Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Είναι 26 ετών το 1963, όταν πηγαίνει στο Λος Αντζελες που του προσφέρει αφειδώς, όπως τουλάχιστον θα εξομολογηθεί ο ίδιος πολύ αργότερα στον βιογράφο του Κρίστοφερ Σάιμον Σάικς, τα τρία «s»: «sun, sea, sex» (ήλιο, θάλασσα και σεξ). Ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ (που λίγο προτού αποφοιτήσει από τη Βασιλική Ακαδημία Τεχνών του Λονδίνου ολοκληρώνει μια σειρά έργων με τίτλο «Fuck», εμπνευσμένη από αισχρά γκραφίτι που περισυλλέγει από δημόσιους χώρους) δεν θα κάνει το ελιτίστικο «Grand Tour» της Ευρώπης που επιλέγουν άλλοι νεαροί καλλιτέχνες της εποχής. Είναι πεπεισμένος ότι η έμπνευση δεν θα τον κεραυνοβολήσει ενώ περιδιαβάζει στις Βερσαλλίες και στα ταβάνια του Μιχαήλ Αγγελου. Προτιμά να κινηθεί ανάποδα, στη Δυτική Ακτή των ΗΠΑ. Δεν έχει δίπλωμα οδήγησης, αλλά πιστεύει ότι θα τα καταφέρει να κινηθεί με το λεωφορείο στα μέρη που πρέπει. «Εκεί ήταν που ανακάλυψα ένα σκηνικό που δεν υπήρχε πουθενά αλλού. Ημουν σαν το παιδί μέσα στο μαγαζί με τα ζαχαρωτά. Οι παραλίες της Καλιφόρνιας ήταν σαν όνειρο». Σε ένα τηλεγράφημα προς έναν φίλο που έχει μείνει πίσω στο Λονδίνο (να κουβαλάει αντιμιλιταριστικά πλακάτ στην πλατεία Grosvenor) γράφει: «Βενετία της Καλιφόρνιας, πιο όμορφη από τη Βενετία της Ιταλίας».

Στην Καλιφόρνια των 60s «ο μεγαλύτερος σήμερα εν ζωή βρετανός καλλιτέχνης» καταδύεται στον ωκεανό, αλλά όταν ζωγραφίζει προτιμά τις πισίνες. Αυτές τις εμβληματικές πισίνες με το απρόσωπο τυρκουάζ που αποκλείεται να βρεις στην πατρίδα του, το Ανατολικό Γιορκσάιρ, αλλά που στο Λος Αντζελες βρίσκεις σχεδόν σε κάθε κήπο. Δεν θεωρούνται πολυτέλεια, αλλά ανάγκη. Οι πισίνες του Χόκνεϊ είναι σαν στυλιζαρισμένα αστικά «τοπία», όπου ακόμη και όταν υπάρχουν πρόσωπα ή σώματα, σου αφήνουν την αίσθηση ότι κάποιος πρόκειται, σε λίγο, να εμφανιστεί. Δεν έχει σημασία ποιος, μπορεί να είναι και το pool boy, μπορεί να είναι μια γυναίκα με άδειο βλέμμα και εκτυφλωτικό μαύρισμα που θέλει να απολαύσει το μαρτίνι της. Η πιο γνωστή πισίνα στην ιστορία της ποπ αρτ απεικονίζεται στο έργο του με τον τίτλο «A Bigger Splash» (στο εξώφυλλο), που φιλοτεχνεί στις αρχές του καλοκαιριού του 1967 ενώ ήδη διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ. Θα «κλέψει» την εικόνα από μια φωτογραφία που βρίσκει σε ένα βιβλίο για την αρχιτεκτονική της πισίνας. Φόντο, μια συνηθισμένη ημέρα στην Πόλη των Αγγέλων. Δύο φοίνικες, ένας βατήρας, αδρές γεωμετρικές γραμμές που τέμνουν το σκληρό φως του καλιφορνέζικου ήλιου. Νομίζεις πως κάποιος έχει αφαιρέσει τον ήχο (κάτι που παραπέμπει αυτόματα στο αθόρυβο σύμπαν του ίδιου του Χόκνεϊ, ο οποίος αντιμετωπίζει από τα νεανικά του χρόνια σοβαρά προβλήματα ακοής).

