Στις 21 Ιουνίου 1527 πέθανε στη γενέτειρά του, τη Φλωρεντία, ο Νικολό Μακιαβέλι, πολιτικός στοχαστής, διπλωμάτης και συγγραφέας της Αναγέννησης.
Ο Μακιαβέλι συνέδεσε το όνομά του με τον «Ηγεμόνα», το μικρό σε έκταση έργο του, που έμελλε να επηρεάσει βαθιά τη νεότερη πολιτική σκέψη και τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεται και ασκείται η εξουσία. Σε αυτό εξέταζε πώς ένας κυβερνήτης αποκτά, διατηρεί και ενισχύει την κυριαρχία του, περιγράφοντας την πολιτική ως ένα πεδίο συμφερόντων, φόβου, συμμαχιών, προπαγάνδας και δύναμης.
Το όνομά του έγινε συνώνυμο της πολιτικής σκοπιμότητας και της αδίστακτης επιδίωξης του αποτελέσματος. Ο όρος «μακιαβελισμός» χρησιμοποιείται σήμερα για να περιγράψει μια ψυχρή, υπολογιστική και χειριστική συμπεριφορά.
Η πολιτική χωρίς εξιδανικεύσεις
Ο Μακιαβέλι επιχείρησε να απομακρύνει την πολιτική από τον κόσμο των ιδανικών διακηρύξεων και να την εξετάσει μέσα από τις πράξεις των ανθρώπων, τις συγκρούσεις, τους φόβους, τις φιλοδοξίες και τις μεταβολές της τύχης.
Αυτή την ιδιαιτερότητα της σκέψης του φώτιζε, σχεδόν πέντε αιώνες αργότερα, ο καθηγητής Φιλοσοφίας Γεράσιμος Βώκος. Σε επιφυλλίδα του με τίτλο «Η σιωπή του Μακιαβέλι», που δημοσιεύθηκε στο «ΒΗΜΑ» της 30ης Απριλίου 1994, παρατηρούσε ότι ο τρόπος γραφής του «Ηγεμόνα» αντανακλά την ίδια τη σκληρότητα της πολιτικής πραγματικότητας:
«Όπως είναι γνωστό, ο Ηγεμόνας ξεκινά απότομα και θέτει λιτά, στα μικρά και αιχμηρά κεφάλαια τα οποία αποτελούν το έργο, τα ερωτήματα που απασχολούν τον συγγραφέα του. Από τη σκοπιά αυτή ο ρυθμός του βιβλίου αναπαράγει στο χαρτί τον απότομο χαρακτήρα, τη βιαιότητα και την ωμότητα που έχουν οι πολιτικές πράξεις στην πραγματικότητα».
Ο Μακιαβέλι γεννήθηκε στις 3 Μαΐου 1469 στη Φλωρεντία, σε μια περίοδο κατά την οποία η ιταλική χερσόνησος ήταν κατακερματισμένη σε ανταγωνιστικές πόλεις-κράτη και αποτελούσε πεδίο συγκρούσεων, συμμαχιών και ξένων επεμβάσεων.
Το 1498 ανέλαβε καθήκοντα στη διοίκηση της Φλωρεντινής Δημοκρατίας. Για περίπου δεκατέσσερα χρόνια βρέθηκε κοντά στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, συμμετείχε σε διπλωματικές αποστολές και γνώρισε από κοντά ηγεμόνες, στρατιωτικούς και πολιτικούς παράγοντες της εποχής του.
Η εμπειρία αυτή καθόρισε τη σκέψη του. Η πολιτική, όπως την είχε βιώσει ο ίδιος, δε λειτουργούσε σύμφωνα με τους κανόνες μιας αφηρημένης ηθικής τάξης. Κρινόταν μέσα σε συνθήκες αβεβαιότητας, κινδύνου και διαρκούς μεταβολής.
Η «σιωπή» του Μακιαβέλι
Ο Γεράσιμος Βώκος σημείωνε ότι ο Μακιαβέλι απομακρύνθηκε συνειδητά από την παράδοση των πολιτικών πραγματειών, οι οποίες ξεκινούσαν από έναν ιδανικό ορισμό του κράτους ή από τις σχέσεις του ανθρώπου με τη φύση και τον Θεό:
«Με την τεχνική του ο Μακιαβέλι αποκρούει σιωπηλά την παράδοση, που έχει στρογγυλοκαθήσει στην περιοχή της πολιτικής θεωρίας, παράδοση σύμφωνα με την οποία ο πολιτικός λόγος για να έχει ισχύ και κύρος πρέπει να θεωρεί τα πολιτικά πράγματα αφ’ υψηλού.
»Οι πολιτικές πραγματείες της εποχής όντως φροντίζουν να τοποθετήσουν ευθύς εξαρχής τις σχέσεις του ηγεμόνα με τους υπηκόους του στο γενικό και φιλήσυχο τοπίο των σχέσεων του ανθρώπου με τους ομοίους του, τη Φύση ή τον Θεό. Εξασφαλίζεται έτσι το ευρύ και χαλαρό πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να εξελιχθεί η ορθή και πρέπουσα άσκηση της πολιτικής και, κατά συνέπεια, δίδεται στη θεωρία η ευχέρεια να ελέγξει τις πράξεις της πολιτικής εξουσίας.
»Ακόμη, οι παραδοσιακές πολιτικές πραγματείες ξεκινούσαν συνήθως με έναν ευρύ ορισμό του κράτους ή της κοινωνίας και καλούσαν τον ηγεμόνα να στρέψει το βλέμμα του σ’ αυτόν και να πράξει σύμφωνα με τις επιταγές του.
»Όλα αυτά ο Μακιαβέλι τα αγνοεί σκοπίμως. Αρνείται να εξετάσει την προέλευση και τη σκοπιμότητα του κράτους, όπως αρνείται να συγκρίνει τα διάφορα πολιτεύματα για να προκρίνει το καλύτερο ή να προτείνει ένα καινούργιο. Αδιαφορεί προκλητικά, τέλος, για τη νομιμότητα ή την παρανομία ορισμένων μορφών άσκησης της εξουσίας».
Ανηθικότητα ή ρεαλιστική αποτύπωση της πολιτικής;
Ακριβώς αυτή του η «σιωπή» απέναντι στα παραδοσιακά ερωτήματα της πολιτικής θεωρίας, θεωρήθηκε από πολλούς απόδειξη κυνισμού ή ακόμη και ανηθικότητας. Ο Γεράσιμος Βώκος, όμως, σημειώνει ότι η σιωπή αυτή αποτελούσε μέθοδο. Ο Μακιαβέλι απομάκρυνε σκοπίμως το ιδεατό σκηνικό, ώστε να φανεί καθαρότερα η πραγματική λειτουργία της εξουσίας:
«Η σιωπή του Μακιαβέλι ως προς τα προβλήματα που πραγματεύονται συνήθως οι πολιτικές θεωρίες είναι, κατά πάσα πιθανότητα, η αιτία στην οποία πρέπει να χρεωθεί η κακή φήμη που συνοδεύει το όνομά του. Ας είναι. Γιατί η ίδια αυτή σιωπή, καθώς βυθίζει στο σκοτάδι το ειδυλλιακό τοπίο της παραδοσιακής πολιτικής θεωρίας, σχεδιάζει με αδρές γραμμές την πραγματικότητα της πολιτικής.
Η θέαση της εξουσίας από χαμηλά
Ο Μακιαβέλι δεν ήταν ηγεμόνας. Δεν παρατηρούσε την πολιτική από τον θρόνο, αλλά από τη θέση του γραμματέα, του διπλωμάτη και, αργότερα, του ανθρώπου που είχε απομακρυνθεί από την εξουσία.
Στην αφιέρωση του «Ηγεμόνα» προς τον Λορέντζο των Μεδίκων, εξηγούσε ότι η χαμηλή κοινωνική και πολιτική θέση του δεν τον εμπόδιζε να κατανοήσει τους κυβερνήτες. Αντίθετα, μπορούσε να του προσφέρει την κατάλληλη απόσταση για να τους παρατηρήσει.
