«Οι κορυφαίοι επιστήμονες για να επιστρέψουν στη χώρα μας δεν θέλουν απλά μια θέση. Θέλουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν ομάδες, κέντρα, ινστιτούτα, κουλτούρα» λέει στην κουβέντα μας ο Καθηγητής Χειρουργικής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και Διευθυντής Τραύματος και Επείγουσας Χειρουργικής στο Massachusetts General Hospital (MGH) της Βοστώνης Γιώργος Βέλμαχος. Παρακάτω, εξηγεί πώς εξελίσσεται η χρηματοδότηση της έρευνας στις ΗΠΑ σήμερα, περιγράφει την αδικαιολόγητη διείσδυση σε πανεπιστημιακούς κύκλους χαμηλού κύρους επιστημονικών περιοδικών και αποκαλύπτει τα νέα δεδομένα στο Κέντρο Τραύματος που σχεδιάζεται στην Ελλάδα.

Ποια είναι τα τελευταία δεδοµένα στη χρηµατοδότηση της ιατρικής έρευνας και πώς ελέγχονται τα χαµηλής ποιότητας επιστηµονικά περιοδικά που πληµµυρίζουν το κάθε πεδίο; Υπάρχει εδώ µια εικόνα που θυµίζει τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης και το χρηµατιστήριο της αγοράς;
«Η ιατρική έρευνα βρίσκεται σε σταυροδρόμι. Από τη μια πλευρά οι επιστημονικές ανακαλύψεις τρέχουν με διαγαλαξιακές ταχύτητες στον χώρο της ιατρικής τεχνητής νοημοσύνης, βιοπληροφορικης, γονιδιακής ανάλυσης και εξατομικευμένης φροντίδας (precision medicine). Από την άλλη πλευρά, η δημόσια χρηματοδότηση συρρικνώνεται και το ιδιωτικό κεφάλαιο διεισδύει στην υποστήριξη ερευνητικών προγραμμάτων προς ίδιον όφελος. Παράλληλα υπάρχει μια εκρηκτική αύξηση περιοδικών χαμηλής ποιότητας, που διεκδικούν αδικαιολόγητο κύρος.
Στις ΗΠΑ οι προτιθέμενες περικοπές ερευνητικών προγραμμάτων προκαλούν αβεβαιότητα στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Για παράδειγμα, η κυβέρνηση αποπειράθηκε πρόσφατα να περικόψει προγράμματα ύψους 2,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων από το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Η κυβερνητική πρόταση κρίθηκε παράνομη από τα δικαστήρια της Μασαχουσέτης και το αποτέλεσμα επέφερε ανακούφιση αλλά και προβληματισμό για πιθανώς συνεχιζόμενη σύγκρουση μεταξύ κυβέρνησης και πανεπιστημιακών ερευνητικών ινστιτούτων.
Ενώ η ιατρική έρευνα θεωρούνταν στο παρελθόν ως δημόσιο αγαθό με σκοπό την προώθηση της επιστήμης και τη βελτίωση της παροχής φροντίδας, λογικές αγοράς επικρατούν με αυξανόμενη συχνότητα. Καθώς το venture capital αποκτά ολοένα μεγαλύτερο έλεγχο στη βιομηχανία της προσφοράς υγείας, ο σκοπός της ιατρικής έρευνας επαναπροσδιορίζεται προς την ταχεία απόκτηση κέρδους, δημιουργία Research Branding και ανάδειξη μέσω χειραγώγησης των δεικτών σημαντικότητας.
Τα h-index, impact factor, publication metrics, citation numbers γίνονται αυτοσκοπός. Οι ακαδημαϊκοί ερευνητές, βάσει των δύο επίπονων αξιωμάτων “publish or perish” και “reviewers know how to count, not how to read”, πέφτουν θύματα των πολυάριθμων καινούργιων αρπακτικών περιοδικών (predatory journals), που ζητούν υψηλές τιμές για δημοσίευση άρθρων με λίγη ή καμία διαδικασία ελέγχου ποιότητας (peer review) των άρθρων.
Ως αποτέλεσμα, η δημοσίευση μέτριας ή ακόμη και παραπλανητικής έρευνας γίνεται εύκολη και ίσως σκόπιμη. Με τη σειρά του αυτό οδηγεί σε δυσπιστία του κοινού στις επιστημονικές ανακοινώσεις και σε σύγχυση όταν συγκρούονται υγιείς και επιπόλαιες ή κακεντρεχείς φωνές, όπως συνέβη στην εποχή του COVID.
Κατά κάποιον τρόπο αυτό θυμίζει τη δυσπιστία που διαχύθηκε στις αγορές μετά το 2008. Η διαφορά εδώ είναι ότι η μεγεθυνόμενη ανισορροπία του συστήματος δεν επηρεάζει μόνον επενδύσεις αλλά και θεραπείες, ζωές, και την ευρύτερη έννοια της “ιατρικής αλήθειας”».
Και οι διεθνείς λίστες αξιολόγησης; Σήµερα «ανεβάζουν» και «κατεβάζουν» Ιδρύµατα και επιστήµονες. Πόσο αντικειµενική είναι τελικά αυτή η κατάταξη και τι συζητούν επ’ αυτού οι επιστήµονες διεθνώς;
«Οι διεθνείς κατατάξεις πανεπιστημίων, ερευνητών και journals έχουν σήμερα τεράστια ισχύ – πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι πριν από 20 χρόνια. Επηρεάζουν κρατικές χρηματοδοτήσεις, διεθνείς συνεργασίες, φοιτητική προτίμηση, δίδακτρα και πολιτικές σχέσεις. Αντικειμενικά κριτήρια ποιότητας εκπαίδευσης και έρευνας είναι δύσκολο να δημιουργηθούν και οι κατατάξεις των πανεπιστημίων βασίζονται σε citations, h-index, grants, reputation surveys και διεθνείς συνεργασίες.
Αυτές οι παράμετροι δεν αξιολογούν κατ’ ανάγκην την πρωτοτυπία, την κοινωνική αξία, την εκπαιδευτική ποιότητα ή την κλινική επίδραση. Το ρητό “not everything that counts can be counted” αποδεικνύεται σωστό. Οι διάφορες κατατάξεις, όπως QS World University Rankings, Times Higher Education Rankings, Shangai Academic Ranking of World Universities, παράγουν διαφορετικά αποτελέσματα που βασίζονται σε “κλειστούς” αλγορίθμους. Για παράδειγμα, ένα πανεπιστήμιο μπορεί να είναι νούμερο 40 σε μια κατάταξη, νούμερο 140 σε μια άλλη και νούμερο 240 σε μια τρίτη.
Δυστυχώς νέα και καλύτερα μοντέλα αξιολόγησης δεν υπάρχουν ακόμη. Τα υπάρχοντα συστήματα προσφέρουν έναν απλό αριθμό, βάσει του οποίου οι συγκρίσεις γίνονται εύκολα και οι αποφάσεις παίρνονται ευκολότερα. Το πρόβλημα είναι ότι τα ακαδημαϊκά ιδρύματα παράγουν ένα προϊόν που υπερβαίνει την οικονομική αξία. Επηρεάζουν τις κοινωνικές δομές, δημιουργούν γνώση και επιδρούν σε πολιτικές εξελίξεις – όλα αυτά είναι εξαιρετικά δύσκολο να αξιολογηθούν, να μετρηθούν, να ιεραρχηθούν με έναν απλό αριθμό».

Ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεράσιμος Σιάσος και ο καθηγητής Χειρουργικής Γιώργος Βέλμαχος μπροστά στο ιστορικό πρώτο κτίριο του Massachusetts General Hospital (MGH) στη Βοστώνη.
Ποιο είναι το νέο «social contract» της επιστήµης µε την κοινωνία και αµφισβητείται αυτό λόγω περικοπών και πολιτικής παρέµβασης; Στις ΗΠΑ, για παράδειγµα, η εικόνα µοιάζει θολή…
«Το “social contract” της επιστήμης είναι η άτυπη συμφωνία ανάμεσα στην κοινωνία, το κράτος και την επιστημονική κοινότητα. Σύμφωνα με αυτό η κοινωνία χρηματοδοτεί την επιστήμη και η επιστήμη παράγει γνώση, τεχνολογία, υγεία και δημόσιο όφελος. Το μοντέλο γεννήθηκε μετά τις αγριότητες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και γέννησε στις ΗΠΑ το NIH, το DARPA, δεκάδες άλλα ερευνητικά ιδρύματα και την καλπάζουσα αμερικανική επιστημονική έρευνα. Το μοντέλο παρέμεινε σταθερό επί δεκαετίες αλλά τώρα αντικαθίσταται από ένα καινούργιο άτυπο συμβόλαιο, στο οποίο κυριαρχεί η οικονομική απόδοση, η άμεσα μετρήσιμη πολιτική αξία.
Ο κλονισμός του παλιού συμβολαίου δημιουργείται εξ αιτίας της κρίσης εμπιστοσύνης μετά την πανδημία και της έκρηξης κόστους στην καινούργια έρευνα της τεχνητής νοημοσύνης και γονιδιακής ιατρικής. Ειδικά στις ΗΠΑ, όπου οι εταιρείες βιοτεχνολογίας, το Big Pharma και το Private Equity είναι πανίσχυρα, σε συνδυασμό με τη διαμάχη κυβέρνησης και ελίτ πανεπιστημίων, τα επιστημονικά ινστιτούτα φαίνεται να χάνουν ιδεολογικό και πραγματιστικό έδαφος.
Ενώ η επιστήμη θεωρούνταν υπεράνω πολιτικής και ιδιαίτερα αξιόπιστη, σήμερα αντιμετωπίζεται από το κοινό ως ακόμα ένας θεσμός εξουσίας με άμεσα οικονομικά συμφέροντα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επιστημονική κοινότητα καταρρέει. Απλά σημαίνει ότι η κοινωνική νομιμοποίησή της δεν είναι δεδομένη. Η μάχη θα πρέπει να δοθεί ώστε η επιστημονική κοινότητα να παραμείνει ανεξάρτητη, κερδίζοντας ξανά την αποδοχή του κοινωνικού συνόλου, παρότι η χρηματοδότηση της έρευνας γίνεται όλο και πιο στρατηγικοπολιτικά στοχευμένη. Το παλιό, άτυπο συμβόλαιο μεταξύ της κοινωνίας και της επιστήμης θα πρέπει να ανανεωθεί προς όφελος και των δύο».
Πολλοί επιστήμονες φεύγουν από τις ΗΠΑ για την Ευρώπη και τον Καναδά ή την Αυστραλία λόγω της πολιτικής κατάστασης στη χώρα. Να πούμε εδώ ότι η Ιατρική Σχολή της Αθήνας έχει βραβευθεί πρόσφατα για το brain regain (καθώς επαναπάτρισε πρόσφατα πολλούς νέους επιστήμονες). Μοιάζει η Ελλάδα ελκυστική; Και τι θα έπρεπε να προσφέρει σε έναν επιστήμονα σήμερα για να επιστρέψει;
«Σίγουρα δεν υπάρχει μαζική φυγή επιστημόνων από τις ΗΠΑ αλλά, πράγματι, αρκετοί ερευνητές, πιεζόμενοι από την πολιτική πόλωση και την αβεβαιότητα της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης, εξετάζουν σοβαρά επιλογές στην Ευρώπη, Καναδά και Αυστραλία. Όμως οι ΗΠΑ εξακολουθούν να έχουν τεράστια πλεονεκτήματα. Το ΝΙΗ, τα άλλα μεγάλα ερευνητικά ινστιτούτα, οι κορυφαίες υποδομές, η ευκολία δημιουργίας σχέσεων με venture και industry, και ασφαλώς οι μεγαλύτεροι μισθοί και τα λοιπά οικονομικά πλεονεκτήματα.
Άρα η ερώτηση για την Ελλάδα δεν είναι εάν μπορεί να ανταγωνιστεί το Χάρβαρντ ή το MIT. Αυτή η απάντηση είναι προφανώς όχι. Η σωστή ερώτηση είναι εάν η Ελλάδα μπορεί να γίνει ένας σοβαρός και αξιόπιστος κόμβος έρευνας για συγκεκριμένους επιστήμονες. Η απάντηση είναι δυνητικά ναι, με συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Αρχίζοντας από τα προφανή πλεονεκτήματα της χώρας μας, η Ελλάδα προσφέρει κλίμα, γεωγραφική υπεροχή, κοινωνική συνοχή, ασφάλεια και πολιτισμικό βάθος.
Για έναν mid-career επιστήμονα/οικογενειάρχη, η Ελλάδα προσφέρει αξιόλογη ισορροπία μεταξύ ζωής και εργασίας (work-life balance). Όμως οι σοβαροί επιστήμονες δεν επιστρέφουν για περισσότερα μπάνια στη θάλασσα ή για πατριωτικούς λόγους. Επιστρέφουν όταν αντιλαμβάνονται θεσμική αξιοπιστία και διόδους επιστημονικής ανάπτυξης. Εκεί η πατρίδα μας έχει αδυναμίες που περιλαμβάνουν τη διοικητική δυσκινησία, την αδιαφάνεια των πελατειακών μηχανισμών, τις χαμηλές αμοιβές σε διεθνή σύγκριση και την περιορισμένη δυνατότητα δημιουργίας μεγάλης ερευνητικής ομάδας και μετάβαση από τη θεωρία στην υλοποίηση και την παραγωγή.
Ένας επιστήμονας από τη Βοστώνη ή το Λος Άντζελες δεν θα πειστεί με ένα “έλα πίσω για την πατρίδα”. Θα πειστεί μόνον με πειστικά συμβόλαια και διοικητική αξιοπιστία. Στο διά ταύτα: Η Ελλάδα θα μπορούσε να προσελκύσει σημαντικούς επιστήμονες εάν εξασφάλιζε εγγυημένη χρηματοδότηση για μερικά χρόνια (π.χ. για μια πενταετία για εργαστηριακούς ερευνητές), αντιγραφειοκρατικές νομοθεσίες, αξιοκρατικό σύστημα προαγωγών με διεθνείς επιτροπές, αξιόλογη μισθολογική αποκατάσταση (ή φορολογικές ελαφρύνσεις) και πάνω από όλα ελευθερία για δημιουργία θεσμών.
Οι κορυφαίοι επιστήμονες δεν θέλουν απλά μια θέση. Θέλουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν ομάδες, κέντρα, ινστιτούτα, κουλτούρα. Σίγουρα πολλοί επιφανείς Έλληνες του εξωτερικού θα εξέταζαν την πιθανότητα επιστροφής. Αλλά πρέπει να πεισθούν ότι δεν θα σπαταλήσουν 10 χρόνια παλεύοντας με το σύστημα. Αν η Ελλάδα κατάφερνε να προσφέρει τέτοια εχέγγυα, θα μπορούσε να προσελκύσει ένα υψηλού επιπέδου επιστημονικό κεφάλαιο που θα έδινε στη χώρα τεράστια ώθηση».
Ποιες είναι οι σύγχρονες προκλήσεις για τα ιατρικά επαγγέλματα και ποιες οι καινοτομίες που εισάγει το Ίδρυμά σας στην εκπαίδευση των γιατρών σήμερα;
«Η Ιατρική εξελίσσεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο γιατρός σήμερα δεν καλείται να γνωρίζει μόνον ιατρική αλλά λειτουργεί σε ένα περιβάλλον ψηφιακό, αλγοριθμικό, γραφειοκρατικό, διοικητικά πιεστικό και ψυχολογικά εξαντλητικό. Η Ιατρική παραμένει η ομορφότερη επιστήμη του κόσμου, δημιουργώντας άρρηκτους δεσμούς μεταξύ γιατρού και αρρώστου και προσφέροντας στο κοινωνικό σύνολο αμέτρητο όφελος.
