«Θέλω να σας πω μόνο ότι το παιδί μου ουδέποτε διέπραξε αυτά για τα οποία το κατηγορούν. Ξέρω τον χαρακτήρα της. Είναι ευαίσθητο παιδί, μεγάλωσε σε ένα φυσιολογικό περιβάλλον». Η δήλωση ανήκει στη μητέρα μίας εκ των οροθετικών εκδιδόμενων γυναικών που βρίσκονται στο εδώλιο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου για την πολύκροτη υπόθεση του 2012.
Η ίδια από το βήμα του μάρτυρα πρόσθεσε, αντικρούοντας την κατηγορία ότι η κατηγορούμενη εκδιδόταν για να αγοράσει ναρκωτικές ουσίες, ότι η οικογένειά της την προμήθευε τα απαραίτητα ποσά.
«Η αλήθεια είναι ότι τα χρήματα για τον εθισμό τα ζητούσε από την οικογένειά της. Εμείς καλύπταμε τις ανάγκες της. Με τίποτα το παιδί μου δεν έκανε αυτά που λένε» τόνισε και εξήγησε πως παρά το γεγονός ότι γιατροί και ψυχίατροι τη συμβούλευαν διαφορετικά, εκείνη δεν μπορούσε να φερθεί σκληρά στην κόρη της. «Ο εθισμός με τις ουσίες είναι χειρότερος από τον καρκίνο. Ο καρκίνος παλεύεται, οι ουσίες όχι» είπε χαρακτηριστικά.
Οι πραγματικοί υπεύθυνοι
Καταγγελτικός ήταν από την πλευρά του ο πανεπιστημιακός κ. Χαράλαμπος Πουλόπουλος, διευθυντής στο ΚΕΘΕΑ, ο οποίος υποστήριξε κατά την κατάθεσή του ότι «στο εδώλιο του κατηγορούμενου θα έπρεπε να βρίσκονται άλλοι. Ο τότε υπουργός Υγείας και ο επικεφαλής του ΚΕΕΛΠΝΟ».
Όπως εξήγησε ο καθηγητής, οι γυναίκες βρέθηκαν στην περιοχή της Ομόνοιας προκειμένου να εξασφαλίσουν τη δόση τους.
«Επρόκειτο για μία γενικευμένη επιχείρηση “σκούπα”, έτσι έγιναν οι συλλήψεις» ανέφερε και συνέχισε: «Η εκμετάλλευση των χρηστών είναι δυστυχώς κάτι συνηθισμένο. Πάντως δεν έχει υπάρξει κάποια ένδειξη ότι εκδίδονταν. Συνήθως οι εξαρτημένοι είναι οι αδύναμοι. Η ευθύνη βαραίνει αυτούς που τους εκμεταλλεύονται. Είχαμε εικόνα για τις κοπέλες από τα προγράμματα προσέγγισης εξαρτημένων χρηστών στον δρόμο. Ξέραμε ότι ήταν εξαρτημένες, αλλά δεν υπήρχαν στοιχεία για την ασθένεια».
Οι μάρτυρες επανέλαβαν και κατά τη διάρκεια αυτής της συνεδρίασης ότι η εξέταση HIV που έγινε στις κατηγορούμενες δεν ήταν σύμφωνη με τις σχετικές εγκυκλίους του υπουργείου Υγείας. Μεταξύ αυτών και γιατρός του ΚΕΕΛΠΝΟ, η οποία επεσήμανε στο δικαστήριο πως η λήψη δείγματος γίνεται με τη συναίνεση του ασθενούς και αν αυτό δεν είναι δυνατόν, θα πρέπει να υπάρξει έγγραφη έγκριση δύο ιατρών. «Κανείς εκτός από τον ασθενή δεν ενημερώνεται για τα αποτελέσματα και σαφέστατα δεν ενημερώνεται η αστυνομία» αναφέρθηκε χαρακτηριστικά.