«Όπως αυτοί που σχεδιάζουν τοπία στέκονται χαμηλά στην πεδιάδα για να ατενίσουν την όψη των βουνών και των κορυφών, ενώ σκαρφαλώνουν εκεί ψηλά για να δουν τι γίνεται χαμηλά, με τον ίδιο τρόπο, για να γνωρίσεις καλά τη φύση του λαού αρμόζει να είσαι ηγεμόνας και για τη φύση των ηγεμόνων να ανήκεις στον λαό».
Η πτώση και η εξορία
Το 1512, με την επιστροφή των Μεδίκων στην εξουσία, η Φλωρεντινή Δημοκρατία κατέρρευσε και ο Μακιαβέλι έχασε τη θέση του. Την επόμενη χρονιά κατηγορήθηκε για συμμετοχή σε συνωμοσία, φυλακίστηκε και βασανίστηκε.
Όταν αφέθηκε ελεύθερος, αποσύρθηκε στο κτήμα του έξω από τη Φλωρεντία. Μακριά από την πολιτική ζωή, βρέθηκε αντιμέτωπος με την οικονομική δυσχέρεια, την πλήξη και την αγωνία ότι δε θα επέστρεφε ποτέ στα δημόσια πράγματα.
Τη ζωή του εκεί περιέγραψε σε επιστολή που έστειλε το 1513 στον φίλο του και διπλωμάτη Φραντσέσκο Βεττόρι. Το πρωί πήγαινε στο δάσος, συναναστρεφόταν τους ξυλοκόπους και διάβαζε Δάντη και Πετράρχη. Μετά το μεσημέρι κατέληγε στο πανδοχείο, όπου έπαιζε τάβλι και φιλονικούσε με τους ανθρώπους του χωριού.
Σχολιάζοντας με αυτοσαρκασμό την καθημερινότητά του, έγραφε:
«Σ’ αυτή τη βρωμιά είμαι αναγκασμένος να βυθιστώ για να εμποδίσω το μυαλό μου να μουχλιάσει εντελώς. Έτσι χαλαρώνω από την κακία της Τύχης εναντίον μου, σχεδόν ευχαριστημένος που με έριξε τόσο χαμηλά και περίεργος να δω αν τελικά θα κοκκινίσει».
Η γέννηση του «Ηγεμόνα»
Όταν έπεφτε το βράδυ, ο Μακιαβέλι επέστρεφε στο σπίτι, έβγαζε τα λερωμένα καθημερινά του ρούχα, φορούσε επίσημα ενδύματα και αποσυρόταν στο γραφείο του για να μελετήσει τα έργα των αρχαίων συγγραφέων. Ο ίδιος περιέγραφε μεταφορικά αυτή τη μελέτη ως συνομιλία με τους ανθρώπους της αρχαιότητας. Από τη μελέτη και την καταγραφή των συμπερασμάτων του προέκυψε ο «Ηγεμόνας»:
«Κι επειδή, όπως το λέγει ο Δάντης, δεν υπάρχει επιστήμη αν δεν συγκρατήσουμε αυτό που καταλάβαμε, σημείωσα από τις συζητήσεις που είχα μαζί τους ό,τι πίστευα πως είναι βασικό και συνέθεσα ένα μικρό βιβλίο, τον Ηγεμόνα, όπου εξετάζω, όσο το μπορώ καλύτερα, τα προβλήματα που θέτει ένα τέτοιο θέμα».
Ο Μακιαβέλι έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του προσπαθώντας να επιστρέψει στην ενεργό πολιτική. Ανέλαβε ορισμένες μικρότερες αποστολές και συνέχισε να γράφει, χωρίς όμως να ανακτήσει τη θέση και την επιρροή που είχε στη Φλωρεντινή Δημοκρατία.
Πέθανε στις 21 Ιουνίου 1527, λίγες εβδομάδες μετά τη νέα εκδίωξη των Μεδίκων και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη Φλωρεντία. Η ζωή του τελείωσε με πολιτική απογοήτευση. Το έργο του, όμως, μόλις άρχιζε τη μακρά ιστορική διαδρομή του.