Όμως μεγάλες προκλήσεις για τα ιατρικά επαγγέλματα σήμερα ελλοχεύουν: 1) ψυχική εξουθένωση (burnout), 2) υπερφόρτωση ιατρικής τεκμηρίωσης (documentation overload), 3) έλλειψη δυνατότητας αποφάσεων και υπαγωγή σε διοικητικούς υπαλλήλους, 4) διείσδυση του ιδιωτικού κεφαλαίου (private equity) και αλλοίωση του ιατρικού ιδανικού, 5) αβεβαιότητα καριέρας καθώς η τεχνητή νοημοσύνη αντικαθιστά την ανθρώπινη λογική, 6) αδυναμία πρακτικής εκπαίδευσης καθώς το κοινό γίνεται πιο απαιτητικό, 7) έλλειψη μοντέλων προσομοίωσης για καλύτερη μάθηση, τη στιγμή που παρόμοια μοντέλα εντυπωσιάζουν στον χώρο της διασκέδασης και επικοινωνίας.
Οι σημερινοί γιατροί θα πρέπει να εκπαιδευθούν σε πολυδυναμικά συστήματα με κέντρο την ιατρική γνώση και πράξη, αλλά με πολλές άλλες παραμέτρους στην περιφέρεια. Η μεγάλη παρεξήγηση ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα αντικαταστήσει τα πάντα, θα πρέπει να διαλυθεί όταν τα ιδρύματα δημιουργήσουν εκπαιδευμένους γιατρούς που έχουν εύκαμπτη εξειδίκευση και υψηλή προσαρμοστικότητα. Στην Ελλάδα, πολλά πανεπιστημιακά προγράμματα στηρίζονται ακόμη σε αρτηριοσκληρωτικές αρχές της δεκαετίας του ’60.
Η μάθηση στηρίζεται σε διαλέξεις αμφιθεάτρου και βαρετά slides. Τα Πανεπιστήμια χρειάζονται computational training σε όλα τα επίπεδα, διεθνή δίκτυα και εξωστρέφεια, σύνδεση ανθρωπιστικών και θετικών επιστημών, και οικοσυστήματα επιστημονικής καινοτομίας. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της αντιμετώπισης των καινούργιων εκπαιδευτικών προκλήσεων και υιοθετεί τις μοντέρνες τεχνικές με αρκετά εντυπωσιακά αποτελέσματα αλλά έχει αρκετό δρόμο ακόμη που χρειάζεται να διανυθεί. Γενικά, η χώρα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί σε μαζική βιομηχανική παραγωγή γνώσης. Μπορεί όμως να επενδύσει σε υψηλού επιπέδου ανθρώπινο κεφάλαιο και σε δημιουργικούς συνδυασμούς επιστήμης, τεχνολογίας και πολιτισμού».
«Πρώτη φορά που το τραύμα αντιμετωπίζεται ως στρατηγικός τομέας του συστήματος υγείας»
Πώς εµπλέκεται η Ελληνική Ιατρική του Τραύµατος σε όλα αυτά; Στην Ελλάδα εξειδικευµένοι χειρουργοί τραύµατος σχεδόν δεν υπάρχουν. Κέντρα Τραύµατος δεν έχουν λειτουργήσει ακόµη, ενώ το τραύµα αποτελεί την πρώτη αιτία θανάτου στην Ελλάδα σε άτοµα 1-45 ετών. Τι χρειάζεται η Ελλάδα για να αντιµετωπίσει τη µάστιγα των θανάτων και αναπηριών από τραυµατικές κακώσεις;
«Αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα – και λιγότερο συζητημένα – κενά της ελληνικής δημόσιας υγείας. Το παράδοξο είναι πράγματι εντυπωσιακό: το τραύμα αποτελεί κορυφαία αιτία θανάτου και αναπηρίας σε νέους ανθρώπους, με τεράστιο κοινωνικό και οικονομικό κόστος, αλλά η χώρα δεν είχε μεριμνήσει για την οργανωμένη παροχή φροντίδας στους τραυματίες. Στις περισσότερες προηγμένες χώρες, το τραύμα δεν είναι απλά μια χειρουργική ειδικότητα αλλά αποτελεί ολόκληρη εθνική υποδομή δημόσιας υγείας.
