Ο ελληνικός τουρισμός αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη, την απασχόληση και την εξωστρέφεια της χώρας. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, ο κλάδος λειτουργεί σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό διεθνές περιβάλλον, διαχειριζόμενος διαδοχικές κρίσεις, από την πανδημία και τις γεωπολιτικές αναταράξεις έως τις πληθωριστικές πιέσεις και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Παρά τις προκλήσεις, ο ελληνικός τουρισμός εξακολουθεί να καταγράφει υψηλές επιδόσεις, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την ανάγκη για ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης που θα δίνει έμφαση στην ποιότητα, τη βιωσιμότητα και τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα.
Προφανώς, η συζήτηση δεν περιορίζεται μόνο σε αριθμούς αφίξεων ή σε τουριστικά έσοδα. Επεκτείνεται στον τρόπο με τον οποίο οι δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, οι υποδομές, η διαχείριση των προορισμών και η ανάδειξη του πολιτιστικού αποθέματος μπορούν να διαμορφώσουν το μέλλον του εγχώριου τουριστικού προϊόντος. Σε αυτό το πλαίσιο, Η Ιωάννα Δρέττα, Μέλος του Δ.Σ. του Ομίλου ΕΛΛΑΚΤΩΡ, Διευθύνουσα Σύμβουλος της REDS A.E. και Πρόεδρος του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, μιλά για τις προκλήσεις, τις ευκαιρίες και τις στρατηγικές προτεραιότητες που θα καθορίσουν την επόμενη ημέρα του ελληνικού τουρισμού.
Έχοντας μακρά εμπειρία από θέσεις ευθύνης, έχετε ζήσει το ελληνικό τουριστικό προϊόν σε διαφορετικές και απαιτητικές φάσεις. Παρά τις διαδοχικές κρίσεις, πανδημία, γεωπολιτικές εξελίξεις, πληθωρισμό, ο ελληνικός τουρισμός δείχνει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Πού θεωρείτε ότι οφείλεται αυτό;
Πράγματι, τα τελευταία περίπου 15 χρόνια, ο ελληνικός τουρισμός έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά μια σειρά από κρίσεις. Ξεκινώντας από την οικονομική κρίση, περνώντας από την πρωτόγνωρη δοκιμασία της πανδημίας και φτάνοντας στις ποικίλες γεωπολιτικές, ενεργειακές και άλλες προκλήσεις της σημερινής εποχής, ο κλάδος κατάφερε να διατηρήσει τη δυναμική του.
Κατά τη γνώμη μου, η ανθεκτικότητα του ελληνικού τουρισμού και η ικανότητά του, σε πολλές περιπτώσεις, όχι μόνο να αντέχει αλλά και να βελτιώνει τα ποιοτικά του χαρακτηριστικά, συνδέονται με το γεγονός ότι ο τουρισμός αποτελεί μια δραστηριότητα που ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία μας ως Έλληνες. Δεν πρόκειται για μια τεχνητά διαμορφωμένη συνθήκη για τη χώρα, αλλά για μια οργανική δραστηριότητα, την οποία ασκούμε σε μεγάλο βαθμό αυθόρμητα, αλλά και αποτελεσματικά.
Ταυτόχρονα, δεν θα πρέπει να παραλείψουμε να αναφερθούμε στις εμπνευσμένες διοικήσεις, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο όλα αυτά τα χρόνια. Με τη στρατηγική τους, την ικανότητα σύνθεσης, την αποφασιστικότητα και τη διάθεση για εξέλιξη, συνέβαλαν ουσιαστικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης πορείας του ελληνικού τουρισμού.
Ο ανταγωνισμός στους τουριστικούς προορισμούς της Μεσογείου γίνεται ολοένα και πιο έντονος. Πόσο ανταγωνιστικό είναι το προϊόν μας στην πραγματικότητα, πέρα από το κλασικό μοντέλο «ήλιος και θάλασσα»; Ποιος πιστεύετε ότι είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος που θα μπορούσε να το υπονομεύσει τα επόμενα χρόνια;
Το τουριστικό μας προϊόν είναι, συνολικά, ισχυρό, κάτι που αποδεικνύεται διαρκώς τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, καθώς οι συνθήκες μεταβάλλονται συνεχώς και ο ανταγωνισμός στον κλάδο γίνεται ολοένα και πιο έντονος, ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ο εφησυχασμός.
Από πολλές πλευρές προκύπτει ότι, στη δική μας περίπτωση, ο αδύναμος κρίκος είναι η λειτουργία του προορισμού. Σε αυτήν περιλαμβάνονται τόσο οι δημόσιες υποδομές, οι οποίες σε αρκετές περιπτώσεις έχουν μείνει πίσω, όσο και τα ζητήματα σχεδιασμού, διαχείρισης και υλοποίησης που επηρεάζουν την καθημερινή λειτουργία των προορισμών.
Η αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων προϋποθέτει ουσιαστικές συνέργειες και συνεργασία μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης, της τοπικής αυτοδιοίκησης, του ιδιωτικού τομέα και της κοινωνίας των πολιτών. Και εδώ βρίσκεται, δυστυχώς, μια διαχρονική αδυναμία της χώρας μας: η δυσκολία να καθίσουμε όλοι στο ίδιο τραπέζι, να συνθέσουμε διαφορετικές απόψεις και να προχωρήσουμε σε αμοιβαίες υποχωρήσεις προς όφελος ενός κοινού στόχου.
Ωστόσο, δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Η συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων φορέων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη μακροχρόνια ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού.

