Δέκα χρόνια επιτυχίες

Τα χρόνια περνάνε γρήγορα όταν υπάρχει κατηφόρα. Σε λίγους μήνες θα συμπληρωθούν επίσημα δέκα χρόνια από εκείνες τις στιγμές κορύφωσης της

Δέκα χρόνια επιτυχίες | tovima.gr
Τα χρόνια περνάνε γρήγορα όταν υπάρχει κατηφόρα. Σε λίγους μήνες θα συμπληρωθούν επίσημα δέκα χρόνια από εκείνες τις στιγμές κορύφωσης της «άλλης Ελλάδας». Πλησιάζει η ώρα που θα δούμε φωτογραφίες από την περήφανη τελετή έναρξης. Θα θυμηθούμε τον Κεντέρη και τη Θάνου κυνηγημένους και ολίγον ταπεινωμένους. Θα παρελάσουν μπροστά μας αναμνήσεις από κάποιες αθλήτριες που κατέκτησαν ένα χρυσό, μίλησαν για το εξασθενημένο πια «ελληνικό DNA» και μετά χάθηκαν στην trash τηλεόραση. Θα εμφανιστεί η εικόνα μιας πόλης-μοντέλο, με καθαρούς δρόμους, χαρούμενους ανθρώπους και πολύχρωμες σημαίες. Κλείνουμε δέκα χρόνια από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Θα χαμογελάσουμε με χαρμολύπη και έπειτα θα νιώσουμε και πάλι τον πονοκέφαλο από το χειρότερο hangover της Ιστορίας: τον λογαριασμό.
Εδώ και λίγες ημέρες ο πλανήτης – και κυρίως τα αμερικανικά ΜΜΕ – ασχολούνται με βιτριολική διάθεση με τις προχειρότητες, τις αδυναμίες και τα προβλήματα του Σότσι. Μια πόλη ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και στα βουνά του Καυκάσου, που με τη φιλόδοξη πολιτική του Βλαντίμιρ Πούτιν φιλοξενεί τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες. Το δικό τους hangover κοστίζει 37 δισ. ευρώ, αλλά αυτό δεν μας αφορά.
Οι εικόνες από το Σότσι είναι απολαυστικές. Οι διπλές, τριπλές και τετραπλές τουαλέτες στον ίδιο χώρο (αλήθεια, ποιος το σκέφτηκε και γιατί;). Τα πρόχειρα ξενοδοχεία με τους τοίχους από νοβοπάν. Το κιτρινισμένο νερό από τις βρύσες και το πρόχειρο χαλί που προσπαθεί να κρύψει τις χτυπητές αδυναμίες, σε συνδυασμό με την ομοφοβική μεσαιωνική άποψη ενός καθεστώτος που πολλοί στην Ελλάδα θαυμάζουν, μπορούν να κάνουν έναν Αθηναίο να χαμογελάσει με νόημα. Η σοφία του παρελθόντος και το δεκαετές hangover βοηθούν.
Είχα την τύχη να ζήσω από κοντά, καλύπτοντας δημοσιογραφικά, το αγωνιστικό σκέλος των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Ηταν ένα υπέροχο πάρτι που κάποιος μπορεί να καταλάβει μόνο όταν έχει λάβει μέρος σε αυτό. Οι εικόνες ήταν σαρωτικές: η χαρά του κόσμου, οι αθλητές πριν και μετά τον ενθουσιασμό της συμμετοχής, το όμορφο και κοσμοπολίτικο τοπίο, ο πυρήνας της αληθινής συμμετοχής μακριά από τις ακριβοπληρωμένες θεωρίες της ΔΟΕ, κάθε απόγευμα στο Κέντρο Τύπου, την ώρα που οι ξένοι δημοσιογράφοι, εντυπωσιασμένοι από τη φιλοξενία (στα όρια της δουλικότητας), απολάμβαναν το τέλος μιας έντονης ημέρας μονολογώντας για την ομορφιά της πόλης. Και στο τέλος η μαζική χαρά και η ανακούφιση ότι «τα καταφέραμε».
Δέκα χρόνια, όμως, είναι πολλά για να έχουμε μόνο αναμνήσεις. Καθώς πληρώνουμε ακόμη τον λογαριασμό και χωρίς να έχουμε μια επίσημη απάντηση για το συνολικό κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, έφθασε η ώρα να αναλύσουμε την ψυχολογική μας ανεπάρκεια πίσω από τη μανία επιβεβαίωσης εκείνης της εποχής.
Η χαρά της δημιουργίας, η ανακούφιση του αποτελέσματος, η αίσθηση ότι τα καταφέραμε, δεν ήταν απλώς μια προσπάθεια για το «καλύτερο». Αν συνέβαινε αυτό, δεν θα είχαμε δημιουργήσει 15 άχρηστα κτίρια από μπετόν διασκορπισμένα σε όλη την Ελλάδα. Δεν θα ξοδεύαμε δισεκατομμύρια για ένα παρηκμασμένο Ολυμπιακό Χωριό. Δεν θα αφήναμε το Ελληνικό («Η μεγάλη χαμένη ελληνική ευκαιρία» έγραψε την προηγούμενη εβδομάδα το Bloomberg) να σαπίσει.
Το κίνητρο για την επιτυχία δεν ήταν τίποτε από όλα αυτά. Ηταν μια μαζική και διαχρονική νεύρωση, αυτό το αταβιστικό σύμπλεγμα κατωτερότητας, αυτή η γοητεία της προχειρότητας και η τέχνη του επαρχιωτισμού που μας έκαναν να τα «καταφέρουμε» μόνο όταν οι ξένοι κοιτούσαν. Και μετά, βλέπουμε…
Ολη αυτή η τσαπατσούλικη θεώρηση των πραγμάτων, αυτό το νεοελληνικό σύμπλεγμα, μπορεί να εξηγήσει πολλά, ακόμη και σήμερα. Μπορείς να τη νιώσεις διαβάζοντας την οριακά κωμική ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού με τίτλο «Αγαπητέ κύριε Κλούνεϊ», την ανακίνηση ενός σημαντικού θέματος για τα Γλυπτά του Παρθενώνα τόσο πρόχειρα και ευκαιριακά, στηριγμένη σε μια απάντηση του ενός λεπτού του Τζορτζ Κλούνεϊ σε μια εμπορική συνέντευξη Τύπου. Μπορείς να το αισθανθείς ακούγοντας τον αντιδήμαρχο Κεφαλλονιάς, με τη γη να τρέμει ακόμη κάτω από τα πόδια του, να καλεί για βοήθεια την Πενέλοπε Κρουζ. Μπορείς να το νιώσεις και στην οικονομική πολιτική, στην προσπάθεια κλεισίματος μιας «τρύπας» μόνο για λογιστικούς λόγους, μόνο για το «προς τα έξω», χωρίς καμία συναίσθηση του πραγματικού προβλήματος.
Δέκα χρόνια ψυχανάλυσης είναι πολλά. Εφτασε η ώρα να αντιμετωπίσουμε τη μαζική μας πλάνη. Διαφορετικά, σε δέκα χρόνια, τα ίδια θα συζητάμε. Και επειδή έχουμε ξεκάθαρα κατηφόρα, θα περάσουν πιο γρήγορα από όσο θέλουμε.

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk