Ο Νίκος Ανδρουλάκης από την ετήσια συνέλευση του ΣΕΒ παρουσίασε το όραμα του ΠαΣοΚ για την επόμενη την επόμενη δεκαετία και εγγυήθηκε προσωπικά, πως η αυριανή κυβέρνηση του ΠαΣοΚ θα ανοίξει νέους δρόμους για την παραγωγή, την καινοτομία την κοινωνική δικαιοσύνη και τους ισχυρούς θεσμούς.
Μέσα από την ομιλία του που κράτησε 37 λεπτά ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ανέλυσε τους άξονες του σχεδίου του ΠαΣοΚ για μια πιο παραγωγική, πιο δίκαιη και πιο ανθεκτική Ελλάδα. Ενώ τόνισε χαρακτηριστικά πως η σημερινή κυβέρνηση ότι είχε να δώσει το έδωσε και πως δεν αξίζει στον ελληνικό λαό «μία κυβέρνηση που συνεχώς βρίσκει άλλοθι για τις επιτυχίες της συγκρινόμενη με την Ελλάδα τον μνημονίων».
Ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ επεσήμανε πως οι πρόσφατες εκθέσεις του Ενρίκο Λέτα και του Μάριο Ντράγκι σηματοδοτούν μια βαθιά αλλαγή παραδείγματος και υπογράμμισε πως «η βιομηχανία επανέρχεται στο επίκεντρο ως η βασική ατμομηχανή της οικονομικής ανάπτυξης και ως καθοριστικός παράγοντας για την ενίσχυση της ευημερίας, της ανθεκτικότητας και της ασφάλειας των σύγχρονων κοινωνιών».
Σημείωσε επίσης πως στρατηγικός στόχος πρέπει να είναι η χρηματοδοτική στήριξη νέων επενδύσεων στις υπό ένταξη χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, δηλώνοντας πως «μια τέτοια πολιτική θα δημιουργήσει σημαντικές νέες ευκαιρίες για τις ελληνικές επιχειρήσεις σε μια περιοχή με την οποία η χώρα μας διατηρεί ισχυρούς οικονομικούς και γεωπολιτικούς δεσμούς». Ενώ συνέχισε εστιάζοντας στο γεγονός πως «η χώρα μας οφείλει να αναδεικνύει συστηματικά, σε κάθε διαπραγμάτευση με την ΕΕ — από την άμυνα έως την αντιμετώπιση αθέμιτων φορολογικών πρακτικών — τις ιδιαιτερότητες που απορρέουν από την έντονη ορεινότητα και νησιωτικότητά της. Η γεωγραφική φυσιογνωμία της Ελλάδας, σε συνδυασμό με τη γειτνίασή της με τρίτες χώρες, συνιστά διαρκή παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών αποφάσεων».
Ο κ. Ανδρουλάκης στην αναλυτική του τοποθέτηση εξήγησε πως το ερώτημα που θα πρέπει να απασχολεί τη χώρα είναι το «πώς θα ενισχύσουμε την ευρωπαϊκή βιομηχανία», χωρίς όμως η μετάβαση αυτή να μετατραπεί σε παράγοντα διεύρυνσης των ανισοτήτων μεταξύ των κρατών-μελών. Ενώ στάθηκε και στη χαμένη ευκαιρία που είχε η χώρα από το Ταμείο Ανάκαμψης. «Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, σπατάλησε την ευκαιρία αυτή. Παρά τη σταδιακή πρόοδο σε επιμέρους τομείς, η δομή της οικονομίας δεν άλλαξε και αυτό θα το πληρώσουμε, γιατί δεν έχει καταστεί μακροπρόθεσμα βιώσιμη, ανθεκτική και συμπεριληπτική. Σε σειρά βασικών δεικτών η χώρα μας συνεχίζει να κατατάσσεται πολύ χαμηλά, ανάμεσα στους «27» της Ένωσης».
Τα αμείλικτα ερωτήματα για το Ταμείο Ανάκαμψης
Παρέθεσε επίσης μία σειρά ερωτημάτων που τα χαρακτήρισε «αμείλικτα»:
«Τι θα αφήσουν πίσω τους τα 36 δισεκατομμύρια ευρώ του Ταμείου;
Ποιες είναι οι μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις που έγιναν; Με ποια κριτήρια επιλέχθηκαν;
Πόσο συνέβαλαν πραγματικά στην αύξηση της παραγωγικότητας;
Γιατί κρίσιμες υποδομές έμειναν σε δεύτερο πλάνο;
Διαθέτουμε σήμερα καλύτερους σιδηροδρόμους;
Αποκτήσαμε περισσότερες κοινωνικές κατοικίες; Περισσότερα δίκτυα και αποθήκευση ενέργειας;» με την απάντηση αν τονίζει πως είναι αρνητική.
Μίλησε επίσης για το Ταμείο Απανθρακοποίησης Νήσων, μία δική του πρωτοβουλία ως ευρωβουλευτής. «Πετύχαμε να ενταχθεί στην ευρωπαϊκή νομοθεσία ήδη από το 2017 και εξασφάλισε για τη χώρα μας πόρους άνω του 1,6 δισεκατομμυρίου ευρώ για έργα ενεργειακής μετάβασης, διασυνδέσεις, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και αποθήκευση στα ελληνικά νησιά. Πρόκειται για ένα κρίσιμο αναπτυξιακό εργαλείο για μια χώρα με τόσο έντονη νησιωτικότητα όσο η Ελλάδα» δήλωσε χαρακτηριστικά.
