Του Δημήτρη Μαυροκεφαλίδη
ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ ΛΟΝΔΙΝΟ
Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα για το Brexit, το οποίο μεταμόρφωσε τη βρετανική πολιτική και αναδιαμόρφωσε το γεωπολιτικό τοπίο της Ευρώπης, το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένει βαθιά διχασμένο ως προς τις συνέπειες της απόφασής του να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα που προέκυψε από το συνέδριο «10 Χρόνια από το Δημοψήφισμα για το Brexit», το οποίο πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο την Τρίτη και διοργανώθηκε από το UK in a Changing Europe σε συνεργασία με τη Flint Global.
Το Β βρέθηκε στην εκδήλωση που συγκέντρωσε ανώτερους πολιτικούς, διπλωμάτες, ακαδημαϊκούς και σχολιαστές και από τις δύο πλευρές της Μάγχης, προκειμένου να αξιολογήσουν την κληρονομιά του Brexit και να συζητήσουν το μέλλον των σχέσεων Ηνωμένου Βασιλείου–ΕΕ.
Οι συζητήσεις ανέδειξαν πόσο βαθιά έχει αλλάξει η Βρετανία από τις 23 Ιουνίου 2016. Η κυριαρχία που απολάμβαναν κάποτε οι Εργατικοί και οι Συντηρητικοί έχει αποδυναμωθεί, η οικονομική ανάπτυξη παραμένει πεισματικά υποτονική και ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστεί καθοριστικό χαρακτηριστικό της δημόσιας ζωής. Παράλληλα, και η ίδια η Ευρώπη έχει μεταμορφωθεί εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία, της γεωπολιτικής αστάθειας, της ενεργειακής ανασφάλειας και του αυξανόμενου ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων παγκόσμιων δυνάμεων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι συμμετέχοντες συζήτησαν κατά πόσο το Brexit βοήθησε τη Βρετανία να αντιμετωπίσει αυτές τις προκλήσεις ή αν την άφησε περισσότερο απομονωμένη σε έναν ολοένα και πιο αβέβαιο κόσμο.
Μπαρνιέ: Η Βρετανία δεν έχει ακόμη αποδείξει τα οφέλη του Brexit
Μεταξύ των κεντρικών ομιλητών ήταν ο Μισέλ Μπαρνιέ, πρώην πρωθυπουργός της Γαλλίας και επικεφαλής διαπραγματευτής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Brexit κατά την περίοδο 2019–2021.
Μιλώντας με τη γνωστή του ευθύτητα, ο Μπαρνιέ υποστήριξε ότι το Brexit απέτυχε να αποδείξει σαφή οφέλη για το Ηνωμένο Βασίλειο.
«Κανείς δεν μπόρεσε να μου δώσει αποδείξεις για την προστιθέμενη αξία του Brexit τα τελευταία δέκα χρόνια», δήλωσε στο ακροατήριο.

Ο Μπαρνιέ απέρριψε τις υποθέσεις ότι η διαδικασία του Brexit προκάλεσε μόνιμη ζημιά στην εμπιστοσύνη μεταξύ Βρετανίας και ΕΕ, αν και αναγνώρισε ότι αυτή δοκιμάστηκε κατά τις διαμάχες που ακολούθησαν την εφαρμογή των ρυθμίσεων για τη Βόρεια Ιρλανδία λίγο μετά την υπογραφή της Συμφωνίας Αποχώρησης.
Σε γενικότερο επίπεδο, τόνισε ότι η απόφαση αποχώρησης έγινε πάντοτε σεβαστή από τους Ευρωπαίους ηγέτες, ακόμη κι αν αντιμετωπίστηκε με λύπη.
Για τον Μπαρνιέ, το βασικό ζήτημα παραμένει η αξία της ευρωπαϊκής συνεργασίας σε έναν ολοένα και πιο ασταθή κόσμο. Αντιμέτωπες με προκλήσεις όπως η ρωσική επιθετικότητα και ο οικονομικός ανταγωνισμός από την Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι ευρωπαϊκές χώρες είναι ισχυρότερες όταν δρουν από κοινού.
«Το Brexit είναι και θα παραμείνει ένα παιχνίδι όπου όλοι χάνουν», δήλωσε.
Το ερώτημα του Άντι Μπέρναμ
Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές του συνεδρίου προέκυψε όταν ο Μπαρνιέ ερωτήθηκε για ένα υποθετικό μέλλον στο οποίο ένας Βρετανός πρωθυπουργός θα επιδίωκε την επιστροφή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το όνομα που αναφέρθηκε επανειλημμένα ήταν εκείνο του Άντι Μπέρναμ, πρώην δημάρχου του Μεγάλου Μάντσεστερ και νυν βουλευτή των Εργατικών, ο οποίος θεωρείται από ορισμένα στελέχη του κόμματος ως πιθανός μελλοντικός ηγέτης και πρωθυπουργός.
Ο Μπαρνιέ ερωτήθηκε πόσο χρόνο θα απαιτούσε μια βρετανική επιστροφή στην ΕΕ, εφόσον μια μελλοντική κυβέρνηση υπό τον Μπέρναμ αποφάσιζε να επιδιώξει την επανένταξη.
Η απάντησή του ήταν αποκαλυπτική. Όπως είπε, η διαδικασία θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το πόσο θα αποκλίνει η Βρετανία από τα ευρωπαϊκά πρότυπα και τους κανονισμούς τα επόμενα χρόνια.
«Όσο μεγαλύτερη είναι η απόκλιση, τόσο πιο δύσκολη θα είναι η διαδικασία», δήλωσε ο Μπαρνιέ.
Παρότι ξεκαθάρισε ότι οποιαδήποτε απόφαση επανένταξης θα αποτελούσε αποκλειστικά υπόθεση του βρετανικού λαού, υποστήριξε ότι οι διαπραγματεύσεις προσχώρησης θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν σχετικά γρήγορα, εφόσον η κανονιστική ευθυγράμμιση παρέμενε στενή.
Ο Μπαρνιέ άφησε επίσης να εννοηθεί ότι μια μελλοντική βρετανική αίτηση θα μπορούσε να προχωρήσει χωρίς να απαιτείται η υιοθέτηση του ευρώ ή η ένταξη στη ζώνη Σένγκεν. Ωστόσο, επέμεινε ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει επιστροφή στις ειδικές εξαιρέσεις και τα προνομιακά καθεστώτα που απολάμβανε παλαιότερα το Ηνωμένο Βασίλειο.
«Οι κανόνες του παιχνιδιού θα είναι οι ίδιοι», είπε. «Δεν θα υπάρξει επιλογή μόνο των στοιχείων που βολεύουν.»
Η πιθανότητα μιας μελλοντικής συζήτησης για επανένταξη επανήλθε αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της ημέρας. Σε μεταγενέστερο πάνελ, ο ειδικός στις δημοσκοπήσεις Σερ Τζον Κέρτις υποστήριξε ότι η εκλογική βάση των Εργατικών έχει γίνει ολοένα και πιο φιλοευρωπαϊκή, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για το αν μελλοντικοί ηγέτες του κόμματος θα κινηθούν πέρα από την προσεκτική ευρωπαϊκή προσέγγιση του Σερ Κιρ Στάρμερ.
Προς το παρόν, οι Εργατικοί παραμένουν προσηλωμένοι στη βελτίωση των σχέσεων με τις Βρυξέλλες χωρίς να επαναφέρουν το ζήτημα της ένταξης. Ωστόσο, το γεγονός ότι το όνομα του Μπέρναμ εμφανίστηκε επανειλημμένα στις συζητήσεις για το μακροπρόθεσμο μέλλον της Βρετανίας υποδηλώνει ότι το θέμα ίσως να μη μείνει αδρανές για πάντα.
Η Ενιαία Aγορά παραμένει η κόκκινη γραμμή της Ευρώπης
Ο Μπαρνιέ επανήλθε πολλές φορές σε αυτό που εξακολουθεί να αποτελεί τη θεμελιώδη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης: η ακεραιότητα της Ενιαίας Αγοράς δεν είναι διαπραγματεύσιμη.
«Η Ενιαία Αγορά δεν είναι απλώς μια ζώνη ελεύθερου εμπορίου», υποστήριξε. «Είναι ένα οικοσύστημα με κοινούς κανόνες, κοινά πρότυπα, κοινές ρυθμίσεις και κοινή δικαιοδοσία.»
Οποιαδήποτε προσπάθεια αποδυνάμωσης αυτού του πλαισίου, είπε, θα μπορούσε να ενθαρρύνει ευρωσκεπτικιστικά κινήματα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Παρά την κριτική του προς το Brexit, ο Μπαρνιέ τόνισε επανειλημμένα ότι οι ευρωπαϊκές χώρες εκτιμούσαν τη συμβολή της Βρετανίας όσο ήταν μέλος της Ένωσης.
«Ήμασταν πολύ χαρούμενοι που είχαμε το Ηνωμένο Βασίλειο μαζί μας», δήλωσε. «Και θα ήμασταν πολύ χαρούμενοι να το έχουμε ξανά.»
Η υπεράσπιση της κυριαρχίας από τον Λόρδο Φροστ
Αν ο Μπαρνιέ εκπροσωπούσε την ευρωπαϊκή οπτική, ο Λόρδος Ντέιβιντ Φροστ, πρώην επικεφαλής διαπραγματευτής της Βρετανίας για το Brexit και ένας από τους αρχιτέκτονες της συμφωνίας αποχώρησης, παρουσίασε μια δυναμική υπεράσπιση του Brexit.
Ανοίγοντας το συνέδριο, ο Φροστ υποστήριξε ότι υπερβολικά πολλοί πολιτικοί ηγέτες εξακολουθούν να μην αποδέχονται το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ακόμη και δέκα χρόνια αργότερα.
Υποστήριξε ότι το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ του Brexit δεν ήταν ποτέ οικονομικό αλλά δημοκρατικό.
Σύμφωνα με τον Φροστ, η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση περιόριζε την ικανότητα των ψηφοφόρων να επηρεάζουν την πολιτική μέσω των εθνικών εκλογών, καθώς σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονταν ολοένα και περισσότερο σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
«Έχει τεράστια σημασία να μπορείς να αλλάζεις τα πράγματα μέσω των εθνικών εκλογών σου», δήλωσε.
Για τον Φροστ, το Brexit αποκατέστησε τη δημοκρατική λογοδοσία επιστρέφοντας τις εξουσίες λήψης αποφάσεων στο Γουέστμινστερ. Υποστήριξε ότι η κυριαρχία προσφέρει ευελιξία, επιτρέποντας στις κυβερνήσεις να προσαρμόζονται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και να διορθώνουν πιο εύκολα τα λάθη πολιτικής.
Αναγνωρίζοντας ότι το Brexit είχε κόστος και ότι οι διαδοχικές κυβερνήσεις δεν αξιοποίησαν πάντοτε αποτελεσματικά τις ευκαιρίες που δημιούργησε, επέμεινε ότι η Βρετανία βρίσκεται τελικά σε καλύτερη θέση εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
«Η ανεξαρτησία σημαίνει δυνατότητα επιλογών», υποστήριξε.
Αντί να επαναφέρει τη συζήτηση για το Brexit, ο Φροστ πρότεινε η Βρετανία να επικεντρωθεί στο να κυβερνά τον εαυτό της πιο αποτελεσματικά και να αξιοποιήσει καλύτερα τις ελευθερίες που απέκτησε μετά την αποχώρηση από την Ένωση.
Ένα πολιτικό σύστημα που έχει μεταμορφωθεί
Το συνέδριο εξέτασε επίσης τις βαθιές πολιτικές συνέπειες του Brexit.
Σε πάνελ όπου συμμετείχαν ο δημοσιογράφος Έβαν Ντέιβις, ο ειδικός στις δημοσκοπήσεις Σερ Τζον Κέρτις, η πολιτική συντάκτρια της Guardian Πίπα Κρέραρ, ο εκπρόσωπος των Φιλελεύθερων Δημοκρατών για θέματα εξωτερικών υποθέσεων Κάλουμ Μίλερ και η διευθύνουσα σύμβουλος του Resolution Foundation, Ρουθ Κέρτις, συζητήθηκε πώς το δημοψήφισμα επιτάχυνε μακροχρόνιες αλλαγές που ήδη συντελούνταν στη βρετανική πολιτική.
Ο Σερ Τζον Κέρτις υποστήριξε ότι το Brexit άλλαξε θεμελιωδώς την εκλογική συμπεριφορά, εισάγοντας μια νέα πολιτισμική και ταυτοτική διαίρεση που διαπερνά τις παραδοσιακές ταξικές διαχωριστικές γραμμές.
Ως αποτέλεσμα, το πολιτικό κέντρο έχει συρρικνωθεί, δημιουργώντας χώρο για κόμματα όπως το Reform UK και οι Πράσινοι να αμφισβητήσουν την κυριαρχία των Εργατικών και των Συντηρητικών.
«Τα παλιά δημογραφικά δεδομένα έχουν πάψει να ισχύουν», παρατήρησε ο Κέρτις.
Κατά την άποψή του, τόσο οι Εργατικοί όσο και οι Συντηρητικοί εξακολουθούν να δυσκολεύονται να διαμορφώσουν σταθερές εκλογικές συμμαχίες που να αντικαταστήσουν εκείνες που τους στήριζαν κατά το μεγαλύτερο μέρος της μεταπολεμικής περιόδου.
Τα οικονομικά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα
Οι οικονομικές συνέπειες του Brexit εξακολουθούν να προκαλούν έντονες διαφωνίες.
Ενώ οι επικριτές επισημαίνουν την ασθενέστερη εμπορική επίδοση, τη μειωμένη επενδυτική δραστηριότητα και τη χαμηλότερη ανάπτυξη, οι υποστηρικτές του Brexit υποστηρίζουν ότι πολλές από τις οικονομικές δυσκολίες της Βρετανίας οφείλονται σε ευρύτερες διεθνείς εξελίξεις, όπως η χρηματοπιστωτική κρίση, η πανδημία και η γεωπολιτική αστάθεια.
Η Ρουθ Κέρτις σημείωσε ότι το Brexit συνέπεσε με την επιτάχυνση της μετάβασης της βρετανικής οικονομίας προς τις υπηρεσίες, γεγονός που δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με το αν το δημοψήφισμα πέτυχε τον οικονομικό μετασχηματισμό που πολλοί υποστηρικτές της εξόδου προσδοκούσαν.
Κατά την άποψή της, κοινότητες που ήλπιζαν ότι το Brexit θα ανέτρεπε τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης ενδέχεται να αισθάνονται απογοητευμένες από τα αποτελέσματα μέχρι σήμερα.
Από την άλλη πλευρά, ο Λόρδος Φροστ αμφισβήτησε πολλές από τις κυρίαρχες οικονομικές αναλύσεις, υποστηρίζοντας ότι οι αναλυτές επικεντρώνονται αποκλειστικά στο κόστος της εξόδου από την Ενιαία Αγορά, παραβλέποντας τα πιθανά οφέλη της κανονιστικής ελευθερίας και της ανεξάρτητης χάραξης πολιτικής.
Δέκα χρόνια μετά την ψηφοφορία, πάντως, δεν υπήρχε καμία ένδειξη συναίνεσης.
Η σκιά που δεν λέει να εξαφανιστεί
Μιλώντας στο «ΒΗΜΑ», ο Σάιμον Άσεργουντ, καθηγητής Πολιτικής και Διεθνών Σπουδών στο Open University, δήλωσε ότι η Βρετανία εξακολουθεί να στερείται ενός ξεκάθαρου οράματος για τη μελλοντική της σχέση με την Ευρώπη.
«Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, δεν είναι σαφές ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει καλύτερη εικόνα για το τι είδους σχέση επιθυμεί να έχει με την Ευρωπαϊκή Ένωση», ανέφερε.
«Πολιτικοί από όλο το πολιτικό φάσμα εξακολουθούν να μην κατανοούν πλήρως τις βασικές αρχές λειτουργίας της Ένωσης, τι επιδιώκει και τι είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί.»
Ο Άσεργουντ περιέγραψε το Brexit ως έναν συνεχιζόμενο παράγοντα επιβάρυνσης της οικονομικής απόδοσης της χώρας και ως σύμβολο της βρετανικής απομάκρυνσης από τη διεθνή συνεργασία.
Παράλληλα, σημείωσε ότι το ζήτημα παραμένει πολιτικά τοξικό, αποθαρρύνοντας τους πολιτικούς από το να επενδύσουν τον απαραίτητο χρόνο και την απαιτούμενη προσπάθεια για τη διαμόρφωση μιας πιο σταθερής και συνεκτικής μακροπρόθεσμης στρατηγικής.
«Ως αποτέλεσμα», δήλωσε, «η σκιά του Brexit θα συνεχίσει να πλανάται πάνω από τη βρετανική πολιτική για πολλά ακόμη χρόνια.»
Ένα συμπέρασμα που αντήχησε σε όλο το Συνέδριο
Το συμπέρασμα αυτό φάνηκε να διαπερνά ολόκληρο το συνέδριο.
Μια δεκαετία μετά το δημοψήφισμα, η Βρετανία έχει αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όμως η συζήτηση γύρω από το νόημα, τις συνέπειες και τη μελλοντική κατεύθυνση του Brexit παραμένει ανοιχτή.
Οι θεσμοί έχουν αλλάξει, κυβερνήσεις έχουν έρθει και φύγει και το πολιτικό τοπίο έχει μεταμορφωθεί.
Κι όμως, το ερώτημα που κυριάρχησε στη βρετανική πολιτική το 2016 εξακολουθεί να παραμένει αναπάντητο το 2026:
Τι είδους σχέση θέλει τελικά να έχει το Ηνωμένο Βασίλειο με την Ευρώπη;
Δέκα χρόνια μετά, κανείς δεν φαίνεται απολύτως βέβαιος για την απάντηση.