Στη σειρά έργων του με τις πισίνες (τις ζωγραφίζει σχεδόν μανιωδώς, μεταξύ 1964 και 1971) ο Χόκνεϊ αποκαλύπτει πρωτίστως το χάρισμά του για τις επιφάνειες κάθε είδους, είτε πρόκειται για τις ρυτίδες του νερού είτε για τις πτυχώσεις σε ένα λινό πουκάμισο ή σε ένα δερμάτινο μπουφάν. Ο ίδιος θα εξομολογηθεί πόσο πολύ απολαμβάνει τη σπουδή του επάνω σε αυτό το υπόκωφο «splash» (όταν το σώμα του κολυμβητή ταράζει ανεπαίσθητα το νερό της πισίνας): «Μου πήρε σχεδόν δύο εβδομάδες να το ζωγραφίσω. Μου άρεσε, πάνω από όλα, που ζωγράφιζα σαν τον Λεονάρντο (σ.σ.: Ντα Βίντσι), με όλες αυτές τις σπουδές του πάνω σε ό,τι στροβιλίζεται μέσα στο νερό. Με συνάρπαζε το ότι μου πήρε δύο εβδομάδες να ζωγραφίσω ένα γεγονός που διαρκεί δύο δευτερόλεπτα».

Η Καλιφόρνια των 60s είναι πάνω από όλα σέξι. Ο Χόκνεϊ βγαίνει με ορμή «από την ντουλάπα», δεν κρύβει τη σεξουαλικότητά του πίσω από κονσέρβες σούπας, όπως ο φίλος του, Αντι Γουόρχολ. Eνας πρώιμος, «ανοιχτά γκέι» πίνακάς του φέρει τον τίτλο «Domestic Scene» (1963) και παρ’ ότι φιλοτεχνήθηκε λίγους μήνες προτού φύγει για τις ΗΠΑ, έχει έναν έντονο καλιφορνέζικο «αέρα», καθ’ ότι εμπνευσμένος από το αμερικανικό γκέι περιοδικό «Physique Pictorial»: ένα τηλέφωνο, μία γλάστρα, μαυρισμένα ανδρικά σώματα, λευκές, αθλητικές κάλτσες. Οπως θα εξομολογηθεί ο ίδιος πολύ αργότερα για τα πρώτα έργα του: «Αυτό που πρέπει κανείς να θυμάται όσον αφορά αυτούς τους πίνακες είναι ότι συνιστούσαν εν μέρει προπαγάνδα αυτού που μέχρι τότε δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο προπαγάνδας: της ομοφυλοφιλίας. Ενιωθα ότι έπρεπε να γίνει…».

Οι ειδικοί περί τον Χόκνεϊ επισημαίνουν σε όλη αυτή την καυτή εμπειρία της Καλιφόρνιας (το 1978 έχει μετακομίσει πλέον μόνιμα στο Λος Αντζελες) ο ίδιος δεν θα πάψει να κουβαλά μαζί του το Μπράντφορτ του Γιορκσάιρ όπου γεννήθηκε (στα δάση και τα χρώματα του οποίου θα επιστρέψει σχεδόν εμμονικά τις τελευταίες δεκαετίες). Σε αυτή την «ελευθεριάζουσα» περίοδο, οι οικογενειακές μνήμες μοιάζουν να αναζωπυρώνονται. Ο ίδιος ο 76χρονος σήμερα Χόκνεϊ θυμάται την πρώτη επίσκεψη που του είχε κάνει στο L.A. η μητέρα του: «Υστερα από δύο ή τρεις ημέρες γύρισε και μου είπε: “Είναι περίεργο. Τόσο υπέροχος καιρός και όμως δεν βλέπεις πουθενά μια απλωμένη μπουγάδα”».

Ισως μόνο ένας αλλοπρόσαλλος ξένος, με τεράστια γυαλιά, οξυζεναρισμένα μαλλιά και προφορά από το Γιορκσάιρ θα μπορούσε να εικονογραφήσει με τέτοια ψυχραιμία τον καλιφορνέζικο ήλιο (κάποιος θα πει ότι έχει πάνω στον Χόκνεϊ την επίδραση που έχει στον Βαν Γκογκ ο ήλιος της Νότιας Γαλλίας). Το ίδιο ισχύει και για τις πισίνες. Ο τεχνοκριτικός Ρόμπερτ Χιουζ θα γράψει για την απαράμιλλη δεξιοτεχνία με την οποία ο «Κόουλ Πόρτερ της σύγχρονης τέχνης», όπως αποκαλεί τον κορυφαίο βρετανό ζωγράφο / χαράκτη / φωτογράφο / σκηνογράφο, «θα αποδώσει τα άσπρα πέπλα που σηκώνει το σώμα καθώς καταπίνεται από το μπλε, σαν ένα κόλπο εξαφάνισης που το παρακολουθούν απόντες, με όλες τις βαθμίδες του στυλιζαρίσματος σε τέλεια ισορροπία».

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 15 Ιουνίου 2013