Στη χώρα μας, το τραύμα αντιμετωπίζεται αποσπασματικά από διάφορες ειδικότητες, σε διαφορετικούς νοσοκομειακούς χώρους, με διαφορετικά στάνταρντς και με πλήρη (εννοώ ΠΛΗΡΗ) απουσία ελέγχου ποιότητας. Δεν υπάρχει εθνική βάση δεδομένων (trauma registry) και εξ αυτού, η αποτελεσματικότητα των ιατρικών πράξεων είναι άγνωστη (“you cannot improve what you cannot measure”). Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς “περισσότερους χειρουργούς τραύματος”.
Χρειάζεται κουλτούρα τραύματος ως εθνικής προτεραιότητας δημόσιας υγείας. Kάθε λεπτό καθυστέρησης σε έναν πολυτραυματία δεν κοστίζει μόνο μια ζωή, αλλά δεκαετίες παραγωγικότητας, οικογενειακή καταστροφή, χρόνια αναπηρία και τεράστιο κοινωνικό και οικονομικό κόστος. Και αυτό κάνει μια εθνική πολιτική φροντίδας των πολυάριθμων – και συνήθως νεαρών – τραυματιών όχι πολυτέλεια υψηλής τεχνολογίας αλλά βασική υποδομή ενός σύγχρονου κράτους».
Τι έχει κάνει η ελληνική κυβέρνηση σε αυτόν τον τομέα για τη σωστή περίθαλψη των τραυματιών; Το Πανεπιστήμιο τι έχει κάνει;
«Τα τελευταία χρόνια φαίνεται να διαμορφώνεται – για πρώτη φορά σοβαρά – ένας πυρήνας θεσμικής αλλαγής. Μετά τη σύσταση της Επιτροπής Τραύματος του Υπουργείου Υγείας, το Εθνικό Σύστημα Τραύματος θεσμοθετήθηκε τον Ιανουάριο του 2025, προβλέποντας 17 Κέντρα Τραύματος και 2 Κέντρα Παιδιατρικού Τραύματος ανά την επικράτεια. Οι υλικοτεχνικές υποδομές για αυτά τα Κέντρα αναπτύσσονται και η λειτουργική υλοποίηση του νόμου αναμένεται μέσα στο 2026.
Το ΕΚΠΑ έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο με την ανάπτυξη μεταπτυχιακού προγράμματος στην Επείγουσα Χειρουργική και Τραύμα, σε διεθνείς συνεργασίες με το Χάρβαρντ και τη Νότια Αφρική και τη δημιουργία επιστημονικού δικτύου γύρω από τη χειρουργική τραύματος. Για πρώτη φορά φαίνεται να συναντώνται η διεθνής τεχνογνωσία, η ελληνική ακαδημαϊκή κινητοποίηση, η πολιτική πρωτοβουλία και η πίεση από την ατυχή πραγματικότητα της χώρας μας όσον αφορά το τραύμα.
Παρότι βρισκόμαστε στην αρχή, και έχουμε να διανύσουμε τεράστια απόσταση για να δημιουργήσουμε έγκυρους προ-, δια- και μετα-νοσοκομειακούς θεσμούς για τη θεραπεία των τραυματιών, αυτή είναι η πρώτη φορά που το τραύμα αντιμετωπίζεται ως στρατηγικός τομέας του συστήματος υγείας. Εάν η Ελληνική Κυβέρνηση και η Ελληνική Ακαδημαϊκή Κοινότητα παραμείνουν αφοσιωμένες στον τελικό σκοπό, το άρτιο Εθνικό Σύστημα Τραύματος θα γίνει πραγματικότητα».
Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στο ένθετο Πανεπιστήμιο Αθηνών του ΕΚΠΑ που κυκλοφόρησε με «Το Βήμα της Κυριακής» στις 31 Μαΐου 2026.






