Στη συμφωνία με τους εταίρους οι χρηματοδοτικές ανάγκες για το διάστημα Ιούνιος 2015 – Ιούνιος 2018 εκτιμήθηκαν σε 81,7 δισ. ευρώ.
Με δεδομένη τη συρρίκνωση του ΑΕΠ για τα έτη 2015 και 2016 η σχέση χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να διαμορφωθεί στο 199% (2017) από 177% (2014), καταδεικνύοντας την Ελλάδα ως την πιο υπερχρεωμένη χώρα στην Ευρώπη.
Οι συνθήκες βιωσιμότητας και δυνατότητας εξυπηρέτησης του χρέους προϋποθέτουν ότι αυτό είναι μικρότερο ή ίσο από την παρούσα αξία των μελλοντικών πλεονασμάτων μείον τις πληρωμές τόκων και αν δεν είναι εφικτό, η χώρα καταφεύγει στις χρηματαγορές για αναχρηματοδότησή του.
Η απώλεια της εμπιστοσύνης της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας προς την Ελλάδα, το μέγεθος του χρέους, οι εκτιμήσεις για συνέχιση της ύφεσης τα δύο επόμενα έτη, καθώς και η κλιμάκωση της πολιτικής αβεβαιότητας, καθιστούν σχεδόν αδύνατη για τα επόμενα χρόνια την αναχρηματοδότηση του χρέους με βιώσιμους όρους από τις αγορές χρήματος, οπότε η συνθήκη της εξυπηρέτησής του δεν είναι δυνατή.
Η εναλλακτική πηγή μείωσης τους χρέους που προέρχεται από τις αποκρατικοποιήσεις αναμένεται να αποφέρει πενιχρά έσοδα, αφού η επιβολή των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων και η πολιτική αστάθεια δυσκολεύουν τις ήδη, συγκριτικά με άλλες χώρες, δύσκολες συνθήκες για την προσέλκυση επενδυτών. Η Κομισιόν προσδοκά ότι τα έσοδα των αποκρατικοποιήσεων ως το 2022 θα ανέλθουν σε μόλις 10 δισ. ευρώ, τα οποία αρκούν για πληρωμές χρεολυσίων μόλις ενάμιση έτους.
Ο τρίτος και βασικότερος πυλώνας εξυπηρέτησης του χρέους είναι η δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων, όμως και σε αυτό το μέτωπο τα δεδομένα δεν μας καθιστούν καθόλου αισιόδοξους λόγω καθυστέρησης είσπραξης εσόδων, μόνιμης αδυναμίας πάταξης της φοροδιαφυγής και της προβλεπόμενης βαθιάς ύφεσης για τα έτη 2015 – 2016. Για να εξυπηρετηθούν οι τόκοι απαιτείται πλεόνασμα μεταξύ 3,5% και 3,9% του ΑΕΠ ως το 2020, ενώ για να εξυπηρετηθούν και τα χρεολύσια απαιτείται πλεόνασμα μεταξύ 6,3% και 11,3% του ΑΕΠ.
Η επίτευξη και κυρίως η διατήρηση μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων για μεγάλο χρονικό διάστημα είναι σπάνια σε διεθνές επίπεδο και σχεδόν αδύνατη σε μια οικονομία που στηρίζεται στην κατανάλωση και στις δημόσιες δαπάνες. Από τα ανωτέρω γίνεται αντιληπτό ότι το χρέος με τη σημερινή του μορφή δεν είναι βιώσιμο ούτε και υπάρχει δυνατότητα εξυπηρέτησής του.
Προκειμένου να καταστεί βιώσιμο απαιτούνται σοβαρές δράσεις και από τα δύο εμπλεκόμενα μέρη. Θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι καμία ελάφρυνση χρέους δεν έχει δοθεί χωρίς αυστηρούς όρους. Επομένως από την Ελλάδα απαιτείται:
–Περιστολή δημόσιου τομέα, επιτάχυνση αποκρατικοποιήσεων, πάταξη φοροδιαφυγής, διεύρυνση φορολογικής βάσης, εφαρμογή απαιτούμενων διαρθρωτικών αλλαγών.
Και από την πλευρά των δανειστών:
–Επιμήκυνση χρόνου αποπληρωμής του χρέους με περίοδο χάριτος έως ότου επιτύχουμε βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης, πιθανή μείωση επιτοκίων, σύνδεση αποπληρωμής τόκων με την αύξηση του ΑΕΠ. Ιδεατή λύση θα ήταν μια γενναία απομείωση των απαιτήσεων των πιστωτών, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν το θεωρώ πιθανό να επιτευχθεί, αφού οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν εγγυηθεί τα δάνεια της Ελλάδος, οπότε οποιαδήποτε απομείωση θα μετέφερε χρέος στους ιδίους και θα επιβάρυνε τους φορολογουμένους των εγγυητών.
O κ. Κωνσταντίνος Σεγρεδάκης, M.Sc, είναι οικονομικός σύμβουλος επιχειρήσεων.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ



