Οι αφηγήσεις, όσο πιο φαντεζί παρουσιάζονται, τόσο πιο δυνατή εντύπωση επιχειρούν να αφήσουν. Πιστή στο δόγμα αυτό, η κυβέρνηση προτάσσει την επιχειρηματολογία ότι στη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, η καταψήφιση ή το «παρών» σε μια σειρά από διατάξεις, από τα μη κρατικά πανεπιστήμια και την επιστολική ψήφο μέχρι την προσιτή στέγη, την κλιματική κρίση, τη δημοσιονομική σταθερότητα, την υπουργική ασυλία, την ηγεσία της Δικαιοσύνης και την αξιολόγηση στο Δημόσιο, συνιστά μια αδιέξοδη πολιτική.
Με αυτό το αφήγημα, η κυβέρνηση μετατοπίζει αποκλειστικά το βάρος της κατάληξης της διαδικασίας στην αξιωματική αντιπολίτευση, χρεώνοντας σε αυτήν μια στάση αμήχανης υπαναχώρησης και στείρας άρνησης απέναντι στο «ναυάγιο» της προτείνουσας Βουλής.
Πίσω από την τακτική αυτή, ωστόσο, διαλανθάνει μια θεμελιώδης παραδοχή: η συναίνεση συνιστά προϊόν κατάκτησης και αμοιβαίας εμπιστοσύνης, την οποία η κυβέρνηση ελάχιστα υπηρέτησε με τα δείγματα γραφής της, και όχι επιβαλλόμενη υποχρέωση. Μια πλειοψηφία που προσάρμοσε κατ’ επανάληψη το Σύνταγμα στα δικά της μέτρα και σταθμά καθιστά κάθε απαίτηση για λευκή επιταγή, ενόψει μιας επόμενης Αναθεωρητικής Βουλής με ασαφή προσανατολισμό, εξαιρετικά προβληματική.
Άλλωστε, η εμπιστοσύνη αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο κάθε συνταγματικής συνεννόησης. Αν η αντιπολίτευση κρατά το κλειδί της αναθεώρησης με την ψήφο της, η κυβέρνηση φέρει την πρωτογενή ευθύνη να καλλιεργήσει τις προϋποθέσεις αυτής της σύγκλισης, εκμαιεύοντας τη συναίνεση μέσα από μια στάση συνετή, αξιόπιστη και θεσμικά υπεύθυνη. Υπό αυτό το πρίσμα, η τροπή των πραγμάτων ήταν, κατά κάποιον τρόπο, προδιαγεγραμμένη.



