Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Υπάρχει καλοκαίρι χωρίς την επανέκδοση του Ψυχώ στους θερινούς κινηματογράφους; Η απάντηση είναι μάλλον αυτονόητη. Και επιβεβαιώνεται από την προβολή του εμβληματικού φιλμ του Άλφρεντ Χίτσκοκ και φέτος στις ελληνικές αίθουσες.

Στα ακόμα καλύτερα νέα η φιγούρα του Νόρμαν Μπέιτς φαντάζει το ίδιο ενδιαφέρουσα, μα κυρίως απειλητική και απόκοσμη σήμερα όσο και το καλοκαίρι του 1960.

Φέτος, 66 χρόνια έπειτα από εκείνη την πρεμιέρα που έκανε τη Νέα Υόρκη να αναρριγήσει – ήταν 16 Ιουνίου του 1960 όταν προβλήθηκε για πρώτη φορά- , το Ψυχώ δεν στέκεται απλώς ως ο πήχης του σασπένς.

Είναι κάτι περισσότερο: εγχειρίδιο ανατομίας της ανθρώπινης ψυχολογίας, ανεπανάληπτο μάθημα μάρκετινγκ αλλά και ωδή στο πείσμα και δύναμη ενός δημιουργού που τόλμησε να πολεμήσει τη βιομηχανία του θεάματος και τα στερεότυπά της από τα μέσα.

Χίτσκοκ: Ένας εξηντάρης με εφηβικό πείσμα

Στα τέλη της δεκαετίας του ’50, ο Άλφρεντ Χίτσκοκ βρισκόταν στο απόγειο της δόξας του.

Μόλις είχε παραδώσει στο κοινό το φιλμ «Στη Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων» («North by Northwest»), μια υπερπαραγωγή γυρισμένη σε εκτυφλωτικό Technicolor, με πρωταγωνιστή τον Κάρι Γκραντ. Ήταν αυτό που λέμε επιτομή της χολιγουντιανής αίγλης.

Ωστόσο, ο λεγόμενος Άρχοντας του Σασπένς παρακολουθούσε με περιέργεια και ενδιαφέρον την επιτυχία φθηνών, ασπρόμαυρων ταινιών τρόμου, τα λεγόμενα B-movies, από ανεξάρτητους παραγωγούς, όπως ο Γουίλιαμ Καστλ, να σαρώνουν στα ταμεία.

Ήταν η φαεινή στιγμή του: «Τι θα γινόταν αν ένας πραγματικά καλός σκηνοθέτης καταπιανόταν με ένα τέτοιο φθηνό υλικό;».

Όταν το μυθιστόρημα Ψυχώ του Ρόμπερτ Μπλοκ —εμπνευσμένο από τη φρικιαστική πραγματική ιστορία του δολοφόνου Εντ Γκέιν— έπεσε στα χέρια του, είδε μια ευκαιρία που δεν μπορούσε να αφήσει να του ξεγλιστρήσει. Όμως η αντίδραση της Paramount Pictures ήταν παγερή.

Τα στελέχη της θεώρησαν την υπόθεση «αποκρουστική» και αρνήθηκαν πεισματικά να χρηματοδοτήσουν το φιλμ. Ο Χίτσκοκ, όμως, δεν ήταν ένας συνηθισμένος υπάλληλος των στούντιο.

Αποφάσισε να χρηματοδοτήσει την ταινία με ίδια κεφάλαια, υποθηκεύοντας περιουσιακά του στοιχεία, ενώ πρότεινε στο στούντιο να αναλάβει μόνο τη διανομή, με αντάλλαγμα το 60% των δικαιωμάτων επί των εισπράξεων.

Μάλιστα, για να κρατήσει το κόστος της παραγωγής κάτω από το ένα εκατομμύριο δολάρια, χρησιμοποίησε το έμπειρο, ταχύτατο συνεργείο της τηλεοπτικής του σειράς «Alfred Hitchcock Presents».

Επιπλέον, ο Χίτσκοκ επέλεξε να γυρίσει την ταινία σε ασπρόμαυρο φιλμ. Ήταν ένας ακόμα τρόπος να μειώσει το κόστος. Κυρίως όμως ήταν μια πολύ συνειδητή καλλιτεχνική απόφαση.

Σε έγχρωμο φιλμ, το αίμα της ταινίας θα προκαλούσε τη σίγουρη απαγόρευσή της. Επιπλέον, το ασπρόμαυρο προσέδιδε μια αίσθηση ντοκιμαντέρ, έναν ωμό ρεαλισμό που έκανε τελικά τον τρόμο πιο διεισδυτικό.

Ψυχώ: Το μάρκετινγκ του τρόμου

Εάν η παραγωγή του Ψυχώ ήταν σχεδόν μια πράξη ανταρσίας απέναντι στα χολιγουντιανά στούντιο, η προώθησή του έγινε ένα μάθημα ψυχολογικής χειραγώγησης – ναι, μάρκετινγκ.

