Η αύξηση των εξαγωγών τα τελευταία χρόνια οφείλεται στην αύξηση των εξαγωγών των βιομηχανικών προϊόντων έντασης τεχνολογίας και των βιομηχανικών προϊόντων έντασης εξειδικευμένης εργασίας.
Επειδή οι νέες τεχνολογίες σήμερα εφαρμόζονται σε όλους τους τομείς της μεταποιητικής δραστηριότητας, η κλασική διάκριση των εξαγωγών σε αγροτικά, βιομηχανικά κ.λπ. προϊόντα δεν επιτρέπει να διακρίνουμε τους κλάδους που επιδεικνύουν συγκριτικό πλεονέκτημα. Έτσι, είναι δύσκολο να απομονώσουμε εκείνα τα προϊόντα που παράγονται με νέες τεχνολογικά μεθόδους από τα προϊόντα που παράγονται με συμβατικές μεθόδους.
Για τον σκοπό αυτόν, το Διεθνές Κέντρο Εμπορίου, εκτός από τη γνωστή Τυποποιημένη Ταξινόμηση του Διεθνούς Εμπορίου (ΤΤΔΕ), κατατάσσει τα προϊόντα σε πέντε μεγάλες κατηγορίες ανάλογα με τον κλάδο προέλευσης και το επίπεδο εξειδίκευσης που απαιτεί η παραγωγή τους. Με βάση το σύστημα αυτό τα προϊόντα διακρίνονται σε:
1) Προϊόντα πρωτογενούς παραγωγής (τρόφιμα, ποτά, καπνός, πρώτες ύλες, καύσιμα, λιπαντικά, λάδια και λίπη).
2) Βιομηχανοποιημένα προϊόντα έντασης φυσικών υλών (δέρματα, είδη από φελλό και ξύλο, μη μεταλλικά ορυκτά, μη σιδηρούχα μέταλλα κ.λπ.).
3) Βιομηχανοποιημένα προϊόντα έντασης εργασίας (νήματα, υφάσματα, έπιπλα, είδη ταξιδιού, ενδύματα, υποδήματα κ.λπ.: τα κατ’ εξοχήν εξαγώγιμα προϊόντα της χώρας μας μέχρι και τη δεκαετία του ’90. Τότε που το πρώτο εξαγώγιμο προϊόν ήταν τα T-Shirts με εξαγωγές άνω των 500 εκατ. δολάρια ή 5% του συνόλου των εξαγωγών).
4) Βιομηχανοποιημένα προϊόντα έντασης τεχνολογίας (χημικά προϊόντα, ιατρικά προϊόντα, φάρμακα, πλαστικές ύλες σε πρωτογενή μορφή και μη πρωτογενή μορφή, μηχανήματα και βιομηχανικός εξοπλισμός κ.ά.).
5) Βιομηχανοποιημένα προϊόντα έντασης εξειδικευμένης εργασίας (χρώματα, αρώματα & καλλυντικά, είδη από καουτσούκ, σίδηρο, χάλυβα και μέταλλο, συσκευές και εξοπλισμός τηλεπικοινωνιών κ.ά.).
Η σταδιακή στροφή του εξωτερικού εμπορίου της χώρας προς τα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, που ξεκίνησε τη δεκαετία του 2000, οδήγησε στην ίδρυση σύγχρονων μεταποιητικών επιχειρήσεων με νέα συστήματα παραγωγής, αυτοματισμούς και ολοκληρωμένα πληροφοριακά συστήματα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη βελτίωση των όρων εμπορίου (τιμές εξαγωγών προς τιμές εισαγωγών) που από 29,1% τη δεκαετία του 1990 αυξήθηκαν σε 53,4% τη δεκαετία του 2020. Τώρα πλέον τα κυριότερα εξαγώγιμα προϊόντα δεν είναι τα μπλουζάκια και το ελαιόλαδο, αλλά τα καύσιμα, φάρμακα, πλάκες και φύλλα αργιλίου και ηλεκτρική ενέργεια.
