πρόκειται περί αταβιστικής κληρονομιάς, αφού υπάρχουν στο μυθιστόρημα πλήθος κύριοι και δευτερεύοντες χαρακτήρες, οι οποίοι συνθέτουν το μωσαϊκό μια εποχής που είχε κρατήσει χρόνια, και η κατάσταση στη χώρα επί της ουσίας δεν είχε αλλάξει και πολύ μετά τον θάνατο του Σαλαζάρ.
Δεν είναι περιττό να θυμίσω, επί τη ευκαιρία, πως το σαλαζαρικό μοντέλο του Νέου Κράτους (Estado Novo) ενέπνευσε εν πολλοίς και το μοντέλο της μεταξικής δικτατορίας.
Μολονότι η κατάσταση στην αγροτική Πορτογαλία ήταν περίπου ίδια και μετά τον θάνατο του δικτάτορα, παρά ταύτα τα δημόσια πράγματα δεν ήταν ίδια, γι’ αυτό και μια αίσθηση αισιοδοξίας διατρέχει το τέλος του μυθιστορήματος.
Οι εξεγερμένοι που ξεκινούν να καταλάβουν τα φέουδα δεν είναι μόνοι τους. Τους συνοδεύουν οι σκιές των απόντων: της Σάρας, του Ντομίνγκος Μάου-Τέμπο που απελπισμένος πριν από πολλά χρόνια πέρασε ένα σχοινί στον λαιμό του και κρεμάστηκε από ένα δέντρο, του γιου του Ζοάο και τόσων άλλων.
Τα όσα περιγράφονται δεν συνθέτουν απλώς μιαν εξέγερση που στοχεύει στο να αλλάξει την κοινωνία – και δεν εξηγούνται από το ότι ο Σαραμάγκου υπήρξε κομμουνιστής ως το τέλος της ζωής του. Αλλά τι είδους κομμουνιστής ήταν, όταν ο ίδιος χαρακτήριζε τον εαυτό του «αντιρρησία κομμουνιστή»; Μα ένας τόσο σπουδαίος συγγραφέας δεν θα έγραφε ολόκληρο μυθιστόρημα για να καταλήξει απλώς σε μια εξέγερση ή σε μια διαδήλωση.
Η γη των ανθρώπων
Εκείνο που κυριαρχεί από την αρχή ως το τέλος αυτού του εξαιρετικού βιβλίου είναι η γη. Κι εξηγείται από τα όσα είπε ο ίδιος ο Σαραμάγκου: «Το βιβλίο τιτλοφορείται “Αυτοί που σηκώθηκαν απ’ τη γη”. Γιατί κατά βάθος οι άνθρωποι σηκώνονται απ’ τη γη, σηκώνονται τα σταροχώραφα, στη γη είναι που σπέρνουμε, στη γη είναι που γεννιούνται τα δέντρα, κι απ’ τη γη, εντέλει, μπορεί να σηκωθεί ένα βιβλίο». Οταν γράφει πως «οι άνθρωποι σηκώνονται από τη γη» εννοεί μεταφορικά ότι από αυτήν γεννιούνται, όπως η χλωρίδα και η πανίδα της.
Γι’ αυτό άλλωστε οι σκύλοι παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στην αφήγηση, όπως και τα μυρμήγκια (οι σκηνές όπου τα περιγράφει είναι μοναδικές). Κι όντας τέκνα της γης και πολίτες της απόλυτης έκφρασής της, δηλαδή του τοπίου, εξεγείρονται όχι εναντίον της αλλά εναντίον όσων τη σφετερίζονται.
Το μήνυμα του μυθιστορήματος, αν θέλουμε να του προσδώσουμε ένα, είναι επομένως οικουμενικό.



