Ένα από πιο απολαυστικά αφηγήματα της φετινής οσκαρικής σεζόν, που σε λίγα 24ωρα ολοκληρώνεται με την τελετή απονομής των 98ων βραβείων Οσκαρ, είναι η μονομαχία ανάμεσα στις δύο ταινίες της Warner «Αμαρτωλοί» του Ράιν Κούγκλερ και «Μία μάχη μετά την άλλη» του Πολ Τόμας Άντερσον. Και αυτό όχι μόνο επειδή οι δύο ταινίες συγκέντρωσαν τις περισσότερες υποψηφιότητες, αφήνοντας πίσω τους τις υπόλοιπες – οι «Αμαρτωλοί» κατέχουν το ιστορικό ρεκόρ των 16 υποψηφιοτήτων και η «Μία μάχη μετά την άλλη» την διόλου ευκαταφρόνητη συγκομιδή των 13 υποψηφιοτήτων.
Είναι η διαφορετική πολιτική οπτική για την αμερικανική κοινωνία και ιστορία των δύο κινηματογραφικών παραγωγών που ιντριγκάρει, εκφρασμένη με την αρωγή του ίδιου στούντιο, της Warner Bros, μήλον της έριδος τους τελευταίους μήνες ανάμεσα στη Netflix και την Paramount, με τελική νικήτρια στη μάχη της εξαγοράς της την Paramount.
«Αμαρτωλοί»: ιστορική μνήμη, μπλουζ και βρικολάκες
Οι «Αμαρτωλοί» του Κούγκλερ, βαθιάς και έντονης χρωματικής παλέτας τοποθετημένοι στο όριο των μύθων και των παραδόσεων του αμερικανικού Νότου και της ταραγμένης ιστορίας του, κινούνται στο υβριδικό πεδίο: το κοινωνικό δράμα, η μουσική παράδοση και ο βαμπιρικός τρόμος συνδιαλέγονται με την εποχή των φυλετικών διακρίσεων.
Μέσα από τον μύθο των βρικολάκων και μετεξελιγμένων ζόμπι, η ταινία λειτουργεί ως αλληγορία για την ιστορική εκμετάλλευση και τη βία εναντίον των Αφροαμερικανών ενώ τα μπλουζ, τα γκόσπελ και οι σύγχρονες επιρροές είναι φορείς πολιτισμικής μνήμης και αντίστασης.

Ο Μάικλ Μπ. Τζόρνταν σε διπλό ρόλο στους «Αμαρτωλούς» του Ράιαν Κούγκλερ.
Κεντρικό θέμα: το 1932 (την εποχή των φυλετικών διακρίσεων του νόμο Τζιμ Κρόου) δύο δίδυμοι αδελφοί επιστρέφουν από το Σικάγο των γκανγκστερικών συγκρούσεων στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, την πόλη Κλαρκσντέιλ στο Δέλτα του Μισισιπή (το λίκνο των μπλουζ), στοχεύοντας σε μία νέα αρχή, έχοντας αποφασίσει να ανοίξουν ένα μπλουζ κλαμπ για τη μαύρη κοινότητα. Τα γεγονότα όμως δεν εξελίσσονται ακριβώς όπως τα έχουν ονειρευτεί οι δύο αδελφοί και η υπερφυσική απειλή που εμφανίζεται αντανακλά την ένταση και κυρίως τον φόβο της χρονικής εκείνης περιόδου.
Σε διπλό ρόλο που απηχεί δύο διαφορετικές προσωπικότητες και πολιτισμικές προσεγγίσεις, ο Μάικλ Μπ. Τζόρνταν είναι το βασικό πρόσωπο που περνώντας μέσα από βίαιες και ραγδαίες μεταβολές «ομιλεί» εις διπλούν για τη μαύρη ταυτότητα και τη διατήρηση της αφροαμερικανικής παράδοσης σε ένα σύστημα καταπίεσης.
«Μια μάχη μετά την άλλη»: ριζοσπαστική πολιτική δράση και οικογενειακό δράμα
Αντίθετα η ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον «Μία μάχη μετά την άλλη» δείχνει άμεσα πολιτική και διαχρονική. Η ιστορία επικεντρώνεται σε μία επαναστατική ομάδα και στην αντιπαράθεσή της με το αμερικανικό κράτος εξετάζοντας θέματα ριζοσπαστικής πολιτικής δράσης, εξουσίας και ιδεολογικής σύγκρουσης.
Ο Άντερσον ουσιαστικά έχει διασκευάσει ελεύθερα το προφητικό μυθιστόρημα «Vineland» του Τόμας Πίντσον εξετάζοντας αρκούντως σουρεαλιστικά το πώς η πολιτική δράση και η ιστορία επηρεάζουν το άτομο και την προσωπική του ζωή.

Τιγιάνα Τέιλορ και Σον Πεν στην ταινία «Μια μάχη μετά την άλλη».
Η επαναστατική ιδεολογία που πραγματεύεται η ταινία φιλτράρεται μέσα από την ιστορία του Πατ «Μπομπ» Κάλχουν (τον υποδύεται ο υποψήφιος για Οσκαρ Λεονάρντο Ντι Κάπριο), πρώην ριζοσπάστη επαναστάτη, που ζει κρυμμένος με την έφηβη κόρη του (Τσέις Ινφίνιτι), χρησιμοποιώντας ψεύτικες ταυτότητες. Στο παρελθόν τόσο ο ίδιος όσο και η ατίθαση μητέρα της κόρης του (την υποδύεται η υποψήφια για Οσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου, Τιγιάνα Τέιλορ) ήταν μέλη οργάνωσης που δρούσε εναντίον κρατικών δομών.