Όμως, αυτό δεν είναι αρκετό. Σε πολλά προϊόντα έντασης τεχνολογίας, π.χ. μεταφορικά μέσα, η χώρα μας έμεινε πίσω. Με βάση τα πρόσφατα στοιχεία της European Automobile Manufacturers’ Association, 15 χώρες-μέλη της ΕΕ έχουν εργοστάσια συναρμολόγησης ή παραγωγής οχημάτων. Στη χώρα μας κανένα. Έγιναν κάποιες προσπάθειες την περίοδο 1980-2000 από συνεργασίες με χώρες όπως Ιαπωνία, Ρωσία, Ιταλία, Γερμανία και Γαλλία, αλλά όλες απέτυχαν λόγω της εχθρικής στάσης των τότε κυβερνήσεων: δεν υπήρχε σταθερότητα, δεν έδιναν κίνητρα, δεν προστάτευαν τις επενδύσεις, δεν διευκόλυναν τις εξαγωγές και δεν στήριζαν την παραγωγή (ζητούσαν από την αρχή την πληρωμή των δασμών για τα εισαγόμενα ανταλλακτικά, αντί της διαδοχικής πληρωμής ανάλογα με τον ρυθμό χρήσης τους στην παραγωγή).
Δεδομένου ότι τα εξαγώγιμα προϊόντα είναι προϊόντα του μεταποιητικού τομέα, σημαίνει ότι η εικόνα μπορεί να βελτιωθεί ακόμα περισσότερο εάν αυξηθεί η παραγωγή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας και μεγάλης προστιθέμενης αξίας. Αυτό, όμως, απαιτεί τη λειτουργία μεγάλων μεταποιητικών επιχειρήσεων. Η κατανομή των μεταποιητικών επιχειρήσεων ως προς τον αριθμό των εργαζομένων στη χώρα μας είναι απογοητευτική. Λειτουργούν 57.516 μεταποιητικές επιχειρήσεις εκ των οποίων η συντριπτική πλειοψηφία είναι οι πολύ μικρές επιχειρήσεις με κάτω των δέκα απασχολουμένων (89,8%) και οι μικρές επιχειρήσεις (10-49 εργαζόμενοι) 8,5% του συνόλου. Οι μεσαίες επιχειρήσεις (50-249 εργαζόμενοι) είναι 850 (ή 1,5% του συνόλου) και οι μεγάλες επιχειρήσεις (άνω των 250 εργαζομένων) είναι μόνο 157 ή 3‰ του συνόλου.
Η εύκολη απάντηση είναι ότι παρόμοια σύνθεση παρουσιάζουν και οι μεταποιητικές επιχειρήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Όντως, οι μεγάλης έκτασης επιχειρήσεις άνω των 250 εργαζομένων είναι μόλις 2‰ του συνόλου και οι μεσαίες επιχειρήσεις (50-249 εργαζόμενοι) 8‰, δηλαδή ποσοστιαία λιγότερες από τη χώρα μας. Αυτά, όμως, τα μικρά ποσοστά σε ένα σύνολο 2.378.969 επιχειρήσεων δίνουν ένα σύνολο 19.032 μεσαίων επιχειρήσεων και 4.758 μεγάλων επιχειρήσεων, δηλαδή 30 φορές περισσότερες από όσες λειτουργούν στη χώρα μας, που μπορούν να παράγουν προϊόντα έντασης τεχνολογίας και υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Επίσης, τα εθνικά προγράμματα ενίσχυσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων ανέρχονται περίπου σε 2,5 δισ. ευρώ με πολύ χαμηλές εξαγωγές. Στον αντίποδα έχουμε τις startups που επιτυγχάνουν σημαντικά υψηλότερες εξαγωγές. Επομένως ποιες πολιτικές χρειάζονται για να αυξηθούν οι εξαγωγές προκειμένου να βελτιωθεί το εμπορικό ισοζύγιο:
1. Κίνητρα (ή κατάργηση αντικινήτρων) για την ίδρυση μεγάλων μεταποιητικών επιχειρήσεων.
2. Αύξηση της παραγωγής προϊόντων έντασης τεχνολογίας και υψηλής προστιθέμενης αξίας με παράλληλη υιοθέτηση κινήτρων για την παραγωγή τους (να μην επαναληφθούν τα λάθη των αυτοκινητοβιομηχανιών του παρελθόντος).
3. Για την ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, τα κονδύλια να δίνονται με κριτήριο την εξωστρέφεια τους και όχι γενικά για τη στήριξή τους.
*Του Ιωάννη Χαλικιά, Ομότιμου Καθηγητή Ποσοτικής Ανάλυσης του ΟΠΑ και Επιστημονικού Υπευθύνου του Κέντρου Εξαγωγικών Ερευνών & Μελετών του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων
Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στο ένθετο ΟΠΑ News του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών που κυκλοφόρησε με «Το Βήμα της Κυριακής» την Κυριακή 28 Ιουνίου 2026



