Ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών δεν πρόκειται να πάψει να κρατά ψηλά το θέμα των υποκλοπών «μέχρι τέλους», ότι το σκάνδαλο, αλλά και οι χειρισμοί της υπόθεσης, ανέδειξαν την ανάγκη ενοποίησης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, καθώς μια ενιαία Αρχή θα μπορούσε να συσχετίσει τη χρήση κακόβουλου λογισμικού με τις επισυνδέσεις της ΕΥΠ, αλλά και ότι τέσσερα χρόνια μετά το ξέσπασμα της υπόθεσης εξακολουθούν να υπάρχουν θεσμικά κενά που δεν εγγυώνται την αποτροπή επανάληψης αντίστοιχων διολισθήσεων στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών, ήταν μερικές από τις βασικές διαπιστώσεις που διατυπώθηκαν στην εκδήλωση για τις υποκλοπές, με έντονο επιστημονικό χαρακτήρα, που πραγματοποιήθηκε χθες στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών.
Οι παρεμβάσεις αυτές, μάλιστα, έγιναν στον απόηχο της αποκάλυψης της κυριακάτικης έκδοσης του «Βήματος», σύμφωνα με την οποία η πλευρά του Ταλ Ντίλιαν, του Ισραηλινού επιχειρηματία, ιδιοκτήτη της Intellexa και καταδικασθέντος πρωτοδίκως για την υπόθεση του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator, επικαλείται την ύπαρξη συμφωνητικού συνεργασίας του 2020 με την ΕΥΠ για τη χρήση του λογισμικού. Ερωτηθείς σχετικά με το δημοσίευμα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, απάντησε: «Δεν σχολιάζω ρεπορτάζ και πληροφορίες».
Υπενθυμίζεται ότι το επίμαχο έγγραφο φέρεται να περιλαμβάνει δεσμευτικές αναφορές περί νόμιμης λειτουργίας του λογισμικού και να φέρει τις υπογραφές των δύο πλευρών. Όπως έγινε γνωστό, το συμφωνητικό δεν απέκτησε άλλο θεσμικό χαρακτήρα, καθώς στην Ελλάδα δεν υπήρχε, ούτε υπάρχει μέχρι σήμερα, ειδικό νομικό υπόβαθρο για την επίσημη απόκτηση και χρήση τέτοιου είδους λογισμικών, τα οποία επιτρέπουν την υφαρπαγή δεδομένων από κινητά τηλέφωνα. Η πλευρά Ντίλιαν φέρεται, επίσης, να επικαλείται δεκάδες ηλεκτρονικά μηνύματα ανάμεσα στην Intellexa και Έλληνες κρατικούς υπαλλήλους, κυρίως στελέχη της ΕΥΠ, για τεχνικά και διαχειριστικά ζητήματα που αφορούσαν τη λειτουργία του Predator, καθώς και για καθημερινές διορθώσεις του συστήματος. Από την επίμαχη αλληλογραφία φέρεται, μάλιστα, να προκύπτουν και τα πρόσωπα που σχετίζονταν με το σύστημα παρακολουθήσεων.
Στην εκδήλωση συμμετείχαν πρόσωπα που, το καθένα από τη δική του θέση, επιστημονικά ή επί του πεδίου, έχουν αναδείξει την υπόθεση των υποκλοπών: ο Κωνσταντίνος Μενουδάκος, Πρόεδρος ΣτΕ ε.τ. και τέως Πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η Αικατερίνη Παπανικολάου, Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου και τέως μέλος της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών, ο Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, και ο Ξενοφών Κοντιάδης, Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου.
Ανδρέας Κουτσόλαμπρος: Ο ΔΣΑ και η Ολομέλεια έχουν εξαρχής ενδιαφερθεί για τις υποκλοπές
Ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, αναφέρθηκε στη στάση του ΔΣΑ και της Ολομέλειας απέναντι στην υπόθεση των υποκλοπών, τονίζοντας ότι «έχουν εξαρχής ενδιαφερθεί» για το ζήτημα.
Όπως επισήμανε, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι άσκησαν αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ωστόσο «το δικαστήριο για πρώτη φορά απέρριψε τις αιτήσεις ακύρωσης», κρίνοντας ότι δεν διαθέτουν έννομο συμφέρον. Ο ίδιος επέκρινε την κρίση αυτή, σημειώνοντας ότι το ΣτΕ θεώρησε πως επρόκειτο για υποθέσεις που στρέφονταν κατά ατομικών διοικητικών πράξεων. «Λες και η επιλογή των προέδρων και των μελών των ανεξάρτητων αρχών αποτελεί ατομικές διοικητικές πράξεις που αφορούν μόνο αυτούς που διορίζονται, και όχι τον πολίτη, την Πολιτεία και τους Δικηγορικούς Συλλόγους», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Κουτσόλαμπρος στάθηκε και στη μειοψηφία της απόφασης, την οποία χαρακτήρισε σύμφωνη με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου. «Ευτυχώς, σε αυτή την απόφαση υπάρχει μειοψηφία», είπε, προσθέτοντας ότι για το ζήτημα αυτό «έχουμε ήδη προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για τις υποκλοπές, υποστηρίζοντας ότι «έδειξε πώς πρέπει να λειτουργεί η Δικαιοσύνη», δηλαδή ανεξάρτητα. Σύμφωνα με τον ίδιο, το δικαστήριο «πραγματοποίησε ενδελεχή έρευνα με πλήρη αποκάλυψη των πραγματικών γεγονότων» και έδωσε «ρητή εντολή στην εισαγγελική αρχή να διερευνήσει περαιτέρω την όλη υπόθεση».
Κλείνοντας, αντιπαρέβαλε την παραπάνω στάση με την αρχειοθέτηση της έρευνας που ακολούθησε. «Και μετά είδαμε αυτό που συνέβη με την αρχειοθέτηση της έρευνας», σημείωσε, υποστηρίζοντας ότι «ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου όφειλε να απόσχει από τη διερεύνηση της συγκεκριμένης υπόθεσης».
Κωνσταντίνος Μενουδάκος: Η υπόθεση Predator αναδεικνύει την ανάγκη ενοποίησης της ΑΔΑΕ και της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα
Στη στενή σχέση ανάμεσα στο απόρρητο των επικοινωνιών και την προστασία των προσωπικών δεδομένων στάθηκε ο Κωνσταντίνος Μενουδάκος, Πρόεδρος ΣτΕ ε.τ. και τέως Πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, επισημαίνοντας ότι τα δύο δικαιώματα «διασταυρώνονται και πολλές φορές συμπίπτουν».
Όπως ανέφερε, η εξέλιξη της τεχνολογίας, ανοίγοντας νέους κινδύνους, «αναδιαμόρφωσε την έννοια της επικοινωνίας» και δημιούργησε την ανάγκη θέσπισης ειδικών κανόνων για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, ως ιδιαίτερης έκφανσης της ιδιωτικότητας. Τόνισε, πάντως, ότι το όριο μεταξύ των δύο δικαιωμάτων παραμένει «δυσδιάκριτο», καθώς πληροφορίες που καλύπτονται από το απόρρητο των επικοινωνιών αποτελούν, κατά κανόνα, και προσωπικά δεδομένα.
Ο κ. Μενουδάκος υπογράμμισε ότι η ελληνική νομοθεσία καλύπτει όλων των ειδών τις επικοινωνίες, όχι όμως και την παραβίαση της ιδιωτικότητας και των προσωπικών δεδομένων μέσω συστημάτων κακόβουλου λογισμικού. Πρόκειται, όπως είπε, για «παραβίαση άλλου επιπέδου και διαφορετικής μορφής», η οποία δεν πραγματοποιείται μέσω των παρόχων, αλλά με την τοποθέτηση ιού, μέσω του οποίου κάποιος αποκτά πρόσβαση «σε όλα τα δεδομένα του κινητού και του υπολογιστή».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον ενεργητικό χαρακτήρα τέτοιων επιμολύνσεων, σημειώνοντας ότι δεν περιορίζονται στην παρακολούθηση, αλλά μπορούν να επεμβαίνουν στα δεδομένα του παρακολουθούμενου προσώπου, με δυνατότητα «διαγραφής ή προσθήκης αρχείων». «Αυτό συνέβη με το Predator, όπως είμαι πεπεισμένος», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος σημείωσε ότι σε ορισμένες χώρες επιτρέπεται η χρήση τέτοιων λογισμικών από υπηρεσίες ασφαλείας, αλλά μόνο στο πλαίσιο ειδικής νομοθεσίας που θεσπίζει αυστηρές εγγυήσεις, ακριβώς λόγω της επικινδυνότητας αυτής της μορφής παρακολούθησης. Αντιθέτως, όπως τόνισε, «στην Ελλάδα δεν επιτρέπεται η χρήση αυτού του είδους κακόβουλων λογισμικών».