Ο Χίτσκοκ γνώριζε ότι η δύναμη της ταινίας κρυβόταν στο στοιχείο της έκπληξης. Μπορεί η έννοια του spoiler να μην υπήρχε τότε, αλλά ο σκηνοθέτης φρόντισε να αποσοβήσει οποιαδήποτε πιθανότητα να χαλάσει η έκπληξη που είχε ετοιμάσει για τους θεατές.

Αρχικά, επιστράτευσε τους συνεργάτες του να σαρώσουν τα βιβλιοπωλεία των ΗΠΑ και να αγοράσουν όσα περισσότερα αντίτυπα του μυθιστορήματος του Ρόμπερτ Μπλοκ μπορούσαν, ώστε το κοινό να μην προλάβει να μάθει το μυστικό της «Μητέρας».

Όμως το πραγματικά μεγάλο στοίχημα κρίθηκε στην εξώθυρα των κινηματογράφων. Ο 60χρονος τότε Χίτσκοκ επέβαλε έναν καινοφανή για την εποχή δρακόντειο κανόνα. Κανείς θεατής δεν είχε δικαίωμα να μπει στη σκοτεινή αίθουσα μετά την έναρξη της ταινίας.

Στην Αμερική του 1960, το κοινό είχε συνηθίσει να μπαινοβγαίνει στους κινηματογράφους όποτε ήθελε. Γι’ αυτό και οι ιδιοκτήτες των αιθουσών διαμαρτυρήθηκαν έντονα.

Ο Χίτσκοκ απάντησε τοποθετώντας ηχογραφημένα μηνύματα και χάρτινα ομοιώματα του ίδιου στα φουαγιέ. Η εξήγησή του ήταν απλή: Ο θεατής που θα έμπαινε καθυστερημένος, θα περίμενε να δει την Τζάνετ Λι. Όμως η ηρωίδα δολοφονείται στο πρώτο τρίτο του φιλμ.

Συνεπώς, εάν ο θεατής έχανε την αρχή, θα καταστρεφόταν όλη η ψευδαίσθηση. Αυτή η τακτική μετέτρεψε την παρακολούθηση της ταινίας σε μιας μορφής τελετουργία.

Πρώτες βοήθειες στο φουαγιέ

Οι αντιδράσεις του κοινού εκείνο το καλοκαίρι υπήρξαν πρωτοφανείς.

Υπάρχουν εκτενείς αναφορές και καταγεγραμμένα περιστατικά στον Τύπο της εποχής για θεατές που λιποθύμησαν, για άλλους που αποχώρησαν άρον-άρον από την αίθουσα σε κατάσταση υστερίας, ή για κάποιους που έκαναν ακόμα και εμετό παρακολουθώντας το αποτρόπαιο θέαμα.

Το κοινό της εποχής ήταν εντελώς απροετοίμαστο για την οπτική και ακουστική επίθεση της ταινίας. Παρατηρώντας τις πρώτες ακραίες αντιδράσεις, ο Χίτσκοκ εργαλειοποίησε τον πανικό και τερμάτισε τα σκηνοθετικά τεχνάσματα.

Σε κεντρικούς κινηματογράφους, προσλήφθηκαν ηθοποιοί ντυμένοι ως νοσοκόμες, οι οποίες στέκονταν στα φουαγιέ δήθεν για να προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες σε όσους δεν άντεχαν. Σε ορισμένες περιπτώσεις ασθενοφόρα στάθμευαν έξω από τους κινηματογράφους για καθαρά εντυπωσιοθηρικούς λόγους ενώ υπήρξαν και διαρροές προς τον τύπο που μεγέθυναν την υστερία.

Η ψυχολογική επίδραση της ταινίας ήταν τόσο ισχυρή που γέννησε ένα νέο κύμα φοβίας. Άνθρωποι αρνούνταν να κάνουν ντους για εβδομάδες μετά την παρακολούθηση του φιλμ, επιλέγοντας αποκλειστικά το μπάνιο στην μπανιέρα, υπό τον φόβο ότι κάποιος θα τραβούσε την κουρτίνα.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της ίδιας της πρωταγωνίστριας, Τζάνετ Λι. Είχε παραδεχτεί ότι μετά το Ψυχώ το ντους δεν ήταν ποτέ ξανά μια απολύτως αθώα καθημερινή συνήθεια για εκείνη.

Τα 45 δευτερόλεπτα που άλλαξαν τον τρόμο

Ποτέ άλλοτε στην ιστορία της Έβδομης Τέχνης μια τόσο σύντομη σκηνή δεν έχει αναλυθεί όσο η σκηνή του ντους στο «Ψυχώ». Ο φόνος της ηρωίδας Μάριον Κρέιν γκρέμισε έναν απαράβατο έως τότε κανόνα: Δε σκοτώνεις την κεντρική σου σταρ, εκείνη που το όνομά της φιγουράρει πρώτο στη μαρκίζα, στα μισά της ταινίας.

Από τεχνικής άποψης, η θρυλική σκηνή του ντους είναι ένα θαύμα. Γυρίστηκε σε διάστημα επτά ημερών και αποτελείται από 78 διαφορετικές λήψεις και 52 κοψίματα στο μοντάζ.

Όλη η φρίκη ήταν μια οφθαλμαπάτη. Ο ανατριχιαστικός ήχος του μαχαιριού δημιουργήθηκε βυθίζοντας ένα μαχαίρι σε ένα πεπόνι ενώ το σκούρο αίμα που στροβιλίζεται στο σιφόνι ήταν σιρόπι σοκολάτας (μάρκας Bosco), το οποίο «έγραφε» καλύτερα στο ασπρόμαυρο φιλμ.

Τίποτα βεβαίως δε θα ήταν το ίδιο χωρίς τη μουσική. Ο Χίτσκοκ αρχικά ήθελε τη σκηνή βουβή. Ο συνθέτης Μπέρναρντ Χέρμαν τον αγνόησε και συνέθεσε το διάσημο The Murder, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά έγχορδα τα οποία έπαιζαν κοφτά, μιμούμενα τα ουρλιαχτά ενός πουλιού.

Όταν ο Χίτσκοκ το άκουσε, διπλασίασε τον μισθό του Χέρμαν, δηλώνοντας ότι το 33% της επιτυχίας της ταινίας οφείλεται ακριβώς στη μουσική.

Το χρίσμα του Χίτσκοκ στον Άντονι Πέρκινς

Στο αρχικό μυθιστόρημα, ο Νόρμαν Μπέιτς περιγραφόταν ως ένας μεσήλικας, υπέρβαρος άνδρας. Ο Χίτσκοκ, παρακάμπτοντας ξανά το αναμενόμενο, επέλεξε τον Πέρκινς – έναν ανερχόμενο ζεν πρεμιέ, με βλέμμα μελαγχολικό, εφηβική αμηχανία και το στυλ του αγοριού της διπλανής πόρτας.

Ο Πέρκινς προσέδωσε στον ρόλο λεπτομέρειες που τον έκαναν αθάνατο: το ελαφρύ τραύλισμα, ο τρόπος που μασούσε καραμέλες, το μειδίαμα στο φινάλε.

Όμως, το Ψυχώ αποδείχθηκε ένα χρυσό κλουβί για τον ηθοποιό. Το Χόλιγουντ αδυνατούσε μετά από την ερμηνεία του να τον δει ως οτιδήποτε άλλο. Η φυγή του στην Ευρώπη τα επόμενα χρόνια, όπου συνεργάστηκε με σκηνοθέτες όπως ο Όρσον Γουέλς, ήταν μια προσπάθεια να αποδράσει από εκείνο που είχαν μάθει οι άλλοι να βλέπουν σε αυτόν.

Υπήρχε και μια τραγική ειρωνεία. Ο Άντονι Πέρκινς ήταν ένας άνθρωπος φημισμένος για την ευγένεια και την καλλιέργειά του, όμως ταυτίστηκε απόλυτα με τον κινηματογραφικό εφιάλτη.

Χρειάστηκαν δεκαετίες για να συμφιλιωθεί με τον ρόλο, επιστρέφοντας στα sequels του Ψυχώ τη δεκαετία του ’80, χαρακτηρίζοντας πλέον τον Νόρμαν Μπέιτς ως τον «Άμλετ του τρόμου».

Ψυχώ: Ο πιο κλασικός (και αγαπημένος) θερινός εφιάλτης

Πέρα από το σημάδι στην καριέρα του Πέρκινς, το αποτύπωμα στον τρόπο προώθησης μιας ταινίας και βέβαια τα τεχνικά επιτεύγματα, το Ψυχώ στην πραγματικότητα επανεφηύρε τον τρόμο. Ο κίνδυνος δεν κρυβόταν πλέον σε σκοτεινά κάστρα με βρικόλακες, αλλά στην άκρη ενός αυτοκινητόδρομου, πίσω από την κουρτίνα ενός ντους.

Και μπορούσε να προσωποποιείται στο πρόσωπο ενός φαινομενικά αδιάφορου ιδιοκτήτη που μας δίνει το κλειδί του δωματίου μας.

Γι’ αυτό ίσως και το Ψυχώ θα παραμένει εσαεί η απόλυτη καλοκαιρινή κινηματογραφική ιεροτελεστία, υπενθυμίζοντάς μας πως ο πραγματικός τρόμος δε χρειάζεται τέρατα – του αρκεί ένα ευφυές μυαλό και ένα ανατριχιαστικό, τέλεια σκηνοθετημένο μειδίαμα.

Όπως, άλλωστε, είχε παραδεχτεί και ο ίδιος ο Χίτσκοκ στη θρυλική συνέντευξή του στον Φρανσουά Τρυφώ:

«Στο Ψυχώ δε με ενδιέφερε το θέμα, δε με ενδιέφεραν οι χαρακτήρες. Αυτό που με ένοιαζε ήταν ότι η συνένωση των κομματιών του φιλμ, η φωτογραφία, το soundtrack και όλα τα αμιγώς τεχνικά στοιχεία, έκαναν το κοινό να ουρλιάξει. […]

Ήταν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον παιχνίδι με τους θεατές. Σκηνοθετούσα τους θεατές. Θα μπορούσες να πεις ότι τους έπαιζα, όπως παίζεις ένα εκκλησιαστικό όργανο».