Ως Πρόεδρος του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, είστε η ειδική για να μας μιλήσετε για το πώς η πολιτιστική μας κληρονομιά συνομιλεί με την οικονομία. Πώς μπορούν αλήθεια ο πολιτισμός και ο τουρισμός να συνυπάρξουν οργανικά, ώστε ο πολιτισμός να μην είναι απλώς ένα «αξιοθέατο», αλλά ένα στρατηγικό πλεονέκτημα που αναβαθμίζει την ανταγωνιστικότητα της χώρας;
Η διασύνδεση του πολιτισμού με τον τουρισμό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητούμενα για τον ελληνικό τουρισμό. Παρότι ο πολιτιστικός πλούτος της χώρας μας είναι αδιαμφισβήτητος και έχει ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια με τη δημιουργία πολλών νέων μουσείων και πολιτιστικών υποδομών, εξακολουθεί να υπάρχει σημαντικό περιθώριο αξιοποίησής του.
Όπως επισημαίνει και ο ΟΟΣΑ, η ανάπτυξη του πολιτιστικού τουρισμού εξαρτάται από τη συνεργασία των πολλών και διαφορετικών εμπλεκόμενων φορέων. Είναι η συνέργεια μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, των πολιτιστικών οργανισμών και των τοπικών κοινωνιών που δημιουργεί ολοκληρωμένες πολιτιστικές εμπειρίες με υψηλή προστιθέμενη αξία για τον επισκέπτη. Διαφορετικά, διαθέτουμε σημαντικούς πολιτιστικούς πόρους, οι οποίοι, όμως, παραμένουν αποσπασματικοί και δεν ενσωματώνονται ουσιαστικά στο τουριστικό προϊόν.
Παράλληλα, η πολιτιστική εμπειρία απευθύνεται σε επισκέπτες με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο και μεγαλύτερη καταναλωτική δύναμη, συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός πιο βιώσιμου μοντέλου τουριστικής ανάπτυξης, ενισχύει την επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου και προάγει μια πιο ισόρροπη γεωγραφική κατανομή των οικονομικών ωφελειών.
Για όλους αυτούς τους λόγους, η συστηματική ανάπτυξη και ανάδειξη ποιοτικών πολιτιστικών εμπειριών αποτελεί στρατηγική επιλογή που ενισχύει την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού και δημιουργεί προστιθέμενη αξία τόσο για τους επισκέπτες όσο και για τις τοπικές κοινωνίες.
Σήμερα, από τη θέση της Διευθύνουσας Συμβούλου της REDS και μέλους του Δ.Σ. του Ομίλου ΕΛΛΑΚΤΩΡ, βλέπετε την αγορά και μέσα από το πρίσμα των μεγάλων επενδύσεων και των υποδομών. Τι χρειάζεται τελικά ο ελληνικός τουρισμός για να παραμείνει στην κορυφή; Είναι θέμα νέων επενδύσεων, στροφής στη βιωσιμότητα, βελτίωσης των υπηρεσιών, ή μήπως μιας στρατηγικής για πιο προσιτές τιμές;
Είναι σαφές ότι οι δημόσιες υποδομές εξακολουθούν να υστερούν, κάτι που επιβεβαιώνεται από όλες σχεδόν τις σχετικές έρευνες. Αντίθετα, οι ιδιωτικές υποδομές έχουν πραγματοποιήσει σημαντικά άλματα τα τελευταία χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει ακόμη περισσότερο το χάσμα που εξακολουθεί να υπάρχει με τον δημόσιο τομέα.
Πιστεύω ότι η αναγκαία μετάβαση θα επιταχυνθεί, εν μέρει, από την πίεση που θα ασκήσουν οι παλαιές και λιγότερο ανθεκτικές υποδομές σε πολλές περιοχές της χώρας. Η ανάγκη εκσυγχρονισμού τους δεν αποτελεί πλέον επιλογή, αλλά προϋπόθεση για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προορισμών.
Παράλληλα, εξίσου σημαντική είναι η ανάπτυξη όλων εκείνων των επιμέρους εμπειριών που εμπλουτίζουν το τουριστικό προϊόν, ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα της χώρας και, ταυτόχρονα, υποστηρίζουν ένα μοντέλο ανάπτυξης που ενσωματώνει τη βιωσιμότητα ως βασικό χαρακτηριστικό.
Όσον αφορά την τιμολογιακή πολιτική, η επιδίωξη χαμηλότερων τιμών, από μόνη της, δεν αποτελεί στρατηγική. Το ζητούμενο είναι οι τιμές να ανταποκρίνονται στην ποιότητα και στην αξία που προσφέρει το προϊόν στον επισκέπτη. Ένα ποιοτικό τουριστικό προϊόν δεν είναι κατ’ ανάγκην ακριβό· είναι, όμως, ένα προϊόν που δικαιολογεί την τιμή του μέσα από την εμπειρία που προσφέρει.
Με βάση την εμπειρία σας, αν έπρεπε να σχεδιάσετε τη στρατηγική της επόμενης δεκαετίας για έναν βιώσιμο τουρισμό που αντέχει στις πιέσεις της κλιματικής αλλαγής και του υπερτουρισμού, ποιες θα ήταν οι τρεις βασικές σας προτεραιότητες;
Με όσα έχουμε ζήσει στον ελληνικό τουρισμό τα τελευταία χρόνια, μια δεκαετία μοιάζει σχεδόν με αιωνιότητα. Για τον λόγο αυτό, θα έθετα έναν πιο κοντινό χρονικό ορίζοντα, με ένα σαφές τρίπτυχο προτεραιοτήτων: αποτελεσματική διαχείριση των προορισμών, αξιοποίηση της τεχνολογίας και δημιουργία σταθερών πλατφορμών συνεργασίας μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Ιδιαίτερα το τελευταίο θεωρώ ότι αποτελεί τον πιο αδύναμο κρίκο και, ταυτόχρονα, τη μεγαλύτερη πρόκληση.