Αναφερόμενος στην έρευνα της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για την υπόθεση, ο κ. Μενουδάκος είπε ότι προέκυψε η εμπλοκή της εταιρείας Intellexa, η οποία ελέγχθηκε «μέχρι του σημείου που ήταν δυνατόν να κάνει η Αρχή», χωρίς ωστόσο να καταστεί δυνατή η περαιτέρω διερεύνηση παραβάσεων της εταιρείας. Για τη μη συνεργασία της με την Αρχή, επιβλήθηκε πρόστιμο 50.000 ευρώ.
Η έρευνα, όπως εξήγησε, προχώρησε και κατέληξε σε πόρισμα, στο οποίο αναφέρονται οι τηλεφωνικοί αριθμοί και οι κάτοχοί τους που υπήρξαν στόχοι του κακόβουλου λογισμικού. Το πόρισμα αυτό διαβιβάστηκε στις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές. Παράλληλα, η Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών εξέτασε τη νομιμότητα επισυνδέσεων της ΕΥΠ για ορισμένα πρόσωπα, «από τα οποία ικανός αριθμός συμπίπτει» με εκείνα που είχαν αποτελέσει στόχο του Predator.
Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Μενουδάκος συνέδεσε την εξέλιξη της υπόθεσης Predator με το ζήτημα της ενδεχόμενης ενοποίησης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων και της ΑΔΑΕ. Όπως ανέφερε, η υπόθεση «δημιουργεί ένα επιχείρημα υπέρ της ενοποίησης» των δύο Αρχών, η οποία, κατά την άποψή του, είναι επιτρεπτή τόσο κατά το Σύνταγμα όσο και κατά το ενωσιακό δίκαιο.
Τα επιχειρήματα υπέρ της ενοποίησης, όπως εξήγησε, στηρίζονται στη συνάφεια του αντικειμένου των δύο Αρχών και στον κίνδυνο σύγκρουσης των αρμοδιοτήτων τους. Ωστόσο, κατά τον ίδιο, τα επιχειρήματα αυτά ενισχύονται ακόμη περισσότερο από την εξέλιξη της υπόθεσης Predator και των επισυνδέσεων της ΕΥΠ.
Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι, εάν την έρευνα των δύο αυτών συνδεόμενων υποθέσεων είχε αναλάβει συνολικά μία ενιαία Αρχή, θα μπορούσε και θα όφειλε, «ασκώντας με υπευθυνότητα την αποστολή της», να συσχετίσει τη χρήση κακόβουλου λογισμικού με τις επισυνδέσεις της ΕΥΠ. Με τον τρόπο αυτό, όπως ανέφερε, θα διευκολυνόταν η περαιτέρω εξέταση των δύο υποθέσεων από τις εισαγγελικές αρχές, καθώς τα σχετικά πορίσματα θα έφθαναν σε αυτές «πιο ώριμα».
Ξενοφών Κοντιάδης: Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το 2019 η ΕΥΠ τέθηκε υπό την πολιτική και υπηρεσιακή εποπτεία του πρωθυπουργού
Στην υπόθεση των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων ως πεδίο ανάδειξης της κρίσης του κράτους δικαίου στην Ελλάδα αναφέρθηκε ο Ξενοφών Κοντιάδης, Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου.
