Προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι το Πατριαρχείο Μόσχας πραγματοποιεί διά της Εξαρχίας του με έδρα στο Κάιρο μία έντονη διείσδυση στην αφρικανική ήπειρο, συνήθως σε βάρος του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Ένα ρωσικό παράλληλο δίκτυο καλύπτει πλέον τουλάχιστον 34 από τις 54 χώρες της Αφρικής. Εκτινάχθηκε κυρίως από όταν το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας αναγνώρισε την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας υπό τον μητροπολίτη Κιέβου Επιφάνιο, η οποία συστάθηκε τον Δεκέμβριο του 2018 και αναγνωρίστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως το 2018, το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και την Εκκλησία της Ελλάδας το 2019 και την Εκκλησία της Κύπρου το 2020. Το εν λόγω ζήτημα αποτελεί μία σημαντική διαφορά των τεσσάρων Ελληνορθόδοξων Εκκλησιών με το Πατριαρχείο Μόσχας, το οποίο αναγνωρίζει αντιθέτως τον μητροπολίτη Ονούφριο.
Η κρίση, όμως, ταλανίζει κατ’ εξοχήν την ιεραποστολική δράση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αφρική, υποβαθμίζοντας την ενιαία φωνή της Ορθοδοξίας στη νεανική ήπειρο, όπου από πολλούς θεωρείται ότι έχει μεταφερθεί το μέλλον του Χριστιανισμού. Δεν βιώνουν βεβαίως όλες οι περιοχές το πρόβλημα με τον ίδιο τρόπο. Τρεις ιεράρχες του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, από τρεις διαφορετικές γωνιές της ηπείρου, καταθέτουν στο «Βήμα» τις εμπειρίες τους για το τι σημαίνει να μεταδίδεις το μήνυμα της αγάπης, αλλά και να ανταποκρίνεσαι στις βιοτικές και εκπαιδευτικές ανάγκες των Αφρικανών υπό αντίξοες συνθήκες και προκλήσεις τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι τρεις μαρτυρίες συμπληρώνουν την αντίστοιχη του μητροπολίτη Καμερούν Γρηγορίου (Στεργίου).
«Άνθρωποι που εργάζονταν κοντά στους Έλληνες ενδιαφέρθηκαν για την Ορθοδοξία»
Ο μητροπολίτης Ζιμπάμπουε και Ανγκόλας Σεραφείμ (Κυκκώτης) εξηγεί στο «Βήμα» τα χαρακτηριστικά της ορθόδοξης ιεραποστολής στην Αφρική: «Η ιεραποστολή στις χώρες της Αφρικής ξεκίνησε με Έλληνες που αναζήτησαν εδώ μια καλύτερη ζωή, είτε μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, είτε λόγω της κατοχής. Δούλεψαν πολύ σκληρά στην αρχή, μετά έφτιαξαν τις δικές τους δουλειές. Σιγά-σιγά αυτοί που εργάζονταν κοντά στους Έλληνες ενδιαφέρθηκαν να μάθουν και για την Ορθοδοξία. Εμείς δεν κάνουμε προσηλυτισμό σε όσους είναι ήδη χριστιανοί. Δίνουμε βαρύτητα σε όσους πίστευαν ακόμη στα ποτάμια και στα δέντρα, δηλαδή στη λεγόμενη φυσική θρησκεία. Οι άνθρωποι είναι βεβαίως επηρεασμένοι και από την κοινωνική τους κατάσταση. Δηλαδή, όταν δεν έχεις να δώσεις στο παιδί σου φαγητό, ή δεν μπορείς να του προσφέρεις εκπαίδευση, αν κάποιος σου παράσχει ψωμί και παιδεία, θα τον ακολουθήσεις».