Συνέχισε τονίζοντας πως «ενώ η σχετική ευρωπαϊκή πρόβλεψη υπήρχε εδώ και χρόνια, χρειάστηκε να φτάσουμε στο τέλος του 2024 για να ενεργοποιηθεί ουσιαστικά το Ταμείο. Άλλο ένα παράδειγμα του πώς η χώρα χάνει πολύτιμο χρόνο στην αξιοποίηση διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων. Η χώρα εξακολουθεί να υστερεί σε κρίσιμους δείκτες που καθορίζουν τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητά. Παραμένουμε κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στις επενδύσεις για έρευνα και καινοτομία, ενώ υστερούμε σημαντικά σε ψηφιακές δεξιότητες, στις επιδόσεις των μαθητών στο πρόγραμμα PISA και στην παραγωγικότητα της εργασίας».
Αντιμετώπιση των ανισοτήτων, αγοραστική δύναμη και τετραήμερη εργασία
Στη συνέχεια της ομιλίας του επικαλέστηκε την πρόσφατη έκθεση του ΙΟΒΕ, στην οποία όπως ανέφερε «οι ανισότητες στη χώρα είναι πολλαπλές. Αφορούν την πρόσβαση στην ποιοτική εκπαίδευση, στην υγεία, στη στέγαση, στις ευκαιρίες απασχόλησης και στην κοινωνική κινητικότητα. Σε όλα αυτά προστίθεται η επίμονη ακρίβεια, που πλήττει κυρίως τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ελληνικός λαός βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς την αγοραστική δύναμη, ως ποσοστό του ΑΕΠ. Γι’ αυτό τον λόγο, πιστεύω βαθιά ότι η συζήτηση για μια Παραγωγική Ελλάδα δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στη μεγέθυνση του ΑΕΠ. Η ανταγωνιστικότητα στον 21ο αιώνα σε όλες τις δυτικές κοινωνίες δεν καθορίζεται από τους χαμηλούς μισθούς, ούτε από την αύξηση των ωρών εργασίας ή τη συμπίεση του κοινωνικού κράτους. Καθορίζεται από άλλους παράγοντες, γι’ αυτό στόχος μας είναι: Μια Ελλάδα με καλύτερους μισθούς και περισσότερες ευκαιρίες για τους νέους.
Μια Ελλάδα όπου οι εργαζόμενοι δεν θα δουλεύουν περισσότερο, αλλά πιο παραγωγικά. Γιατί χρειαζόμαστε ποιοτικότερο χρόνο εργασίας που να συνδυάζει αρμονικά την προσωπική με την επαγγελματική ζωή. Γι’ αυτό θέσαμε στον δημόσιο διάλογο την πιλοτική εφαρμογή της 4ήμερης εργασίας, που αφορά τις θέσεις εντάσεως διανοίας και τις νεότερες γενιές».
Οι έξι προτεραιότητες για τη βιομηχανία
Ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ αναφέρθηκε και στην παρουσίασε του προγράμματος του κόμματος που πραγματοποίησε στη ΔΕΘ που έθεσε συγκεκριμένους στόχους.
«Είμαστε το μόνο κόμμα που έθεσε ως στόχο την ανάκαμψη της παραγωγικότητας της εργασίας: από το 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και τις τελευταίες θέσεις όπου βρίσκεται σήμερα, στο 75% έως τις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Θέλω να ξεκαθαρίσω εδώ ότι η χαμηλή παραγωγικότητα δεν μετρά την εργατικότητα και την αποδοτικότητα των εργαζομένων -που είναι υψηλές-, αλλά αντανακλά κυρίως τη δομή της οικονομίας. Γι’ αυτό θέτουμε στο επίκεντρο του σχεδίου μας ένα σύγχρονο παραγωγικό υπόδειγμα που βασίζεται στη γνώση, την τεχνητή νοημοσύνη, την αγροδιατροφική μεταποίηση, τη βιομηχανία και τη δυναμική της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας».
Σημείωσε επίσης πως ο δεύτερος και αλληλένδετος στόχος είναι η αξιοπρεπής εργασία για όλους και η δικαιότερη κατανομή πλούτου και στάθηκε σε έξι βασικές προτεραιότητες που σχετίζονται άμεσα με τις ανάγκες της Βιομηχανίας και είναι:
- Το ενεργειακό κόστος
- O εκσυγχρονισμός λειτουργίας των βιομηχανικών μονάδων
- Η αγροδιατροφική μεταποίηση
- Το φορολογικό σύστημα.
- Η αντιμετώπιση της ακρίβειας
- Το νόημα στη λέξη Μεταρρύθμιση του Κράτους, των Θεσμών και της Δικαιοσύνης
Ο κ. Ανδρουλάκης ανέλυσε όλους του παραπάνω άξονες προτεραιοτήτων και τόνισε πως «για να πετύχουμε όλα όσα περιέγραψα, χρειαζόμαστε ένα κράτος που υπηρετεί πραγματικά το δημόσιο συμφέρον. Το «επιτελικό κράτος» της Νέας Δημοκρατίας αποδείχθηκε το μεγαλύτερο φιάσκο στη Μεταπολίτευση. Ένα κράτος-φέουδο όπου τα «κονέ» με το πρωθυπουργικό γραφείο υπερισχύουν της αξιοκρατίας, της διαφάνειας και της λογοδοσίας. Απέναντι στο κράτος-φέουδο της σημερινής κυβέρνησης, εμείς προτείνουμε κάτι απλό αλλά και βαθιά ανατρεπτικό για τα ελληνικά δεδομένα: ένα κράτος που ο εκάστοτε πρωθυπουργός νιώθει και είναι ένοικος του Μεγάρου Μαξίμου και όχι ιδιοκτήτης. Δηλαδή ένα κανονικό ευρωπαϊκό κράτος».