Όπως σημείωσε, η υπόθεση αυτή αποτελεί «ένα πλέγμα γεγονότων» μέσα από το οποίο μπορεί κανείς να δει «με έναν πανοπτικό τρόπο την κρίση και την υποχώρηση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα». Κατά τον ίδιο, μπροστά σε ένα σκάνδαλο με «δύο τεμνόμενες οδούς», αφενός τις παρακολουθήσεις της ΕΥΠ και αφετέρου το Predator, αναδείχθηκε ο τρόπος με τον οποίο οι δύο ανεξάρτητες αρχές που ενεπλάκησαν στην υπόθεση «εγκλωβίστηκαν από το Κοινοβούλιο, την κυβέρνηση και εν συνεχεία τη Δικαιοσύνη», ως προς την αξιοποίηση των ευρημάτων τους.
Ο κ. Κοντιάδης στάθηκε αρχικά στον Ιούλιο του 2019, επισημαίνοντας ότι δεν πρέπει να λησμονείται πως τότε ο πρωθυπουργός, «με μία από τις πρώτες πράξεις του», ανέλαβε την ΕΥΠ στη δική του πολιτική και υπηρεσιακή εποπτεία. Ακολούθως, αναφέρθηκε στην τροπολογία με την οποία απαγορεύθηκε η ενημέρωση του παρακολουθούμενου υπό τους όρους που ίσχυαν έως τότε, γεγονός που, όπως είπε, «έδωσε το έναυσμα για τη διερεύνηση της υπόθεσης».
Στη συνέχεια περιέγραψε τα επόμενα βήματα της υπόθεσης, μεταξύ των οποίων την προσπάθεια της ΑΔΑΕ να αναδείξει το ζήτημα στη Βουλή, την εξεταστική επιτροπή «που δεν κατέληξε κάπου», την άρνηση της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας να δεχθεί τον κ. Ράμμο, τότε πρόεδρο της Αρχής, καθώς και την απόφαση της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη διάταξη του τότε εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. Ντογιάκου, για την οποία, όπως είπε, «είχε ξεσηκωθεί ο νομικός κόσμος», καθώς κατέληγε με «έμμεσες απειλές» κατά των μελών της Αρχής. Η αλληλουχία αυτή, κατά τον ίδιο, οδήγησε τελικά στην απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων για την αντικατάσταση μελών της ΑΔΑΕ, «χωρίς τη συνταγματικά απαιτούμενη πλειοψηφία των 3/5».
Ο καθηγητής αναφέρθηκε επίσης στην απόφαση 465/2024 της Ολομέλειας του ΣτΕ, με την οποία κρίθηκε ότι η πλήρης απαγόρευση της δυνατότητας ενημέρωσης των θιγομένων μετά τη λήξη του μέτρου άρσης του απορρήτου, ακόμη και όταν δεν υπάρχει πλέον διακινδύνευση των σκοπών εθνικής ασφάλειας, συνιστά υπέρμετρο περιορισμό του απαραβίαστου της επικοινωνίας και αντίκειται σε σειρά διατάξεων. «Όλα αυτά τα οποία επεσήμανε το ΣτΕ με την κρίσιμη αυτή απόφαση δεν τα σεβάστηκε η εκτελεστική εξουσία», τόνισε.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο κ. Κοντιάδης χαρακτήρισε την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως «ρωγμή» σε μια, όπως είπε, «συμπαγή συγκάλυψη». Εκτίμησε, μάλιστα, ότι «η επιλογή της μη ανάσυρσης της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο θα έχει συνέχεια».
Σε ό,τι αφορά την προσφυγή του προέδρου του ΠαΣοΚ, Νίκου Ανδρουλάκη, ενώπιον του ΕΔΔΑ για τη μη συμμόρφωση της ΕΥΠ με την απόφαση του ΣτΕ να τον ενημερώσει επισήμως για την υπόθεση, ο κ. Κοντιάδης στάθηκε σε πρόσφατη απόφαση βουλγαρικού ενδιαφέροντος, ενόψει και της αναμενόμενης απόφασης του Στρασβούργου. Όπως εξήγησε, το ΕΔΔΑ καταδίκασε τη Βουλγαρία λόγω της άρνησης της αντίστοιχης υπηρεσίας πληροφοριών να αποκαλύψει εάν είχε συλλέξει και διατηρούσε πληροφορίες για εκπροσώπους οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Με τον τρόπο αυτό, το Ευρωδικαστήριο ανέδειξε την απουσία αποτελεσματικών εγγυήσεων και ενός ελάχιστου επιπέδου προστασίας απέναντι στην αυθαίρετη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.
Κατά τον κ. Κοντιάδη, η απόφαση αυτή «φωτογραφίζει ανάγλυφα και την ελληνική περίπτωση», καθώς και τις δικαιοκρατικές παραβιάσεις που, όπως υποστήριξε, έχουν συντελεστεί: «την αδράνεια των δικαστηρίων, των ρυθμιστικών αρχών και του Κοινοβουλίου». Κλείνοντας, εκτίμησε ότι η συγκεκριμένη απόφαση αποτελεί «τον προπομπό και της δικής μας καταδίκης».
Χαράλαμπος Τσιλιώτης: Μου προκαλεί κατάπληξη το γεγονός ότι υπάρχει ένας ορυμαγδός στοιχείων στην υπόθεση για να παραμένει αυτή στο αρχείο
Στη σημασία των δύο αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας για την υπόθεση των υποκλοπών αναφέρθηκε ο Χαράλαμπος Τσιλιώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής Συνταγματικού και Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για αποφάσεις που «καταπιάνονται με πολλά θέματα».
Όπως σημείωσε, οι δύο αποφάσεις, εκ των οποίων η μία αφορά τον πρόεδρο του ΠαΣοΚ Νίκο Ανδρουλάκη και η δεύτερη τον Θανάση Κουκάκη, «αφορούν όχι μόνο την προστασία του απορρήτου των ανταποκρίσεων ως θεμελιώδους δικαιώματος», αλλά εντάσσουν την προστασία αυτή στο πεδίο του «πολυεπίπεδου συνταγματισμού», κάτι που, όπως είπε, το ΣτΕ «διέγνωσε με πολύ επιτυχημένο τρόπο».
Ο κ. Τσιλιώτης εξήγησε ότι όσα έχει κρίνει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ ισχύουν και για την ερμηνεία του άρθρου 19 του ελληνικού Συντάγματος. Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε ότι όταν ο νομοθέτης αφαιρεί «εν μια νυκτί με μια τροπολογία» ένα δικαίωμα που είχε αναγνωριστεί κατά τρόπο σύμφωνο με το Σύνταγμα με νόμο του 1994, τότε «αυτή η διάταξη νόμου είναι αντισυνταγματική».
Χαρακτήρισε τις αποφάσεις «εξαιρετικά σημαντικές», επισημαίνοντας ότι είναι σε μεγάλο βαθμό όμοιες και παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά, παρότι στο τέλος εμφανίζουν μια διαφοροποίηση δικονομικού χαρακτήρα.
Ειδικότερα, ανέφερε ότι η πρώτη απόφαση, που αφορούσε τον κ. Ανδρουλάκη, ακύρωσε την άρνηση της ΑΔΑΕ να ικανοποιήσει το αίτημά του, επειδή η διάταξη νόμου στην οποία στηριζόταν η πράξη της Αρχής κρίθηκε αντισυνταγματική. Αντιθέτως, στην περίπτωση του κ. Κουκάκη, το δικαστήριο κατέληξε επίσης στην αντισυνταγματικότητα της ρύθμισης, αλλά ανέβαλε τη διαδικασία, εκδίδοντας προδικαστική απόφαση και ζητώντας από την ΕΥΠ να αποστείλει τον σχετικό φάκελο.
Κλείνοντας, ο κ. Τσιλιώτης εξέφρασε την έντονη απορία του για την πορεία της υπόθεσης, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Μου προκαλεί κατάπληξη το γεγονός ότι υπάρχει ένας ορυμαγδός στοιχείων στην υπόθεση για να παραμένει αυτή στο αρχείο».
Αικατερίνη Παπανικολάου: Σήμερα, με ποιον τρόπο εγγυάται θεσμικά η ελληνική πολιτεία ότι θα περιοριστεί ο κίνδυνος επανάληψης μιας τέτοιας διολίσθησης σαν κι αυτή που ζήσαμε;
Στα θεσμικά ελλείμματα που ανέδειξε η υπόθεση των υποκλοπών, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο η ελληνική Πολιτεία μπορεί να αποτρέψει την επανάληψη μιας αντίστοιχης διολίσθησης, αναφέρθηκε η Αικατερίνη Παπανικολάου, Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου και τέως μέλος της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών.