«Ακολουθήσαμε την επιλογή της εθνικής ηγεσίας»
Πώς επηρέασε την ιεραποστολή η διένεξη με αφορμή την εκκλησιαστική κρίση στην Ουκρανία; Ο μητροπολίτης Σεραφείμ διατηρεί την πίστη του στον διάλογο και την προσευχή: «Το ζήτημα της Ουκρανίας προκάλεσε προβλήματα. Στην αρχή εμείς ως Πατριαρχείο Αλεξανδρείας είχαμε μια ουδέτερη στάση, προσευχόμενοι να τα βρουν. Ακολουθήσαμε την επιλογή κατά κάποιον τρόπο της εθνικής ηγεσίας Ελλάδος και Κύπρου. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας αναγνωρίστηκε πρώτα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, μετά από την Εκκλησία της Ελλάδος και ύστερα από το Πατριαρχείο μας της Αλεξανδρείας. Ακολούθησε η Εκκλησία της Κύπρου. Κρατήσαμε χαμηλούς τόνους, δεν εκφράστηκαν διαφωνίες δημοσίως. Τις απόψεις μας τις εκφράζουμε μέσα στη Σύνοδο».
«Η Ρωσία περίμενε την ευκαιρία»
«Φαίνεται ότι η Ρωσία περίμενε την ευκαιρία, για να εξαπλωθεί παντού. Προσωπικά, στη Ζιμπάμπουε, ήδη από τον καιρό που έγινε η προσάρτηση της Κριμαίας (2014), προσπάθησα να τους κρατήσω όλους μαζί, χρησιμοποιώντας το επιχείρημα ότι είμαστε μια οικογένεια. Kαι ότι όποιος σκοτώνει είναι όπως ο Κάιν που σκότωσε τον αδελφό του τον Άβελ. Δώσαμε βαρύτητα πώς να προσευχόμαστε, για να επικρατήσει ειρήνη. Και ήμασταν όλοι μαζί, Ρώσοι και Ουκρανοί, Σέρβοι, Ρουμάνοι, ο Ελληνισμός, όλοι.
Όταν όμως προχώρησε το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας στην αναγνώριση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας υπό τον Επιφάνιο, ορισμένοι αποστασιοποιήθηκαν αμέσως. Μερικοί συνέχισαν να έρχονται. Λ.χ. και στον εσπερινό της Αγάπης, ήρθε Ρωσίδα να μας πει το Ευαγγέλιο στα ρωσικά, όπως συνηθιζόταν και πριν.
Υπάρχει επίσης το πρόβλημα της φτώχειας λόγω του οποίου ορισμένοι ιερείς ή άλλοι άνθρωποι μπορεί να ακολούθησαν τους Ρώσους. Όμως οι Ρώσοι δεν κατάφεραν πολλά, οι προσπάθειες αυτές απομονώθηκαν. Μόνο έναν ή δύο κατάφεραν να πείσουν να τους πάρουν στη Μόσχα στο σεμινάριο, για να τους κάνουν κληρικούς. Δεν ξέρω ποια είναι η εξέλιξη. Σημειωτέον ότι η Μητρόπολη της Ζιμπάμπουε ήταν μια μεγάλη μητρόπολη που περιελάμβανε και τη Ζάμπια, τη Μαδαγασκάρη, τον Άγιο Μαυρίκιο.
Τώρα στις χώρες αυτές έχουν αναπτυχθεί μητροπόλεις και επισκοπές. Γενικά δεν είχαμε πετυχημένες προσπάθειες να στηθούν άλλες ενορίες. Όταν πλησίασαν τις δικές μας ενορίες, οι ενορίτες τους απομόνωσαν. Τους είπαν “ελάτε να είστε μαζί μας”. Προσωπικά, από όταν ήμουν σε διορθόδοξες οργανώσεις όπως ο «Σύνδεσμος» (Παγκόσμια Ομοσπονδία Ορθοδόξων Νεολαιών) είχα επικοινωνία με Ρώσους νέους, οι οποίοι μετά κατέλαβαν σημαντικές θέσεις, όπως ο Μητροπολίτης Αντώνιος Βολοκολάμσκ. Είμαι ανέκαθεν υπέρ του διαλόγου, γιατί θεωρώ ότι είμαστε μια οικογένεια και πρέπει να βρούμε τρόπους να δεθούμε μέσα από τη συζήτηση και την προσευχή».