Μία τέτοια ενέργεια εναντίον «δομής» για παράνομους μετανάστες στις ΗΠΑ τους βάζει στο στόχαστρο σκληροπυρηνικού στρατιωτικού (ο υποψήφιος για Οσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου Σον Πεν), ο οποίος βάζει πίσω από συρματοπλέγματα τους κατοίκους μιας πόλης. Η επιστροφή του αξιωματικού που βάζει στο στόχαστρο την έφηβη κόρη του, αναγκάζει τον Μπομπ να βγει από την κρυψώνα του για να την προστατεύσει.
Αν και ο Πολ Τόμας Αντερσον επιμένει στο τυχαίο συναπάντημα της σημερινής αντιμεταναστευτικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ με το αφήγημα του Πίντσον, η ταινία του τοποθετεί έναν πειστικό καθρέφτη στην πόλωση και τον εξτρεμισμό της εποχής μας, όπως έχει δηλώσει ξάστερα και ο πρωταγωνιστής Λεονάντρο Ντι Κάπριο.
Ο 56χρονος σκηνοθέτης παραμένει φειδωλός στις πολιτικές του τοποθετήσεις κατά πώς διαπιστώσαμε και στα βραβεία BAFTA όπου σάρωσε με τρία βραβεία (ταινίας, σκηνοθεσίας και διασκευασμένου σεναρίου), ωστόσο το πολιτικό θρίλερ καταδίωξης που έχει φτιάξει συνιστά ένα συναρπαστικό στόρι γύρω από τους μηχανισμούς που επηρεάζουν τις ιδεολογικές μάχες μιας γενιάς και πώς αυτές μετακυλίονται στην επόμενη.
Αναγνωρίζοντας ότι η Warner πέτυχε φέτος να χωρέσει κάτω από την στέγη της δύο διαφορετικά κινηματογραφικά ρεύματα της σύγχρονης πολιτικής αφήγησης, αφενός για την ιστορική μνήμη και την αντοχή της φυλετικής ταυτότητας στον χρόνο («Αμαρτωλοί»), αφετέρου για τα κληροδοτήματα της ιδεολογικής ταυτότητας καθώς και τη σχέση κρατικής εξουσίας και πολιτικού ακτιβισμού (Μία μάχη μετά την άλλη), περιμένουμε να δούμε ποιο από τα δύο θα επικρατήσει. Το ιστορικό-πολιτισμικό σχόλιο των «Αμαρτωλών» ή το πολιτικό δράμα επαναστατικής ιδεολογίας του «Μία μάχη μετά την άλλη»;
Πρωταγωνιστές, κατηγορίες και οικονομική κόντρα
Τα δύο μεγάλα οσκαρικά φαβορί της χρονιάς, με βάση τις έως τώρα βραβεύσεις τους, προβλέπεται να επικρατήσουν στις βασικές αλλά και σε κάποιες τεχνικές κατηγορίες.
Η ταινία του Ράιαν Κούγκλερ, με το ρεκόρ των 16 υποψηφιοτήτων, ποντάρει σοβαρά σε ένα εύρος 3-7 Οσκαρ στις κατηγορίες του Α΄ Ανδρικού Ρόλου για τον Μάικλ Μπ. Τζόρνταν (αν δεν επικρατήσει ο Τιμοτέ Σαλαμέ, μέχρι πρότινος φαβορί), του Β΄ Γυναικείου Ρόλου για την Γούνμι Μοσάκου (ιδιαίτερα ανοικτή φέτος αυτή η κατηγορία, χωρίς ξεκάθαρο φαβορί λόγω της μοιρασιάς σημαντικών βραβεύσεων, που έχει προηγηθεί, στις υποψήφιες) του πρωτότυπου σεναρίου (για τον Ράιαν Κούγκλερ), του κάστινγκ (νέα κατηγορία), του πρωτότυπου τραγουδιού («I lied to you»), ενδεχομένως και της φωτογραφίας ή των κοστουμιών.
Η ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον με 13 υποψηφιότητες θεωρείται το μεγάλο φαβορί στο εύρος των 4 έως και 6 χρυσών αγαλματιδίων στις κατηγορίες καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, διασκευασμένου σεναρίου, μοντάζ, ενδεχομένως φωτογραφίας και Β΄ Ανδρικού Ρόλου για τον Σον Πεν, που σάρωσε τόσο στα βραβεία BAFTA όσο και στα Βραβεία Ηθοποιών (Actors Awards).
Ακόμα μία παρατήρηση: ενδιαφέρον στοιχείο της οσκαρικής κούρσας είναι ότι η «Μια μάχη μετά την άλλη» κόστισε 150-175 εκατομμύρια δολάρια, αποφέροντας μόλις 200 εκατομμύρια δολάρια, σε αντίθεση με το εμπορικό «θαύμα» των «Αμαρτωλών», που με αρχικό προϋπολογισμό στα 90 εκατομμύρια δολάρια έγιναν μία από τις πιο εμπορικές ταινίες της χρονιάς στις ΗΠΑ βλέποντας συνολικές εισπράξεις 370 εκατομμυρίων δολαρίων.
Παραμένει άγνωστο αν η εμπορική επίδοση των ταινιών συνυπολογίζεται στον τρόπο που ρίχνουν την ψήφο τους στα Οσκαρ οι ψηφοφόροι της Ακαδημίας.