Ξεκινώντας την τοποθέτησή της, έθεσε το ερώτημα του «πώς προχωρούμε σήμερα» μετά την «πρόσφατη οδυνηρή εμπειρία της συντριπτικής παραβίασης του δικαιώματος σε όλα τα επίπεδα» και μάλιστα «κόντρα στο σύνολο των θεσμικών εγγυήσεων» που το περιβάλλουν. Όπως σημείωσε, στην υπόθεση αυτή «δεν απέδωσαν ούτε οι δικαστικές εγγυήσεις, ούτε ο έλεγχος των ανεξάρτητων αρχών, ούτε ο κοινοβουλευτικός έλεγχος».
Με αυτή την αφετηρία, διερωτήθηκε πώς μπορεί η Πολιτεία να λειτουργήσει σήμερα «ως επιμηθείς», από τη στιγμή που «ως προμηθείς αποτύχαμε», και μάλιστα σε μια περίοδο όπου η κοινωνία και οι θεσμοί είναι πλέον «υποψιασμένοι, αν όχι λιγότερο αθώοι». Το κρίσιμο ερώτημα, όπως το διατύπωσε, είναι «με ποιον τρόπο εγγυάται θεσμικά η ελληνική Πολιτεία ότι θα περιοριστεί ο κίνδυνος επανάληψης μιας τέτοιας διολίσθησης σαν κι αυτή που ζήσαμε».
Η κ. Παπανικολάου επισήμανε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν «δύο με τρία σημεία» που την ανησυχούν και την προβληματίζουν. Το πρώτο αφορά τη χρόνια ανεπάρκεια της ΑΔΑΕ στο πεδίο της ψηφιοποίησης των εισερχόμενων διατάξεων που σχετίζονται με την άρση του απορρήτου. Όπως εξήγησε, ένας από τους βασικούς λόγους που εξηγούν την περιορισμένη εποπτεία της Αρχής κατά τη διαδικασία άρσης του απορρήτου είναι ακριβώς αυτή η οργανωτική και τεχνολογική υστέρηση.
«Πώς είναι δυνατόν το 2026, όταν μιλάμε για ψηφιακό μετασχηματισμό του κράτους, να μην έχει καταστεί δυνατό από το 2003, που λειτουργεί η συγκεκριμένη Αρχή, να οργανώσει το δικό της αρχείο;», διερωτήθηκε χαρακτηριστικά. Όπως σημείωσε, η αδυναμία αυτή σημαίνει ότι κάθε φορά που η Αρχή πρέπει να ερευνήσει μια υπόθεση, «δεν μπορεί να ανατρέξει στο δικό της αρχείο», αλλά βασίζεται στις πληροφορίες που αντλεί από τους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους.
Η ίδια διευκρίνισε ότι δεν επιθυμεί να αμφισβητήσει την αξιοπιστία των παρόχων, ωστόσο χαρακτήρισε ξενίζον το γεγονός ότι «το άμεσο συνταγματικό όργανο της ελληνικής Πολιτείας» δεν έχει τη δυνατότητα, όπως οφείλει, να οργανώσει τη διαδικασία ελέγχου. Αυτό, όπως τόνισε, «από μόνο του είναι ένα πρόβλημα» και συνιστά «ζήτημα συνταγματικής τάξης που πρέπει να αποκατασταθεί».
Το δεύτερο σημείο στο οποίο στάθηκε αφορά την υποχρέωση των οργάνων που εκδίδουν τις διατάξεις ή τα βουλεύματα για την άρση του απορρήτου να διαβιβάζουν «αμελλητί» στην ΑΔΑΕ το σχετικό κείμενο. Η υποχρέωση αυτή, όπως είπε, προβλέπεται τόσο στον ιδρυτικό νόμο της Αρχής όσο και στον οργανισμό λειτουργίας της.
Κατά την κ. Παπανικολάου, το «αμελλητί» πρέπει να συνδυαστεί με την αρμοδιότητα της ΑΔΑΕ να ελέγχει την τήρηση των όρων και της διαδικασίας άρσης του απορρήτου. Πρόκειται, όπως υπογράμμισε, για αρμοδιότητα που αναφέρεται σε περισσότερα σημεία του νόμου, αλλά, σύμφωνα με τις ετήσιες εκθέσεις της Αρχής, «ουδέποτε έχει ασκηθεί». Και εδώ, όπως σημείωσε, «μιλάμε και πάλι για μια συνταγματική αρμοδιότητα».