«Οι στρατολογήσεις δεν είχαν σχέση με την Εκκλησία»
Ρωτήσαμε τον μητροπολίτη Σεραφείμ αν η επαρχία του υπέφερε από στρατολογήσεις Αφρικανών για να πολεμήσουν στο μέτωπο της Ουκρανίας. Μας απάντησε: «Στην περιοχή μας δεν γνωρίζω προσωπικά καμία περίπτωση όπου ντόπιοι παραπλανήθηκαν για να πάνε να πολεμήσουν στην Ουκρανία και πάντως αυτό σίγουρα δεν συνέβη μέσα από εκκλησιαστικά περιβάλλοντα. Η μόνη περίπτωση που έχω ακούσει προσωπικά ήταν στη Νότια Αφρική και αφορούσε σε δύο άνδρες της ασφάλειας, οι οποίοι έφυγαν ξαφνικά, γιατί τους είχαν υποσχεθεί χρήματα, για να ενταχθούν στον ρωσικό στρατό.
Οι στρατολογήσεις, όμως, δεν είχαν σχέση με την Εκκλησία. Οι περισσότεροι Ρώσοι είναι στη Νότια Αφρική, ενώ στη Ζιμπάμπουε είναι λίγοι. Όταν ο Ρώσος μητροπολίτης Ιλαρίων ζήτησε παλαιότερα να φτιάξουν ρωσικό παρεκκλήσι, στην περιοχή που έχουμε πολλούς Ρώσους, απάντησα “αδελφέ, εκεί έχουμε ναό”. Επειδή οι Έλληνες τώρα είναι ελάχιστοι, τους παραχωρώ τον ναό το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, τον Δεκαπενταύγουστο. Έτσι δεν χρειάστηκε να χτίσουν άλλο ναό».
«Η ιεραποστολή έχει οικολογική διάσταση»
Πώς συνεχίζεται η ιεραποστολή εν μέσω δυσκολιών; Ο μητροπολίτης Σεραφείμ καταθέτει τους προσωπικούς του στοχασμούς: «Προσπαθούμε να βοηθούμε τα παιδιά με το σχολείο και το φαγητό, οργανώνοντας συσσίτια στις ενορίες μας. Προσπαθούμε για το καλύτερο. Πάντα, και στον πιο παράξενο τόπο βρίσκεται κάποιος να βοηθήσει. Περισσότερο βοηθούν, όμως, εκεί που με ξέρουν. Η ιεραποστολή εξαρτάται από την οικονομική στήριξη. Δυστυχώς, κάποιοι ιεραποστολικοί σύνδεσμοι στην Ελλάδα ξοδεύουν περισσότερα για τα γραφεία και τους υπαλλήλους τους παρά για την ίδια την ιεραποστολή. Είναι λυπηρό, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα με τη διαχείριση των χρημάτων μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους.
Χρειάζεται να επαναλάβουμε τη φράση του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου (Γιαννουλάτου) ότι η Εκκλησία δεν έχει αποστολή χωρίς την ιεραποστολή. Όπως έλεγε και ο καθηγητής Ιεραποστολικής Ηλίας Βουλγαράκης, όταν κάνουμε ιεραποστολή, τα οφέλη που λαμβάνουμε είναι περισσότερα από αυτά που προσφέρουμε. Γιατί, όταν γεννηθεί ο ζήλος για την ιεραποστολή, οι κοινότητες γίνονται όπως στα πρωτοχριστιανικά χρόνια που οι Χριστιανοί είχαν ένα πνεύμα, μια ψυχή, μια καρδιά και μοιράζονταν τα πάντα. Αυτό έχει και οικολογική διάσταση, γιατί, όταν μοιραζόμαστε αυτό που έχουμε, σεβόμαστε και το περιβάλλον. Είμαστε εντολοδόχοι για να προστατεύουμε τη δημιουργία του Θεού, για να επιστρέφουμε τη φύση στον Θεό».
«Συντήρηση του κανδηλίου της πίστεως σε αλλόθρησκο περιβάλλον»
Αρκετά διαφορετική είναι η ιστορία του χριστιανισμού στη Βόρεια Αφρική. Ο μητροπολίτης Καρθαγένης Μελέτιος (Κούμανης) περιγράφει για το «Βήμα» την ιστορία και κατάσταση της ιεραποστολής στη Βόρεια Αφρική. «Όπως είναι γνωστό, κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, η περιοχή της Καρθαγένης, επί των παραλίων της Βορείου Αφρικής, υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του αρχαίου Χριστιανισμού. Ανέδειξε πλήθος επισκοπών και μεγάλες εκκλησιαστικές μορφές, όπως τον Άγιο Κυπριανό Καρθαγένης και τον Ιερό Αυγουστίνο Ιππώνος, ενώ η Εκκλησία της Καρθαγένης διέθετε ιδιαιτέρα εκκλησιαστική ακτινοβολία και σημαντικό βαθμό διοικητικής αυτονομίας.
Δυστυχώς, από τον 7ο αιώνα και εντεύθεν, με την αραβική κατάκτηση της Βορείου Αφρικής, ο χριστιανικός κόσμος της περιοχής περιήλθε σταδιακώς σε παρακμή, μέχρι σχεδόν πλήρους εξαφανίσεως. Η εκ νέου παρουσία ορθοδόξων χριστιανικών πληθυσμών καταγράφεται μεταγενεστέρως, κυρίως κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας, όταν μεταφέρθηκαν στην περιοχή χριστιανοί σκλάβοι από τον ελλαδικό και μικρασιατικό χώρο. Η πρώτη γραπτή μαρτυρία ανάγεται στο 1647, σε επιστολή του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Ιωαννικίου προς τον Άγγλο αρμοστή της Τύνιδος, ζητώντας την προστασία για τους εκεί χριστιανούς.
Έκτοτε, άρχισε σταδιακώς να διαμορφώνεται ο πυρήνας των ελληνικών κοινοτήτων της περιοχής, είτε από απελευθερωθέντες σκλάβους που επέλεξαν να παραμείνουν, είτε από Έλληνες ψαράδες, σφουγγαράδες και εμπόρους, οι οποίοι δραστηριοποιούνταν στα νερά της Μεσογείου, από το Τούνεζι έως την Μπαρμπαριά και την Τζέρμπα. Η παρουσία αυτή γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση κατά τον 19ο αιώνα και έως τα μέσα περίπου του 20ού.
Η σύγχρονη Ιερά Μητρόπολη Καρθαγένης ανασυστάθηκε το 1931 από τον Πατριάρχη Μελέτιο και σήμερα εκκλησιαστικώς περιλαμβάνει τέσσερα κράτη: την Τυνησία, όπου και η έδρα μας, την Αλγερία, το Μαρόκο και τη Μαυριτανία. Το έργο μας πραγματοποιείται εντός του Ισλάμ και ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσαμε να ομιλούμε περί ιεραποστολής με την έννοια που αυτή ασκείται στην υποσαχάρια Αφρική. Θα έλεγα μάλλον ότι η αποστολή μας συνίσταται στη διαφύλαξη της ορθοδόξου μαρτυρίας, στη συντήρηση του κανδηλίου της πίστεως εν μέσω αλλοθρήσκου περιβάλλοντος και στη διαφύλαξη της ιστορικής και πνευματικής παρακαταθήκης του Ελληνισμού της Βορείου Αφρικής, ώστε να παραδοθεί αλώβητη στις επόμενες γενεές. Το ποίμνιό μας, πέραν των Ελλήνων, συγκροτείται και από Ρουμάνους, Ουκρανούς, Βουλγάρους, Σέρβους, Ρώσους, καθώς και ολιγάριθμους αραβόφωνους ορθοδόξους πιστούς».
«Η πραγματικότητα της καθημερινής εκκλησιαστικής ζωής υπερβαίνει τις διοικητικές δυσκολίες»
Πώς επηρέασε το Ουκρανικό την εκκλησιαστική κατάσταση στη Βόρεια Αφρική; Ο μητροπολίτης Μελέτιος απαντά: «Μέχρι της δημιουργίας της ρωσικής Εξαρχίας στην Αφρική, οι σχέσεις της Ιεράς Μητροπόλεως Καρθαγένης με τις ρωσόφωνες ενορίες της περιοχής υπήρξαν απολύτως αρμονικές.
Άλλωστε, τόσο η ενορία της Τύνιδος όσο και εκείνη του Ραμπάτ δημιουργήθηκαν κατόπιν κανονικής αδείας και ευλογίας του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι πνευματικές ανάγκες των εκατοντάδων Ρώσων προσφύγων που κατέφυγαν στη Βόρειο Αφρική μετά τη Ρωσική Επανάσταση το 1918. Επί σειρά ετών υπήρχαν κοινές εορταστικές και λειτουργικές συνάξεις, άλλοτε στους ελληνικούς και άλλοτε στους ρωσικούς ναούς, μέσα σε πνεύμα αμοιβαίου σεβασμού και αδελφοσύνης.
Ακόμη και μετά την αναγνώριση του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ουκρανίας από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, και παρά τη γενικότερη ένταση που προκλήθηκε σε πανορθόδοξο επίπεδο, στη Βόρειο Αφρική, με την ευλογία του Αλεξανδρινού Προκαθημένου, την κατανόηση της ρωσικής πλευράς και την καλή διάθεση των ρώσων ιερέων και της ταπεινότητός μου κατορθώσαμε για ένα και πλέον έτος να διατηρήσουμε την ενότητα.
Και τούτο διότι, όταν κανείς ζει και ποιμαίνει μέσα σε περιβάλλον αλλοθρήσκων και μάλιστα σε κοινωνίες όπου κυριαρχεί καταπιεστικώς το Ισλάμ, αντιλαμβάνεται ότι εκείνο που πρωτίστως προέχει είναι η ενότητα των Ορθοδόξων ως ζώσα μαρτυρία πίστεως και ως απόδειξη της αληθείας του Ευαγγελίου.
Στη Βόρειο Αφρική πάντοτε θεωρούσαμε ότι οι εντάσεις και οι αντιπαραθέσεις που γεννώνται από γεωπολιτικές ή διοικητικές εξελίξεις δεν θα έπρεπε να τραυματίζουν το εκκλησιαστικό φρόνημα των πιστών. Δόξα τω Θεώ, κατορθώσαμε επί μακρόν να διαφυλάξουμε τους ανθρώπους μας από ακρότητες και συμπεριφορές που θα μπορούσαν να βλάψουν το κύρος της Ορθοδοξίας απέναντι στον μουσουλμανικό κόσμο.
Βεβαίως, ως Ιεράρχης του παλαιφάτου Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, μετά τη δημιουργία της ρωσικής Εξαρχίας και την αντικανονική δραστηριοποίησή της στην αφρικανική ήπειρο, για λόγους ευθιξίας δεν θα ήταν δυνατόν να συνεχισθεί εκ μέρους μου η λειτουργική κοινωνία. Ασφαλώς συμπάσχω με τους αδελφούς αρχιερείς που έχουν αρκετά προβλήματα στις ιεραποστολικές Μητροπόλεις λόγω των αντικανονικών παρεμβάσεων και προσεύχομαι για την θεϊκή παρέμβαση και λύση αυτού του σημαντικού ζητήματος.
Πλην όμως, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι η πραγματικότητα της καθημερινής εκκλησιαστικής ζωής συχνά υπερβαίνει τις διοικητικές δυσκολίες. Όταν, για παράδειγμα, απουσιάζουν οι ιερείς του Πατριαρχείου Μόσχας, οι πιστοί συχνά εκκλησιάζονται στους ναούς του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και, αντιστοίχως, συμβαίνει και το αντίθετο. Αυτό αποδεικνύει ότι ο απλός λαός του Θεού, πολλές φορές, διατηρεί αλώβητο το αίσθημα της εκκλησιαστικής συγγενείας.
Και πάλι επιθυμώ να τονίσω ότι ζούμε σε περιοχές όπου παρατηρείται αυξημένος θρησκευτικός φονταμενταλισμός. Υπό τις συνθήκες αυτές, η ενότητα των Ορθοδόξων δεν αποτελεί απλώς επιθυμητό στόχο, αλλά ποιμαντική αναγκαιότητα και χρέος ευθύνης.
Θα πρέπει επίσης να σημειώσω ότι, παρά τον πόλεμο μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας και την εύλογη συναισθηματική φόρτιση που αυτός προκαλεί, αρκετοί Ουκρανοί πιστοί εξακολουθούν να εκκλησιάζονται στις ρωσόφωνες ενορίες. Και τούτο διότι, πέρα από τις γεωπολιτικές συγκρούσεις και τις εθνικές αντιπαραθέσεις, οι πνευματικοί δεσμοί, η λειτουργική παράδοση και η γλώσσα της λατρείας, εξακολουθούν για πολλούς να αποτελούν ισχυρούς παράγοντες εκκλησιαστικής συνοχής και πνευματικής αναφοράς.
Κατ’ εμέ, ιδίως σε περιοχές όπως η δική μας, η Ορθοδοξία καλείται να δίδει μαρτυρία ενότητος, αγάπης και εκκλησιαστικής ωριμότητος, αποφεύγοντας να μεταφέρει στους κόλπους της Εκκλησίας διαιρέσεις που γεννώνται εκτός αυτής».
Ετοιμασία Θείας Κοινωνίας εν μέσω απαγόρευσης του οίνου
Ζητήσαμε από τον μητροπολίτη Μελέτιο να μας αναφέρει προκλήσεις και περιστατικά που χαρακτηρίζουν τις συνθήκες της ιεραποστολής στη Βόρεια Αφρική: «Μολονότι διευκρίνισα ότι η διακονία μας στη Βόρειο Αφρική δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως ιεραποστολική υπό την κλασική έννοια του όρου, τούτο δεν σημαίνει ότι απουσιάζουν οι δυσκολίες και οι ιδιαίτερες προκλήσεις της καθημερινής εκκλησιαστικής ζωής.
Πρωτίστως, καταβάλλουμε συνεχή και επίπονη προσπάθεια για τη διαφύλαξη της ιστορικής περιουσίας των ελληνικών κοινοτήτων, η οποία αποτελεί όχι μόνον υλική κληρονομία, αλλά και μαρτυρία της πολυαιώνιας παρουσίας του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας στη Βόρειο Αφρική.
Περαιτέρω, οφείλω να σημειώσω ότι αυτονόητες ελευθερίες ή διευκολύνσεις, τις οποίες οι χριστιανοί σε άλλες χώρες θεωρούν δεδομένες, στις δικές μας κοινωνίες συχνά δεν υφίστανται. Θα αναφέρω ένα απλό αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα: τις καμπάνες των ναών μας. Επί δεκαετίες ολόκληρες, τα καμπαναριά μας παραμένουν σιωπηλά, διότι μόνον η μουσουλμανική κοινότητα έχει δημοσίως το δικαίωμα της θρησκευτικής κλήσεως των πιστών για προσευχή.
Θα σας αναφέρω και ένα προσωπικό περιστατικό, το οποίο αποτυπώνει ανάγλυφα την ιδιαιτερότητα των συνθηκών υπό τις οποίες διακονούμε. Όταν, μετά την εκλογή μου, επισκέφθηκα τη Μαυριτανία και επρόκειτο να τελέσω, ύστερα από πολλές δεκαετίες, την πρώτη Θεία Λειτουργία, ενημερώθηκα ότι δεν ήταν επιτρεπτή η κατοχή οίνου για την θεία Κοινωνία. Αναγκάσθηκα, λοιπόν, να αναζητήσω επιτραπέζιο οίνο μέσω της Γαλλικής Πρεσβείας, ή σε άλλη έσχατη περίπτωση να χρησιμοποιήσω χυμό σταφυλιού.
Παράλληλα, υπάρχουν και μουσουλμάνοι οι οποίοι μας προσεγγίζουν για να γνωρίσουν την Ορθοδοξία και να βαπτισθούν. Το γεγονός αυτό αντιμετωπίζεται πάντοτε με πολλή διάκριση, διότι, πέραν εκείνων που κινούνται από αυθεντική πνευματική αναζήτηση, υπάρχουν δυστυχώς και περιπτώσεις που προσπαθούν να εκθέσουν την Εκκλησία για προσηλυτιστική δραστηριότητα ή να μας χρησιμοποιήσουν ως πιθανή οδό προς μελλοντική εγκατάσταση στην Ευρώπη.
Δι’ αυτό και η Εκκλησία μας πορεύεται με προσευχή και διάκριση χωρίς κινήσεις που θα μπορούσαν να θέσουν σε δοκιμασία την Εκκλησία και τους πιστούς μας».
Τουρκάνα: Ο λαός που πρωτομαθαίνει τον χριστιανισμό
Η Κένυα είναι μία από τις χώρες που αντιμετωπίζει τις δυσκολότερες προκλήσεις. Ο μητροπολίτης Ελντορέτ και Βορείου Κένυας Νεόφυτος (Κονγκάι) μάς αναφέρει πώς ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος θα επισκεφθεί τον λαό Τουρκάνα, έναν νομαδικό και ποιμενικό λαό, που κατοικεί στη βορειοδυτική Κένυα γύρω από την ομώνυμη λίμνη και είναι γνωστός για την προσαρμογή του σε ένα ιδιαιτέρως θερμό και ξηρό περιβάλλον:
«Ο Μακαριώτατος Πατριάρχης Αλεξανδρείας αγαπά την ιεραποστολή και είναι πολύ υποστηρικτικός. Θα επισκεφθεί την Κένυα την επόμενη εβδομάδα, για να συναντηθεί με τον λαό Τουρκάνα στο βόρειο μέρος της χώρας, η πλειονότητα του οποίου δεν έχει ευαγγελιστεί. Ευχαριστούμε τον Θεό που έχει εγκατασταθεί ιεραποστολικό έργο στην περιοχή και αυξάνεται. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν 10 ιερείς μεταξύ των Τουρκάνα. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας θα χειροτονήσει έναν διάκονο από τον λαό των Τουρκάνα και θα ιδρύσει μία ιεραποστολική εκκλησία στο εσωτερικό της χώρας.
Η Εκκλησία εδώ στην Αφρική έχει ιδρυθεί από τον ευαγγελιστή Μάρκο με τον οποίο έχουμε αποστολική σύνδεση και διαδοχή. Εξακολουθούμε να διακηρύσσουμε ιεραποστολές, οι οποίες κατάγονται από το ευαγγελικό έργο του. Το θετικό είναι ότι υπάρχουν πλέον περισσότεροι επίσκοποι στις πιο πολλές από τις χώρες, οι οποίοι ανταποκρίνονται στις πνευματικές ανάγκες. Στην Κένυα είμαστε τώρα τέσσερις επίσκοποι, ενώ πέντε με επτά χρόνια πριν υπήρχε μόνο ένας. Εξακολουθούμε να διαδίδουμε τον λόγο του Ευαγγελίου, παρά τις προκλήσεις, μεταξύ των οποίων είναι και η δράση της Ρωσικής Εξαρχίας, η οποία αποτελεί μία μεγάλη πρόκληση για εμάς τώρα».
«Οι υποσχέσεις των Ρώσων αποδεικνύονται φρούδες»
Ζητήσαμε από τον μητροπολίτη Νεόφυτο να μας περιγράψει τις προκλήσεις που προκαλούνται από τη δράση της Ρωσικής Εξαρχίας: «Όταν το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας αναγνώρισε την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, η Ρωσική Εξαρχία ίδρυσε εκκλησίες σε πολλές χώρες της Αφρικής. Παίρνουν από εμάς τους κληρικούς, υποσχόμενοι πολλά χρήματα, σπίτια και εκπαίδευση για τα παιδιά τους. Οι υποσχέσεις αποδεικνύονται φρούδες. Εκτός από την προσφορά χρημάτων, δεν λαμβάνει χώρα κάποια πραγματική ιεραποστολή από τη Ρωσική Εξαρχία. Έχουν ήδη παρέλθει πέντε χρόνια και δεν έχουμε δει καμία πραγματική επίδραση ή ίδρυση ιεραποστολών, επειδή οι σκοπιμότητες είναι καθαρά πολιτικές».
Ρωτήσαμε τον μητροπολίτη Νεόφυτο για το ζήτημα της στρατολόγησης Κενυατών για να πολεμήσουν στο ουκρανικό μέτωπο. Μας απάντησε: «Αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε ότι υπήρχαν Κενυάτες, οι οποίοι πήγαιναν στη Ρωσία και κατέληγαν στρατιώτες. Μπορεί να πήγαιναν εκεί με την ιδέα ότι θα δούλευαν σε εταιρείες, ότι θα εργάζονταν λ.χ. ως οδηγοί ή ως μαραγκοί, αλλά, όταν έφταναν, τους οδηγούσαν σε στρατόπεδα, όπου γίνονταν στρατιώτες και στέλνονταν στην Ουκρανία. Οι περισσότεροι έχουν χάσει τη ζωή τους. Παρενέβη η κυβέρνηση της Κένυας με επίσκεψη του Υπουργού Εξωτερικών στη Ρωσία, για να ζητήσει την απομάκρυνσή τους από το μέτωπο. Δυστυχώς, η ανταπόκριση δεν υπήρξε η επιθυμητή. Μόλις δυο μέρες πριν άλλος ένας Κενυάτης σκοτώθηκε στην Ουκρανία. Πρέπει βέβαια να πω ότι σε ό,τι αφορά στο εκκλησιαστικό ζήτημα, δεν υπάρχει καμία αναφορά ότι λ.χ. σπουδαστές θεολογίας ή ιεροσπουδαστές εστάλησαν στο πολεμικό μέτωπο. Όμως υπάρχει μια ανησυχία. Από τη στιγμή που άλλες δομές έχουν χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό της αποστολής Κενυατών στο πολεμικό μέτωπο, δεν μπορούμε να είμαστε ήσυχοι».
«Λύση η καλλιέργεια παιδείας»
Πώς θεωρεί ότι μπορούν να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις από τη δράση της Ρωσικής Εξαρχίας; «Πρόκειται για ένα σύνθετο ζήτημα. Η Σύνοδος στην Αλεξάνδρεια επεχείρησε να θέσει επισκόπους εκτός της εκκλησιαστικής κοινωνίας. Αυτό δεν επιλύει το ζήτημα υπό την έννοια ότι έρχονται με ακόμη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα. Το σημαντικότερο είναι η καλλιέργεια παιδείας. Είναι κρίσιμο το να συγκεντρώνουμε τον λαό και να εξηγούμε ότι δεν είμαστε σε κοινωνία μαζί τους, γιατί οι Ρώσοι τους λένε ότι είναι μια Ορθόδοξη Εκκλησία σαν οποιαδήποτε άλλη. Οι Ρώσοι λένε μάλιστα ότι εμείς είμαστε οι σχισματικοί. Πολλοί άνθρωποι εδώ είναι αθώοι και δεν μπορούν να καταλάβουν ότι η ρίζα του προβλήματος είναι πολιτική και όχι πνευματική».
Ποιο μήνυμα θα επιθυμούσε παρά ταύτα να στείλει σε πείσμα των προκλήσεων;
«Είμαστε ευγνώμονες στους Έλληνες που μας έχουν ενισχύσει με την οικοδόμηση ναών, σχολείων και νοσοκομείων και έχουν υποστηρίξει εξαρχής τον κλήρο μας. Προσευχόμαστε να συνεχίσουν να στηρίζουν το ιεραποστολικό μας έργο, καθώς αυτός είναι ο μόνος τρόπος να μοιραζόμαστε την αγάπη και το μήνυμα του Χριστού με αυτούς που ακόμη δεν το έχουν ακούσει. Ακόμη και εν μέσω οικονομικής κρίσης οποιαδήποτε οικονομική συνεισφορά είναι ευλογημένη. Η μεγαλύτερη χαρά μας είναι τα προγράμματα διανομής τροφής. Φέρνουμε φαγητό στα παιδιά στα σχολεία και στην εκκλησία τις Κυριακές. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ομορφιά από το να μοιράζεσαι το φαγητό σου με έναν που δεν έχει. Αυτή είναι η αγάπη του Χριστού που φέρνουμε σε απομακρυσμένες περιοχές, όπως στον λαό Τουρκάνα».