Η ίδια εξήγησε ότι ο συντακτικός νομοθέτης έχει επιλέξει ένα σύστημα ελέγχου πριν από τη λήψη του μέτρου από δικαστική αρχή, εμπιστευόμενος στους δικαστές την ουσιαστική κρίση για το αν πρέπει να επιβληθεί η άρση του απορρήτου, ύστερα από αίτημα της ΕΥΠ ή της αστυνομίας. Ωστόσο, όπως τόνισε, το Σύνταγμα «δεν αρκείται σε αυτόν τον έλεγχο», αλλά αναθέτει στην ανεξάρτητη Αρχή την υποχρέωση να ελέγξει τους όρους και τη διαδικασία άρσης του απορρήτου.
«Το Σύνταγμα, συνεπώς, έχει ένα διπλό σύστημα εγγυήσεων», ανέφερε. Διευκρίνισε, πάντως, ότι αυτό δεν σημαίνει πως η Αρχή έχει αρμοδιότητα να υπεισέλθει στην ουσιαστική κρίση, η οποία «αναμφίβολα εναπόκειται στη δικαστική αρχή». Υπάρχει, επομένως, όπως είπε, ένα ζήτημα ερμηνείας του ελέγχου των όρων και της διαδικασίας άρσης του απορρήτου από την ανεξάρτητη Αρχή.
Ένα πεδίο που, κατά την ίδια, θα ενέπιπτε σαφώς στην αρμοδιότητα της Αρχής, εφόσον μπορούσε πράγματι να την ασκήσει, είναι η χρονική διάρκεια του μέτρου. Όπως εξήγησε, ο νόμος προβλέπει ότι κάθε άρση απορρήτου δεν μπορεί να επιβληθεί για διάστημα που υπερβαίνει τους δύο μήνες. Εάν το μέτρο παραταθεί, απαιτείται νέα διάταξη. Παρ’ όλα αυτά, ανέφερε ότι υπάρχουν, «ευτυχώς όχι πολλές», διατάξεις που επιβάλλουν εξαρχής το μέτρο για τέσσερις, έξι ή δέκα μήνες, κάτι που «προσκρούει στον νόμο και το Σύνταγμα». Αυτό, όπως τόνισε, είναι και «το νόημα της αμελλητί διαβίβασης».
Η κ. Παπανικολάου αναφέρθηκε ακόμη στα περιορισμένα στατιστικά στοιχεία που διαθέτει η ΑΔΑΕ κατά την επεξεργασία των σχετικών διατάξεων. Και στο σημείο αυτό, το πρόβλημα, όπως είπε, είναι η απουσία ηλεκτρονικής ταξινόμησης, που θα επέτρεπε τη συνδυαστική αναζήτηση.
Παρά την περιορισμένη, όπως παρατήρησε, ευαισθησία της κοινωνίας των πολιτών, υπογράμμισε τη σημασία της επιμονής στη θεσμική ανάλυση των ελλειμμάτων που ανέδειξε η υπόθεση. «Είναι σημαντική η επιμονή μας να ανατέμνουμε θεσμικά τα ελλείμματα της υπόθεσης αυτής», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Κλείνοντας, αναφέρθηκε στην αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος από την πλευρά των θυμάτων, επισημαίνοντας ότι «κανείς μας δεν θα πρέπει να είναι υπερήφανος». Όπως είπε, χρειάζεται μεγάλη αντοχή για να επιδιώξει κανείς την προστασία του δικαιώματός του, όταν έχουν υψωθεί τόσα εμπόδια και όταν «ούτε καν η ολομελειακή απόφαση του ΣτΕ για την επίμαχη υπόθεση δεν έχει εφαρμοστεί».
«Δεν είναι δυνατόν το ζητούμενο να είναι η εξάντληση των υποκειμένων δικαίου προκειμένου να ασκήσουν και να απολαύσουν το δικαίωμά τους», κατέληξε.





